MILITAIRE
Η Τουρκία σε τεντωμένο σχοινί: ΗΠΑ, Ρωσία και Ισραήλ πιέζουν
Γράφει ο Λάζαρος Καμπουρίδης Αντιστράτηγος ε.α.

Η εφαρμογή της αμερικανικής στρατηγικής για τον χώρο του Καυκάσου, της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου φέρνει την Τουρκία αντιμέτωπη με ένα σοβαρό στρατηγικό σταυροδρόμι. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καλείται πλέον να εγκαταλείψει την πολιτική της «επιτήδειας ουδετερότητας» που ακολούθησε τα προηγούμενα χρόνια και να επιλέξει προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί, προκειμένου να διαχειριστεί τις κρίσιμες γεωπολιτικές προκλήσεις για τη χώρα του. Από τη μία πλευρά, η ανάγκη προμήθειας αεροσκαφών, το Κουρδικό, οι σχέσεις με το Ισραήλ και οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο· από την άλλη, η Ρωσία, η φθηνή ενέργεια, τα σχέδια ένταξης στην ευρωπαϊκή άμυνα, η κατάσταση της τουρκικής οικονομίας και η αναζήτηση ξένων επενδύσεων.
Η ανάγκη για ξεκάθαρη επιλογή κατεύθυνσης και εγκατάλειψη της ουδετερότητας έγινε ακόμη πιο εμφανής όταν ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έθεσε ευθέως στον Ερντογάν το δίλημμα: «ή με τη Ρωσία ή με τις ΗΠΑ». Το δίλημμα αυτό αναδεικνύεται έντονα καθώς ο Τούρκος Πρόεδρος διαπιστώνει ότι η Τουρκία αδυνατεί να διαδραματίσει τον ρόλο της περιφερειακής δύναμης που προβλέπει το σχέδιο «Αιώνας της Τουρκίας», το οποίο μεταξύ άλλων προωθεί την ιδέα μιας πλήρως ανεξάρτητης τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και στρατηγικής.
Ήδη οι πρώτες κινήσεις προσέγγισης της Άγκυρας προς την Ουάσιγκτον έχουν προκαλέσει εμφανή ενόχληση στη Μόσχα, με τον Βλαντιμίρ Πούτιν να εκδηλώνει ανοιχτά τη δυσφορία του προς τον Ερντογάν. Η σοβαρότερη καμπή στις ρωσοτουρκικές σχέσεις ήρθε στις 8 Δεκεμβρίου 2024 με την ανατροπή του Άσαντ και την επικράτηση του Ατνάμ Αλ Σάρα στη Δαμασκό — προσώπου που θεωρείται πλήρως ευθυγραμμισμένο με την Άγκυρα.
Ακολούθησαν μια σειρά από ρωσικές κινήσεις έκφρασης δυσαρέσκειας. Το τελευταίο διάστημα, ωστόσο, και ιδιαίτερα μετά την επίσκεψη Ερντογάν στον Λευκό Οίκο τον περασμένο Σεπτέμβριο, οι αντιδράσεις της Μόσχας γίνονται ολοένα πιο ευθείες και δημόσιες.
Αρχικά, η ψυχρή χειραψία και σύντομη συνομιλία μεταξύ Πούτιν και Ερντογάν στη Διάσκεψη του Οργανισμού της Σαγκάης (SCO) στην Κίνα τον Σεπτέμβριο αποτέλεσε σαφές μήνυμα. Ακολούθησε το περιστατικό της 5ης Νοεμβρίου με το τουρκικό πλοίο “Seabridge”, που επιχείρησε, μετά από 14 χρόνια, να επαναφέρει τη γραμμή Τραπεζούντα–Σότσι, μεταφέροντας 18 Ρώσους και 2 Τούρκους επιβάτες. Η είσοδός του δεν έγινε δεκτή από τις ρωσικές αρχές, και αφού παρέμεινε τρεις ημέρες εκτός του λιμανιού, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Τουρκία. Στις 17 Νοεμβρίου, ρωσικό drone έπληξε τουρκικής σημαίας πλοίο που μετέφερε 4.000 τόνους υγροποιημένου φυσικού αερίου σε ουκρανικό λιμάνι κοντά στην Οδησσό. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα τουρκικά ΜΜΕ αποσιώπησαν τις παραπάνω ενέργειες, επιχειρώντας να μην αναδειχθεί ένταση στις σχέσεις Άγκυρας–Μόσχας.
