Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Η ανατομία ενός ενεργειακού ναυαγίου

Published

on

Η κίνηση της προέδρου του ΔΗΣΥ Αννίτας Δημητρίου να ξεκαθαρίσει πως η ίδια θα συγκρουστεί με κάθε συμφέρον, καλώντας παράλληλα τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να μην αποκρύψει τίποτα που να αφορά το Βασιλικό είχε διπλή σημασία. Διπλή σημασία, γιατί με δεδομένο ότι το σκάνδαλο επικεντρώνεται στους χειρισμούς της διακυβέρνησης Αναστασιάδη-ΔΗΣΥ, ο αποδέκτης της δήλωσης ήταν ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης, ο οποίος είχε και την πολιτική ευθύνη του έργου.

Η ίδια, νέο πολιτικό πρόσωπο, χωρίς βαρίδια, προφανώς επιχειρούσε να στείλει το μήνυμα πως δεν είναι διατεθειμένη να συμπαρασυρθεί προσωπικά –για χάρη κανενός– από τις αποκαλύψεις. Ήταν παράλληλα όμως και μία ένδειξη πως οι εξελίξεις γύρω από το σκάνδαλο του Βασιλικού είναι τέτοιες που έστω κι αν κάποιοι θα το προτιμούσαν όπως φάνηκε από τις προηγούμενες δηλώσεις του ΔΗΣΥ, δεν μπορούν να συγκαλυφθούν από κανέναν, κυρίως εξαιτίας της εμπλοκής Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Μία μεγαλεπήβολη συμφωνία, η οποία παρουσιαζόταν από τον τότε υπουργό Ενέργειας Γιώργο Λακκοτρύπη πως θα αναδείκνυε τον αναβαθμισμένο ρόλο της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατέληξε σε ένα μεγάλο φιάσκο. Το πιο σοβαρό όμως είναι πως εξελίσσεται σε σκάνδαλο ολκής που όχι μόνο εκθέτει την Κύπρο στο εξωτερικό, αλλά την ίδια στιγμή επιβαρύνει οικονομικά ακόμη περισσότερο τον Κύπριο καταναλωτή. Πέραν των σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων, πλέον ανοίγει ένα κεφάλαιο πολιτικών ευθυνών, που στέλνουν το μήνυμα πως το τερματικό στο Βασιλικό ήταν μία ιστορία ανεπάρκειας, κακοδιαχείρισης και ανικανότητας. Έστειλε σε άλλους το μήνυμα πως πρόκειται για ένα μεγάλο σκάνδαλο διαπλοκής που ίσως να αγγίξει τεχνοκράτες και πολιτικά πρόσωπα άμεσα εμπλεκόμενα με την υπόθεση.

Προδιαγεγραμμένο φιάσκο

Η δήλωση του Προέδρου της Δημοκρατίας τον προηγούμενο μήνα, πως το έργο δεν έπρεπε να δοθεί στην εν λόγω εταιρεία, ήταν μία παραδοχή που δεν εξέπληττε τους καλά γνωρίζοντες του παρασκηνίου. Διαρρεόταν άλλωστε εδώ και καιρό στα πολιτικά πηγαδάκια, το είπε ευσχήμως και ο υπουργός Ενέργειας Γιώργος Παπαναστασίου πρόσφατα στην επιτροπή Ενέργειας. Μόνο που η κυβέρνηση γνώριζε από τον Μάρτιο την πρόθεση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να παρέμβει. Ενημέρωσε άλλωστε γι’ αυτό δύο πολιτικούς αρχηγούς ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο ένας ήταν ο Νικόλας Παπαδόπουλος και ο άλλος ο Στέφανος Στεφάνου, ο οποίος είχε επιδιώξει συνάντηση με τον Πρόεδρο για να ενημερωθεί για το σκάνδαλο, να ενημερώσει και να διαμεσολαβήσει, αν χρειαζόταν, με την κυβέρνηση της Κίνας. Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι για την εν λόγω εξέλιξη δεν ενημέρωσε την Αννίτα Δημητρίου της οποίας το κόμμα –δεδομένου και ότι κυβερνούσε την περίοδο του σκανδάλου– αφορούσε άμεσα. Αυτό λοιπόν που εκθέτει τη σημερινή κυβέρνηση είναι για ποιο λόγο επέλεξε να το κρατήσει κρυφό, αν ληφθεί υπόψη πως ο Γιώργος Παπαναστασίου είχε ερωτηθεί στην Επιτροπή Εμπορίου γι’ αυτό το ενδεχόμενο από τον τέως πρόεδρο του ΔΗΣΥ Αβέρωφ Νεοφύτου για τυχόν παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Ο βουλευτής του ΑΚΕΛ Χρίστος Χριστοφίδης στην Επιτροπή Ελέγχου είχε ρωτήσει αν η κυβέρνηση προτίθεται να βάλει ανεξάρτητους ποινικούς ανακριτές, με τον υπουργό να αποφεύγει να ενημερώσει καταλλήλως τη Βουλή. Το παράδοξο είναι πως τον Μάρτιο, όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ξεκινούσε τις έρευνες, ο Νίκος Χριστοδουλίδης μαζί με τον υπουργό Ενέργειας είχαν μεταβεί στις εγκαταστάσεις του τερματικού του Βασιλικού για να δείξουν, όπως είπε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με πράξη την ικανοποίηση της κυβέρνησης για τα αποτελέσματα της διαβούλευσης του υπουργού Ενέργειας με την εταιρεία.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που βάζουν στο κάδρο της κακοδιαχείρισης τον υπουργό Ενέργειας. Ο Γιώργος Παπαναστασίου, που διετέλεσε διευθύνων σύμβουλος της VTT Vasiliko Λτδ προτού αναλάβει, είναι γνωστό πως δεν ευνοούσε μία τέτοια συμφωνία. Αν και πολλοί σημειώνουν πως προσπάθησε να βρεθεί λύση με την κινεζική κοινοπραξία, υπάρχουν και οι γνωρίζοντες το παρασκήνιο, που σημειώνουν πως έκανε ό,τι μπορούσε για να οδηγηθεί η –έστω κι αν ήταν πολύ κακή– συμφωνία, σε ναυάγιο και κυρίως σε ένα διαζύγιο κάθε άλλο από βελούδινο.

