ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Η Τουρκία δυναμιτίζει το κλίμα λίγες ημέρες πριν από την επέτειο του «Αττίλα»
Δυναμιτίζει το κλίμα η Αγκυρα ενόψει των εκδηλώσεων για την 50ή επέτειο από την τουρκική εισβολή, που θα πραγματοποιηθούν στην Κυπριακή Δημοκρατία και τα κατεχόμενα, παρουσία των δύο ηγετών Κυριάκου Μητσοτάκη και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Η επιλογή της Αγκυρας εκτιμάται πως συνδέεται με την 50ή επέτειο από την τουρκική εισβολή
Με έναν πρωτοφανή τρόπο χθες το υπουργείο Αμυνας της Τουρκίας έβαλε προσωπικά στο στόχαστρο τον υπουργό Εθνικής Αμυνας Νίκο Δένδια, με αφορμή τις δηλώσεις που πραγματοποίησε κατά την επίσκεψή του στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 15 Ιουλίου, για τη μαύρη επέτειο του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου Β΄ το 1974.
Ο κ. Δένδιας προέβη τότε σε διατυπώσεις οι οποίες είθισται να γίνονται από Ελληνες αξιωματούχους για το Κυπριακό, γι’ αυτό και η επίθεση από την Αγκυρα, που υποστηρίζει πως προκαλεί προβλήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, υποδηλώνει μια προκατάληψη εναντίον του υπουργού Εθνικής Αμυνας, που έχει κάποιες ρίζες.
Είναι δε διπλωματικά ασυνήθιστο, αν όχι απρεπές, εκπρόσωποι ξένης χώρας να επιχειρούν διάκριση μέσα στην κυβέρνηση, καθώς ουσιαστικά παρουσιάζουν τον κ. Δένδια ως αποκλίνοντα μιας, υποτίθεται, κάποιας άλλης διάθεσης που υπάρχει εντός της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
«Λυπούμαστε ειλικρινώς που ο υπουργός Εθνικής Αμυνας, Νίκος Δένδιας, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Κύπρο παρέλειψε να “ευχαριστήσει” τις τουρκικές δυνάμεις εισβολής και κατοχής για τις “υπηρεσίες” τους στην προάσπιση των Αρχών του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη Δημοκρατία», απάντησε το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Αμυνας σε προφανώς ειρωνικό τόνο.
Νωρίτερα το θέμα ξεκίνησε, όταν σε ανακοίνωση του υπουργείου Αμυνας της Τουρκίας διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι ο κ. Δένδιας «κάνει καριέρα δημιουργώντας προβλήματα μεταξύ του τουρκικού και του ελληνικού λαού». Στην ανακοίνωση γίνεται ακόμη λόγος για «χαμηλού επιπέδου, ψευδή και συκοφαντική δήλωση του Ελληνα υπουργού Αμυνας Δένδια, που στοχοποιεί τους Τουρκοκύπριους και τον ηρωικό τουρκικό στρατό». Στη συνέχεια ο κ. Δένδιας καλείται «να εγκαταλείψει τις προσπάθειές του να υπονομεύσει την κοινή θέση των ηγετών των δύο χωρών, η οποία στοχεύει στην προώθηση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας με εποικοδομητικό τρόπο.
Οι προσπάθειες του κ. Δένδια να κάνει πολιτική καριέρα δημιουργώντας προβλήματα μεταξύ του τουρκικού και του ελληνικού λαού δεν θα αποφέρουν κανένα αποτέλεσμα». Κατά τα λοιπά, παρατέθηκαν οι γνωστοί ισχυρισμοί της Αγκυρας ότι «ο τουρκικός στρατός ανέλαβε δράση σύμφωνα με το δικαίωμα της Τουρκίας για εγγύηση που απορρέει από διεθνείς συμφωνίες και έσωσε από μια απόπειρα γενοκτονίας τον τουρκοκυπριακό λαό, ο οποίος υπέστη κάθε είδους διώξεις από την ελληνοκυπριακή πλευρά μεταξύ 1963 και 1974». Και καταλήγουν, ότι «οι Τούρκοι στρατιώτες θα είναι ο εγγυητής της ειρήνης και της ηρεμίας στην Κύπρο στο μέλλον, όπως ήταν στο παρελθόν και το παρόν».
Ολα αυτά συμβαίνουν ενώ η Αγκυρα προετοιμάζει μια τεράστια φιέστα για τα 50 χρόνια από την εισβολή στην Κύπρο. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τουρκικού Τύπου, το αεροπλανοφόρο «TCG Anadolu» και πολλά πολεμικά πλοία του τουρκικού στόλου, όπως φρεγάτες, κορβέτες και αποβατικά θα αποπλεύσουν προς την Κύπρο και θα φτάσουν εκεί πριν από την άφιξη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για να συμμετάσχουν στις «εορταστικές τελετές που θα πραγματοποιηθούν στη βόρεια Κύπρο από τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου».