Σ’ όλα αυτά προστέθηκαν και οι όροι που έθεσε ο Τραμπ προς την Άγκυρα για απεξάρτηση από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες. Ήδη δύο τουρκικές εταιρείες έχουν περιορίσει τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου, στρεφόμενες σε άλλες αγορές. Το μεγάλο τουρκικό διυλιστήριο STAR, θυγατρική της αζέρικης SOCAR, έχει στραφεί σε μη ρωσικά φορτία αργού, ενώ και η Tupras αυξάνει τις προμήθειές της από εναλλακτικές πηγές.
Η Ρωσία έχει έναν ακόμη λόγο να δυσανασχετεί: την προσπάθεια της Τουρκίας να ενταχθεί στο πρόγραμμα ευρωπαϊκής χρηματοδότησης εξοπλισμών SAFE αλλά και στον ευρωπαϊκό αμυντικό μηχανισμό, που έχει ως στόχο την ανάσχεση της ρωσικής απειλής.
Ο Ερντογάν χρειάζεται την αμερικανική υποστήριξη για να αντιμετωπίσει καθοριστικά ζητήματα στη Μέση Ανατολή, όπως η παρουσία του Ισραήλ στη Συρία και η ακύρωση οποιουδήποτε σχεδίου δημιουργίας αυτόνομου κουρδικού κράτους — ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι Κούρδοι της Rojava απολαύουν την υποστήριξη των ΗΠΑ.
Την ίδια ώρα, ο Τούρκος Πρόεδρος βλέπει να υποχωρεί το όραμα μετατροπής της Τουρκίας σε ενεργειακό κόμβο, παρά τις υποσχέσεις Πούτιν τα προηγούμενα χρόνια. Η κατάσταση επιδεινώνεται περαιτέρω καθώς η αμερικανική στρατηγική στην περιοχή ενισχύει τον ρόλο κρατών που η Άγκυρα θεωρεί αντιπάλους: της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ. Καθίσταται έτσι σαφές ότι η περίοδος της ουδετερότητας για την Τουρκία φτάνει στο τέλος της και ο Ερντογάν θα πρέπει να επιλέξει στρατόπεδο. Όποια επιλογή κι αν κάνει, θα έχει κόστος: η Τουρκία χρειάζεται τις ΗΠΑ για κρίσιμα περιφερειακά ζητήματα, όμως ταυτόχρονα είναι στενά δεμένη με τη Ρωσία μέσω μιας σειράς ενεργειακών συμφωνιών — από τους φθηνούς ρωσικούς υδρογονάνθρακες μέχρι το πυρηνικό εργοστάσιο στο Άκουγιου.
Το βασικό ερώτημα, λοιπόν, είναι για πόσο ακόμη η Άγκυρα θα μπορεί να «κρύβει κάτω από το χαλί» τα ολοένα πυκνότερα μηνύματα δυσαρέσκειας της Μόσχας, ιδιαίτερα εάν αυτά συνεχιστούν, και ποια θα είναι η τελική της αντίδραση.