Η κρίσιμη συνεδρία

Όσο όμως κι αν εγείρονται ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση χειρίστηκε τις εξελίξεις, η αλήθεια είναι πως το σκάνδαλο του τερματικού είναι κάτι που κληρονόμησε από την προηγούμενη κυβέρνηση. Τα ερωτήματα, μετά και τη δημόσια παραδοχή του Προέδρου ότι το έργο δεν έπρεπε να δοθεί στην εν λόγω εταιρεία, είναι για ποιο λόγο η κυβέρνηση Αναστασιάδη κατέληξε εξαρχής στην εν λόγω συμφωνία, δεδομένης της απειρίας της εταιρείας αλλά και των προβλημάτων που προέκυψαν στην πορεία. Η κρίσιμη συνεδρία που οδήγησε στην κατακύρωση της εν λόγω εταιρείας έγινε τον Νοέμβριο του 2019 στο Προεδρικό. Ήταν μία άτυπη συνάντηση του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Αναστασιάδη, με τη Νομική Υπηρεσία, την Ελεγκτική Υπηρεσία, το Γενικό Λογιστήριο, τη ΔΕΦΑ και ΕΤΥΦΑ, αλλά και με τη συμμετοχή των υπουργών Οικονομικών και Ενέργειας, Χάρη Γεωργιάδη και Γιώργου Λακκοτρύπη. Παρά τις ανησυχίες που παρέθεσε η Ελεγκτική Υπηρεσία για τη βιωσιμότητα του έργου, τις παρατυπίες που έγιναν και την καταλληλότητα της εν λόγω εταιρείας να υλοποιήσει το έργο, ο Χάρης Γεωργιάδης επέμενε στην υλοποίησή του. Διαμήνυσε πως αυτό το έργο θα πρέπει να ολοκληρωθεί το συντομότερο, έστω κι αν αυτό συνεπάγεται με την απώλεια των 100 εκατομμυρίων που θα έβαζαν οι Βρυξέλλες. Ο ίδιος ανέφερε πως θα μπορούσε σε ένα τέτοιο σενάριο να βρει χρηματοδότηση αλλού, βάζοντας στο τραπέζι το ενδεχόμενο κρατικού ομολόγου. Όσα είπε στην κλειστή συνεδρία, επιβεβαιώνονται μέσω επιστολής (12 Δεκεμβρίου 2019) που κατέχει η «Κ» του υπουργείου Οικονομικών προς τον γενικό διευθυντή του υπουργείο ενέργειας. «[…] όπως έχει αναφερθεί από τον τέως υπουργό Οικονομικών στην συνάντηση που είχε πραγματοποιηθεί στο Προεδρικό για το εν λόγω θέμα στις 22.11.2019, το έργο είναι ύψιστης σημασίας και ως εκ τούτου σε περίπτωση που δεν καταστεί δυνατή η παραχώρηση χορηγίας ή δανείου από τον ΙΝΕΑ την ΕΤΕπ και την EBRF είτε λόγω μη κατάληξης σε συμφωνία είτε λόγω ασυμβατότητας της παραχώρησης κρατικής ενίσχυσης με το κοινοτικό κεκτημένο, ο τέως υπουργός Οικονομικών δεσμεύτηκε να εξεύρει την αναγκαία χρηματοδότηση από άλλες πηγές μη αποκλειόμενης της έκδοσης κυβερνητικού ομολόγου». Το ερώτημα που προκύπτει συνεπώς, είναι για ποιο λόγο η κυβέρνηση Αναστασιάδη επέμενε τόσο στην υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας στο σημείο ακόμα και έκδοσης κυβερνητικού ομολόγου.