Σύμφωνα με την εφημερίδα Υeni Safak, ο τουρκικός στόλος θα πραγματοποιήσει επίσημη τελετή στα ανοιχτά της Κύπρου, ενώ παράλληλα τουρκικά αεροσκάφη επίδειξης θα πετούν πάνω από τους αιθέρες της Κύπρου. Τον κ. Ερντογάν θα συνοδεύει ο πρόεδρος του τουρκικού κοινοβουλίου Νουμάν Κουρτουλμούς, πολλά μέλη του υπουργικού συμβουλίου, βουλευτές, αλλά και εκπρόσωποι όλων των κομμάτων. Ο πρόεδρος της Τουρκίας πριν από λίγες ημέρες είχε δηλώσει πως θα ταξιδέψει στην Κύπρο συνοδευόμενος από τον πρόεδρο του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης Ντεβλέτ Μπαχτσελί.
Το χειροφίλημα
Ο κ. Μπαχτσελί προκάλεσε μεγάλες συζητήσεις στην Τουρκία, καθώς την περασμένη Δευτέρα ο αρχηγός των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας, Σουλεϊμάν Καραντενίζ, έσκυψε και του φίλησε το χέρι. Ο πρόεδρος του αντιπολιτευόμενου Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), Οζγκιούρ Οζέλ, αντέδρασε εντονότατα. Μάλιστα, δήλωσε ότι «δεν δεχόμαστε ποτέ κάποιος που πληρώνεται από αυτό το κράτος, που υποτίθεται ότι υπηρετεί ολόκληρο το έθνος, που έχει στολές και εξουσία, να σκύβει για να απευθυνθεί σε ένα μικρό μέρος της πολιτικής σε αυτή τη χώρα και να φιλάει το χέρι».
«Κόκκινο πανί» για την Αγκυρα από το 2021
Του Βασίλη Νέδου
Οι επιθέσεις των τουρκικών Αρχών αλλά και των ΜΜΕ εναντίον του υπουργού Εθνικής Αμυνας Νίκου Δένδια δεν αποτελούν νέο φαινόμενο. Στις 15 Απριλίου 2021, μεσούσης της πολύ σοβαρής ελληνοτουρκικής κρίσης, ο κ. Δένδιας επισκέφθηκε ως υπουργός Εξωτερικών την Αγκυρα και οι κοινές δηλώσεις του με τον τότε ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβούσογλου μετατράπηκαν σε ένα ανθολόγιο αντιπαράθεσης Αθήνας και Αγκυρας. Η επίσκεψη τότε ολοκληρώθηκε ταχύτατα, με την ελληνική αποστολή να επιστρέφει στην Αθήνα με συνοπτικές διαδικασίες. Μετά το συγκεκριμένο περιστατικό ο κ. Δένδιας μετατράπηκε σε «κόκκινο πανί» για την Αγκυρα.
Από την αρχή του πολέμου στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, ο κ. Δένδιας ως υπουργός Εξωτερικών αρχικά και ως υπουργός Εθνικής Αμυνας στη συνέχεια, ουσιαστικά παραλλήλιζε την Τουρκία με την επιτιθέμενη Ρωσία, μιλώντας πάντα επί τη βάσει της αρχής, ότι δηλαδή η Ελλάδα δεν μπορεί να αποδεχθεί την παραβίαση συνόρων. Η συγκεκριμένη σύγκριση προκαλεί, επίσης, διαρκή ενόχληση στην Αγκυρα, ενώ Τούρκοι αξιωματούχοι τον κατηγορούν ότι κινείται με βάση την εσωτερική πολιτική σκηνή. Πιο πρόσφατα, τον Ιανουάριο του 2023, ο κ. Δένδιας, ως ΥΠΕΞ και τότε, με αφορμή την παρενόχληση σκάφους του Λιμενικού από τουρκική ακταιωρό στο Φαρμακονήσι, έστειλε επιστολή στον ύπατο εκπρόσωπο της Ε.Ε. Ζοσέπ Μπορέλ, με την οποία αφενός ενημέρωνε για το περιστατικό, αφετέρου ζητούσε επιβολή ευρωπαϊκών κυρώσεων στην Τουρκία. Και τότε η Αγκυρα είχε αντιδράσει καταγγέλλοντας τον κ. Δένδια. Πάντως ακόμα και στην περίοδο της ύφεσης στο πεδίο, ο κ. Δένδιας έχει διατηρήσει τις επιφυλάξεις του για τον μακροπρόθεσμο χαρακτήρα της θετικής φάσης στα ελληνοτουρκικά. Μάλιστα, με αφορμή την υπόθεση των θαλασσίων πάρκων στο Αιγαίο είχε μιλήσει για διεύρυνση της ατζέντας από πλευράς της Αγκυρας.
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
voulitv3 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή2 weeks agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
#exAformis1 month agoΌταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
-
Off the Record1 month agoΔυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη
-
Off the Record2 weeks agoΗ ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
-
Off the Record1 month agoΠροεδρικές Εκλογές 2028: Τα πρόσωπα, οι ισορροπίες και τα πιθανά σενάρια
-
Off the Record1 month agoΚάλεσαν τον δημιουργό της σημαίας του ψευδοκράτους σε έκθεση στη Λευκωσία
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ2 weeks agoΗ πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
-
voulitv1 month agoΠτΔ: Η Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ ολοκληρώθηκε με ουσιαστικό και παραγωγικό έργο