Δημοσιεύεται στο «ΠΑΡΟΝ της Κυριακής»
Ο Αντιστράτηγος ε.α. Λάζαρος Καμπουρίδης είναι απόφοιτος της Σχολής Εθνικής Άμυνας, κάτοχος MBA από το Nottingham Trend University, πτυχιούχος του Τμήματος Ιστορίας & Εθνολογίας του ΔΠΘ και υποψήφιος Διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου. Διετέλεσε μέλος της Ελληνικής Διπλωματικής Αντιπροσωπείας στην Κωνσταντινούπολη (1995–1999) και Ακόλουθος Άμυνας στην Ελληνική Πρεσβεία στην Άγκυρα, με παράλληλη διαπίστευση στο Μπακού (2013–2017). Είναι συνεργάτης του αμερικανικού ινστιτούτου αναλύσεων «Defense & Foreign Affairs». Αποστρατεύθηκε τον Μάρτιο 2022.
ΠΗΓΗ: MILITAIRE .gr
MILITAIRE
Η τουρκική στρατηγική πίσω από τη «Γαλάζια Πατρίδα» μέσα από τα λόγια του Νταβούτογλου
Μια πρώτη αποτίμηση της συνέντευξης του Αχμέτ Νταβούτογλου στην «Καθημερινή» και των διαχρονικών σταθερών της τουρκικής στρατηγικής σκέψης
Γράφει ο Παναγιώτης Παύλος
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Αχμέτ Νταβούτογλου τοποθετείται δημόσια για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Ίσως, όμως, είναι η πρώτη φορά που το πράττει με τόσο ξεκάθαρο τρόπο, αποκαλύπτοντας ότι ο πυρήνας της τουρκικής στρατηγικής αντίληψης παραμένει αμετάβλητος. Αυτό που έχει διαφοροποιηθεί δεν είναι η ουσία, αλλά η ορολογία με την οποία εκφράζεται.
Η συνέντευξη του πρώην πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας στη σημερινή κυριακάτικη έκδοση της «Καθημερινής» δεν αποκτά ιδιαίτερη αξία επειδή εισάγει νέα στοιχεία στη συζήτηση. Η σημασία της έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι προσφέρει μια σαφή επιβεβαίωση υφιστάμενων θέσεων. Παράλληλα, αποδομεί μια ιδιαίτερα βολική ερμηνεία που έχει επικρατήσει για μεγάλο διάστημα στην Αθήνα: ότι η «Γαλάζια Πατρίδα» αποτελεί είτε μια συγκυριακή υπερβολή είτε ένα επικοινωνιακό σύνθημα που εξυπηρετεί εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες.
Ο άνθρωπος που συγκαταλέγεται στους βασικούς διαμορφωτές της σύγχρονης τουρκικής στρατηγικής σκέψης, μέσα από έργα όπως το «Στρατηγικό Βάθος», δεν απορρίπτει τη «Γαλάζια Πατρίδα». Αντιθέτως, τη διευκρινίζει, την εντάσσει σε ένα ευρύτερο πλαίσιο και τελικά την παρουσιάζει ως μια απολύτως θεμιτή στρατηγική αντίληψη.
«Δεν είναι νόμος», αναφέρει στην «Καθημερινή». «Δεν είναι δόγμα». Τη χαρακτηρίζει ως «εννοιολογική προσέγγιση».
Ωστόσο, ακριβώς σε αυτό το σημείο ανακύπτει η πρώτη ουσιαστική αντίφαση. Μια «εννοιολογική προσέγγιση» που διαπερνά ολόκληρη τη συλλογιστική γύρω από το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και συνολικά τον ρόλο της Τουρκίας στον θαλάσσιο χώρο, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί απλώς ουδέτερη περιγραφή. Εάν πράγματι δεν συνιστά δόγμα, τότε γιατί αποτελεί τη βάση όλων των βασικών στρατηγικών παραδοχών της Άγκυρας απέναντι στην Ελλάδα; Και αν δεν αποτελεί πολιτική κατεύθυνση, γιατί επηρεάζει καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία αντιλαμβάνεται τη θέση της στο Αιγαίο, στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο;
Η νέα συνέντευξη και η αποπολιτικοποίηση του πολιτικού
Η πρόσφατη παρέμβαση του Νταβούτογλου επιχειρεί ουσιαστικά να απογυμνώσει από το πολιτικό της περιεχόμενο μια έννοια που λειτουργεί κατεξοχήν ως πολιτικό εργαλείο. Η προσέγγιση αυτή διατρέχει ολόκληρη τη συνέντευξη.
Σε όλη τη διάρκειά της, ο Νταβούτογλου επαναλαμβάνει ότι η Τουρκία είναι «ναυτικό κράτος» — μια προσέγγιση που εντάσσεται σε μια σύγχρονη γεωπολιτική κατασκευή και δεν αποτυπώνει πλήρως την ιστορική πολυπλοκότητα ενός θαλάσσιου χώρου όπου η ελληνική ναυτική παρουσία υπήρξε διαχρονικά κυρίαρχη και καθοριστική. Παράλληλα, κάνει λόγο για «θαλάσσια πατρίδα» και υποστηρίζει ότι η Τουρκία δεν μπορεί να αποδεχθεί περιορισμούς στην πρόσβασή της τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Γεωγραφία και Διεθνές Δίκαιο
Στη συλλογιστική του Νταβούτογλου, η αφετηρία δεν είναι το διεθνές δίκαιο αλλά η γεωγραφία. Δεν είναι οι διεθνείς συνθήκες αλλά οι ακτογραμμές. Δεν είναι το υφιστάμενο νομικό καθεστώς, αλλά η γεωπολιτική αναγκαιότητα όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από την Τουρκία.
Ακριβώς εκεί εντοπίζεται και η βασική διαφορά. Ο Νταβούτογλου δεν επιχειρεί να αποδείξει ότι οι τουρκικές θέσεις εδράζονται στο διεθνές δίκαιο. Αντιθέτως, μεταφέρει το επίκεντρο της συζήτησης από τη νομική διάσταση στη γεωπολιτική λογική. Η μετατόπιση αυτή δεν είναι απλώς μια ρητορική επιλογή, αλλά αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό της τουρκικής προσέγγισης.
Το «κοινό Αιγαίο»
Η πιο χαρακτηριστική αποτύπωση αυτής της λογικής βρίσκεται στην αναφορά του σε ένα «κοινό Αιγαίο», μια διατύπωση που ο διευθυντής της «Καθημερινής» —και προς τιμήν του— ανέδειξε σε κεντρικό τίτλο, πιθανότατα με την προσδοκία να συμβάλει σε έναν ευρύτερο προβληματισμό στην Αθήνα.
Σε πρώτη ανάγνωση, η φράση αυτή μοιάζει συναινετική. Στην πραγματικότητα, όμως, μετατοπίζει πλήρως το πλαίσιο της συζήτησης: από το ζήτημα των κυριαρχικών δικαιωμάτων προς το ζήτημα της συνδιαχείρισης. Από το ερώτημα «σε ποιον ανήκει τι» στο ερώτημα «πώς θα το διαχειριστούμε από κοινού». Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές αφετηρίες και αντιλήψεις.
Η ρητορική της συμμετρίας
Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται και ένα ακόμη στοιχείο που συχνά παραβλέπεται στον δημόσιο διάλογο. Η αντίληψη περί «κοινού θαλάσσιου χώρου» δεν περιορίζεται μόνο στην τουρκική επιχειρηματολογία. Συναντάται, με διαφορετικές επιδιώξεις, και σε τμήμα του ελληνικού δημόσιου λόγου, καθώς και σε θέσεις εκπροσώπων του πολιτικού χώρου που υποστηρίζει τον κατευνασμό. Εκφράσεις όπως «θάλασσα που ενώνει», «θάλασσα που μοιραζόμαστε» ή «οι δύο πλευρές του Αιγαίου» αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας προσέγγισης που επιχειρεί να αποφορτίσει το γεωγραφικό και πολιτικό βάρος του ζητήματος.
Παρά τη φαινομενική σύγκλιση στη χρήση των όρων, υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά: άλλο πράγμα είναι η συνεργασία μεταξύ κυρίαρχων κρατών και άλλο η εξίσωση διαφορετικών κυριαρχικών καθεστώτων. Στο πλαίσιο αυτό, η συνέντευξη Νταβούτογλου οικοδομεί συστηματικά μια εικόνα συμμετρίας: δύο πλευρές, δύο κράτη, δύο ισότιμοι δρώντες και ένα κοινό Αιγαίο.
12 ναυτικά μίλια και στρατηγική αντίληψη
Η συμμετρία αυτή δεν αποτελεί ουδέτερη αποτύπωση της πραγματικότητας. Αντιθέτως, συνιστά μια σαφή πολιτική επιλογή, η οποία μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο του δικαίου στο επίπεδο της διαπραγμάτευσης.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι αναφορές του πρώην Τούρκου πρωθυπουργού στα 12 ναυτικά μίλια, τις οποίες συνοδεύει, κατά τον αρθρογράφο, με ανακριβείς ισχυρισμούς.
Ο Νταβούτογλου, όπως συνολικά και η τουρκική πλευρά, δεν αντιμετωπίζει το δικαίωμα επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων ως ζήτημα εφαρμογής του Δικαίου της Θάλασσας. Το προσεγγίζει ως μια εξέλιξη με γεωπολιτικές συνέπειες που η Τουρκία θεωρεί ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί. Η διαφοροποίηση αυτή δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας· είναι απολύτως θεμελιώδης.
Οι Διερευνητικές Επαφές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τμήμα της συνέντευξης που αφορά τις Διερευνητικές Επαφές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, όπου γίνεται αναφορά σε «ιδιωτικές συνομιλίες», «χάρτες» και «προσδιορισμένα δικαιώματα».
Ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να ερμηνευθούν οι συγκεκριμένες αναφορές, το γεγονός ότι προέρχονται από έναν πρώην πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το εύρος και το περιεχόμενο αυτών των διαδικασιών. Παράλληλα, επαναφέρει τη συζήτηση για το πώς παρουσιάστηκαν στην ελληνική κοινή γνώμη, ενισχύοντας τις επισημάνσεις αναλυτών που επί χρόνια κάνουν λόγο για στοιχεία μυστικής διπλωματίας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Κυπριακό και περιφερειακή αρχιτεκτονική
Στο Κυπριακό, η συνέχεια της τουρκικής στρατηγικής σκέψης εμφανίζεται εξίσου ευδιάκριτη.
Η επιμονή του Νταβούτογλου στη «φιλοσοφία του Σχεδίου Ανάν» δεν αφορά απλώς μια αναδρομή στο παρελθόν. Αντανακλά τη διατήρηση μιας συγκεκριμένης προσέγγισης για τη λύση του Κυπριακού, παρά το γεγονός ότι το σχέδιο απορρίφθηκε το 2004.
Ακόμη και η κριτική που ασκεί στη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ εντάσσεται στο ίδιο σκεπτικό: την απόρριψη μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής στην οποία η Τουρκία δεν κατέχει κεντρικό ρόλο.
Εν κατακλείδι
Το γενικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ξεκάθαρο. Ο Νταβούτογλου δεν παρουσιάζει μια νέα στρατηγική προσέγγιση. Περιγράφει τη συνέχεια και την ουσία μιας ήδη διαμορφωμένης στρατηγικής αντίληψης.
Ίσως αυτό να αποτελεί και το σημαντικότερο στοιχείο της συνέντευξης: η εντυπωσιακή σταθερότητα μιας στρατηγικής θεώρησης που διατηρείται ανεξάρτητα από πρόσωπα, κυβερνήσεις και πολιτικές συγκυρίες.
Η σημασία της συνέντευξης δεν έγκειται στο αν οι θέσεις που διατυπώνονται γίνονται αποδεκτές ή απορρίπτονται. Βρίσκεται στο γεγονός ότι συγκροτούν ένα συνεκτικό και διαχρονικό πλαίσιο σκέψης.
Αυτή ακριβώς η συνέπεια υπενθυμίζει κάτι που συχνά απουσιάζει από την ελληνική προσέγγιση: ότι η τουρκική στρατηγική αντίληψη δεν λειτουργεί αποσπασματικά ή ευκαιριακά. Διατηρεί συνέχεια και διάρκεια. Για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα παροδικό ή συγκυριακό φαινόμενο.
ΠΗΓΗ :MILITAIRE .GR
MILITAIRE
Γιατί η Τουρκία φέρνει τώρα το νόμο για τη «Γαλάζια Πατρίδα»….
Γιατί ο Τουρκικός νόμος για τη “Γαλάζια Πατρίδα — αλλά κυρίως γιατί τώρα;
Η ουσία δεν είναι ο ίδιος ο νόμος, αλλά το γεγονός ότι η μέχρι πρότινος «αφηρημένη» και σχεδόν μεταφυσική έννοια της Γαλάζιας Πατρίδας παύει να είναι σύνθημα καφενείου, powerpoint αποστράτων ή ιδεολογικό φετίχ συγκεκριμένων κύκλων στην Άγκυρα. Αποκτά θεσμική και νομική υπόσταση. Και αυτό ναι, έχει τη σημασία του. Γιατί από τη στιγμή που ένα αναθεωρητικό δόγμα περνά στη νομοθεσία, παύει να είναι απλή ρητορική. Μετατρέπεται σε κρατική γραμμή με διάρκεια, συνέχεια και πολιτική υποχρέωση υπεράσπισης από τις επόμενες γενιές Τούρκων πολιτικών, διπλωματών και στρατιωτικών.
Με απλά λόγια: η Τουρκία δεν «λέει» πλέον τι θέλει. Το κατοχυρώνει.Και όχι, δεν είναι «για εσωτερική κατανάλωση». (Το ακούσαμε κι αυτό). Ούτε πρόκειται απλώς για μια ακόμα προσπάθεια ανανέωσης της τουρκικής παρουσίας στο Αιγαίο.
Ας μη χαϊδεύουμε αυτιά.
Πρόκειται για πακέτο θεσμοποίησης του τουρκικού αναθεωρητισμού με τον πλέον επίσημο τρόπο. Ένα πολιτικο-νομικό πλαίσιο που δηλώνει ξεκάθαρα πως η Άγκυρα βλέπει το μέλλον της ως δύναμη αναθεώρησης συνόρων, ισορροπιών και διεθνών κανόνων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Συνιστά κλιμάκωση; Προφανώς.Και στο ερώτημα «γιατί τώρα;», ας προσπαθήσουμε —έστω για λίγο— να δούμε τον χάρτη με τουρκικά μάτια:
– Διεθνές περιβάλλον χαοτικό και απορροφημένο σε Ουκρανία, Γάζα και Ιράν.
– Ελληνικό πολιτικό σύστημα σε φάση εσωτερικής φθοράς, σκανδάλων και σεναρίων πρόωρων εκλογών.
– Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις σε περίοδο θορυβώδους και αμφιλεγόμενης αναδιοργάνωσης υπό την «Ατζέντα 2030».
– Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό σε ανοδική τροχιά, αλλά ακόμη σε μεταβατική φάση. Οι FDI έρχονται, οι Bergamini συζητούνται, αλλά μία μόνο FDI δεν αλλάζει τις ισορροπίες σε περίπτωση πραγματικής κρίσης και στρατιωτικής εμπλοκής.
– Και τέλος, ένα ελληνικό πολιτικό και ακαδημαϊκό κατεστημένο που εδώ και χρόνια αντιμετωπίζει κάθε συζήτηση αποτροπής σχεδόν ως ψυχολογική διαταραχή. «Μα πόλεμο θέλετε;»
Όλα τα παραπάνω συνθέτουν —κατά τη φτωχή και ταπεινή μου άποψη— ένα εξαιρετικά εύφλεκτο περιβάλλον.Και κάτι τελευταίο: σε όσους πιστεύουν πως η Τουρκία θα “επιτεθεί” πρώτη κάνοντας πράξη το “casus belli”. Δεν θα γίνει έτσι ακριβώς, αλλά μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες και καταστάσεις, που θα υποχρεώσουν εμάς να αντιδράσουμε βίαια -αν θέλουμε- γιατί άλλος τρόπος “πολιτισμένος” για την υπεράσπιση εθνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν θα υπάρχει.
Αν θέλουμε.
Γράφει ο
MILITAIRE
Σχέδιο πολέμου 100 ημερών από τις ΗΠΑ – Στο τραπέζι η συμμετοχή των Κούρδων
Η Κεντρική Διοίκηση των Ηνωμένων Πολιτειών έχει ζητήσει από το Πεντάγωνο την αποστολή επιπλέον αξιωματικών στρατιωτικών πληροφοριών στην έδρα της στην Τάμπα της Φλόριντα, προκειμένου να ενισχυθεί η διαχείριση των πολεμικών επιχειρήσεων για ακόμη 100 ημέρες.
Οι εκτιμήσεις αναφέρουν ότι το κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν ξεπερνά το 1 δισεκατομμύριο δολάρια ημερησίως για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, δυτικές πηγές σημειώνουν ότι ο Λευκός Οίκος εξετάζει το ενδεχόμενο εμπλοκής των Κούρδων στον πόλεμο κατά του Ιράν. Οι Κούρδοι έχουν ήδη ζητήσει στρατιωτική στήριξη από τις ΗΠΑ, ενώ συνεχίζονται οι συζητήσεις για πιθανή συνδρομή της CIA στην προμήθεια οπλισμού. Την ίδια στιγμή, Ιρακινοί ηγέτες στο Ερμπίλ και τη Βαγδάτη βρίσκονται τις τελευταίες ημέρες σε επαφή με την κυβέρνηση Τραμπ.
Στόχος των κινήσεων αυτών φαίνεται να είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για μια ενδεχόμενη εξέγερση των Ιρανών πολιτών εναντίον του ισλαμικού καθεστώτος.
ΠΗΓΗ: MILITAIRE .gr
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ3 weeks agoΒουλευτικές εκλογές 2026 – Αναλυτικά αποτελέσματα και κατανομή εδρών
-
Off the Record4 weeks agoΟ Φούλης εν όπως τον σκαλαπούνταρο… εδείχτηκεν τους ούλλους!
-
Βουλευτικές Εκλογές 20264 weeks agoΌσα πρέπει να ξέρετε πριν ψηφίσετε!
-
Βουλευτικές Εκλογές 20261 month agoΦ. Παναγιώτου: «Στόχος μας μια νέα, πιο σύγχρονη και άμεση δημοκρατία»
-
EKLOGES20263 weeks agoΒουλευτικές Εκλογές 2026 – Ζωντανή Αναμετάδοση Αποτελεσμάτων από το ΡΙΚ
-
Βουλευτικές Εκλογές 20261 month agoΜε μία κενή θέση στο ψηφοδέλτιό του ως ένδειξη τιμής για τον Ανδρέα Νεοφύτου, το ΚΕΚΚ κατέρχεται με 55 υποψηφίους
-
Βουλευτικές Εκλογές 20264 weeks agoΣάλος από πρόταση υποψήφιου του ΕΛΑΜ για παρακολούθηση κομμάτων
-
Βουλευτικές Εκλογές 20264 weeks agoΤι δεν επιτρέπεται από την Παρασκευή μέχρι την ημέρα των εκλογών
-
EKLOGES20263 weeks agoEKLOGES2026 – H τελική της προεκλογικής περιόδου με χιούμορ! | Παρασκευή 22/05 στις 7μμ
-
THE DUEL - VouliTV LIVE DEBATE1 month agoTHE DUEL «ΕΛΑΜ vs ΑΛΜΑ», Σάββατο 02/05 στις 5μμ