Διαβήματα των Βρυξελλών

Βεβαίως οι επιφυλάξεις για τη βιωσιμότητα και τη λειτουργία του έργου δεν περιορίζονταν στο εσωτερικό. Σύμφωνα με έγκυρες πηγές της «Κ» υπήρξαν τρία διαβήματα από τις Βρυξέλλες για τη συμφωνία. Η πρώτη έγινε πριν προχωρήσει η κυβέρνηση στην υπογραφή της συμφωνίας με τις Βρυξέλλες να εκφράζουν την ανησυχία τους για το κατά πόσο η συγκεκριμένη εταιρεία έχει την τεχνογνωσία, την εμπειρία και την επάρκεια να αναλάβει ένα τόσο φιλόδοξο έργο και να το φέρει εις πέρας. Υπήρξαν οι υπόνοιες, ότι ο τρόπος που έγινε η προκήρυξη, φωτογράφιζε τη συγκεκριμένη εταιρεία. Οι άλλες δύο συστάσεις έγιναν με την αποχώρηση των ελλαδικών συμφερόντων μέρους από την κοινοπραξία που στην ουσία θα έπρεπε να οδηγούσε σε ακύρωση της συμφωνίας και κυρίως με την κίνηση της κυβέρνησης να παραχωρήσει στην εταιρεία ποσό ύψους 25 εκατομμυρίων λόγω της αύξησης της τιμής του χάλυβα, τη στιγμή που δεν υπήρχε τέτοια πρόνοια στη συμφωνία. Η κυβέρνηση αγνόησε όλες τις συστάσεις των Βρυξελλών, εγείροντας ερωτήματα και ενισχύοντας τις ανησυχίες.

Η πολιτική θύελλα

Όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας σε συνδυασμό με την έρευνα που ξεκίνησε ήδη η ευρωπαϊκή εισαγγελία καταδεικνύουν έχουν ήδη προκαλέσει ανησυχία σε πολιτικούς και τεχνοκρατικούς κύκλους. Στην Πινδάρου το κλίμα είναι ανήσυχο. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι η αντιπρόεδρος του ΔΗΣΥ Σάβια Ορφανίδου παρουσίασε τις καταγγελίες του γενικού ελεγκτή ως ατεκμηρίωτες –τη στιγμή που ανησυχίες εξέφρασαν και οι Βρυξέλλες, ούτε η έμμεση προειδοποίησή της προς τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη να σταματήσει τις αποκαλύψεις με το πρόσχημα ότι αυτές αποτελούν όπλο στα χέρια του εργολάβου. Είναι και η μακροπρόθεσμη ζημιά. Η Αννίτα Δημητρίου, μετά την ανακοίνωση παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, θέλησε να διαχωρίσει τη θέση της, ωστόσο η διαχείριση του ζητήματος από τη διακυβέρνηση Αναστασιάδη αποτελεί ακόμη μία σκιά στο κόμμα. Στην περίπτωση του σκανδάλου των χρυσών διαβατηρίων, η δικαιολογία ήταν πως βοήθησε –παρά τις καταχρήσεις– να ξανασταθεί η κυπριακή οικονομία από τα συντρίμμια. Στην περίπτωση του σκανδάλου στον Βασιλικό, το οποίο επηρεάζει άμεσα την τσέπη των καταναλωτών, επικρατεί ένα άλλο σοβαρό δίλημμα. Αν αυτό είναι αποτέλεσμα πλήρους ανικανότητας των τότε κυβερνώντων, αναιρώντας το διαχρονικό επιχείρημά τους ότι είναι οι μόνοι που μπορούν να κυβερνήσουν επαρκώς ή αν αποτελεί ένα μεγάλο φαγοπότι που αγγίζει και πολιτικά πρόσωπα, πλήττοντας το κόμμα ηθικά.

Επιστολή του υπουργείου Οικονομικών προς τον γενικό διευθυντή του υπουργείου Ενέργειας ενημέρωνε για την πρόθεση του Χάρη Γεωργιάδη να εκδοθεί ακόμα και κυβερνητικό ομόλογο με στόχο να υλοποιηθεί το πρόγραμμα

Το χρονικο της κακοδιαχείρισης

  1. Μελέτη από τους συμβούλους Gaffrey, Cline & Associates, για τη μεθοδολογία, τις επιλογές/προτάσεις για την εισαγωγή και χρήση ΥΦΑ.
  2. Απόρριψη της μελέτης από τη ΔΕΦΑ και το υπουργείο Ενέργειας. Προσφορά που αφορούσε μετατροπή παλαιού τύπου σκάφους σε FSRU, κατασκευή εξέδρας 1,5 χλμ. και λειτουργία του τερματικού.
  3. Απόρριψη του έργου από μεγάλους κολοσσούς, καθώς έβλεπαν αυξημένα ρίσκα.
  4. Συμμετοχή ενός προσφοροδότη κινέζικων, ελλαδικών και νορβηγικών συμφερόντων χωρίς προηγούμενη σχετική πείρα –πλην των νορβηγικών συμφερόντων– ενισχύοντας την αίσθηση ότι πρόκειται για μία φωτογραφική προκήρυξη.
  5. Παραβιάσεις της περί δημοσίων συμβάσεων νομοθεσίας από την εταιρεία κατά το στάδιο της αξιολόγησης προσφορών (στρογγυλοποίηση της βαθμολογίας σε τεχνικά θέματα κ.ά.).
  6. Σύσκεψη στο Προεδρικό όπου ενώ γνώριζαν ότι υπήρχαν προβλήματα και παρατυπίες, αποφάσισαν να προχωρήσουν.
  7. Αποχώρηση μέλους της κοινοπραξίας (ελλαδικών συμφερόντων) λόγω καταδίκης στην Ελλάδα αλλά και φερόμενων σκανδάλων στην Κύπρο. Ενώ αυτό αποτελούσε λόγο ακύρωσης της συμφωνίας, η ΕΤΥΦΑ επικαλούμενη την κατεπείγουσα φύση του έργου, προχωρά σε ανάθεση της σύμβασης στην εν λόγω Κοινοπραξία.
  8. Καταβολή επιπρόσθετου ποσού ύψους 25 εκατομμύρια ευρώ λόγω αύξησης του χάλυβα, έστω κι αν δεν υπήρχε τέτοια πρόνοια στη συμφωνία. Αντιθέτως στη συμφωνία υπήρχε η αναφορά ότι το ρίσκο της αυξομείωσης των τιμών επιβαρύνει την εταιρεία.
  9. Συμφωνία για καθυστέρηση στην υλοποίηση του Έργου με αποτέλεσμα το έργο που θα ολοκληρωνόταν σε 24 μήνες να παίρνει παράταση 22 επιπλέον μήνες Μέσω της συμφωνίας γίνεται έμμεση απεμπόληση του δικαιώματος της ΕΤΥΦΑ για επιβολή στον Εργολάβο κυρώσεων λόγω αδικαιολόγητων καθυστερήσεων.
  10. Έκθεση Ελεγκτικής Υπηρεσίας στην οποία καταγράφονται ανησυχίες για το ενδεχόμενο παρατυπιών και παρανομιών.
  11. Προβλήματα ποιότητας: Αστοχίες που παρουσιάστηκαν στο πλοίο κατά τις θαλάσσιες δοκιμές στο ναυπηγείο στην Κίνα, θέτοντας ζητήματα λειτουργικότητας και ασφάλειάς του.
  12. Έρευνα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
  13. Αποχώρηση της κινεζικής κοινοπραξίας κατηγορώντας τους υπεργολάβους.

Πηγή: Kathimerini

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε

Avatar photo

Published

on

Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.

Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.

Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.

Αφορά το 2028.

Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του

Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.

Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.

Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.

Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.

Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου

Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.

Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.

Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.

Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:

Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.

Και το ΑΚΕΛ;

Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.

Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.

Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.

Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.

Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.

Οι διορισμοί ήταν η αφορμή

Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.

ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.

Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.

Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.

Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.

Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο

Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.

Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.

Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.

Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.

Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.

Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.

Continue Reading

Off the Record

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

Avatar photo

Published

on

Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.

Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.

Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.

Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;

Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.

Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες

Avatar photo

Published

on

της Κατερίνας Χατζηστυλλή* 

Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.

Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία

Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.

Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.

Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.

Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης

Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.

Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.

Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.

Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή

Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.

Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.

Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις

Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.

Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.

Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.

Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.

Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.

 

*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου

 

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia