ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΚΕ για Πρόεδρο: Δεν θα εμπλακεί στη διαφορά Γενικού Εισαγγελέα – Γενικού Ελεγκτή
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν πρόκειται να εμπλακεί στη διαφορά μεταξύ του Γενικού Εισαγγελέα και του Γενικού Ελεγκτή, όπως ανέφερε την Παρασκευή ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης.
Σε δηλώσεις του στους δημοσιογράφους, στο Προεδρικό Μέγαρο, και ερωτηθείς για τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας αναφορικά με τη σύγκρουση του Γενικού Εισαγγελέα με τον Γενικό Ελεγκτή, δεδομένης και της θέσης του για μεταρρυθμίσεις σε σχέση με τους θεσμούς αυτούς, ο Εκπρόσωπος είπε ότι «υπάρχει μια σοβαρή σύγκρουση μεταξύ κορυφαίων ανεξάρτητων θεσμών η οποία οδηγείται στο συνταγματικά αρμόδιο Όργανο, για να εξεταστεί». Πρόσθεσε ότι αυτή είναι πλέον η δεδηλωμένη απόφαση της πλευράς που αιτείται.
«Με δεδομένο το συνταγματικό πλαίσιο το οποίο οι θεσμοί και η εκτελεστική εξουσία οφείλουν να σέβονται δεν πρόκειται να εμπλακεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε αυτή τη διαφορά», σημείωσε.
Πρόσθεσε ότι υπάρχει διάκριση εξουσιών, η δικαιοσύνη θα κρίνει και η απόφαση της θα είναι απόλυτα σεβαστή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Σε ό,τι αφορά τις εξαγγελίες του Προέδρου της Δημοκρατίας για θεσμικές μεταρρυθμίσεις, ο Εκπρόσωπος ανέφερε ότι η βούληση της Κυβέρνησης για την υλοποίηση θεσμικών μεταρρυθμίσεων που στόχο έχουν τον εκσυγχρονισμό του κράτους, είναι δεδηλωμένη και εντάσσεται στην υλοποίηση ενός φιλόδοξου προγράμματος διακυβέρνησης.
Ανέφερε ακόμα ότι αυτές στοχεύουν σε αυτό που έχει πει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επανειλημμένως, δηλαδή στον εκσυγχρονισμό αυτών των θεσμών, έτσι ώστε, μετά από δεκαετίες που δεν έχουν εκσυγχρονιστεί, να γίνουν ακόμη πιο αποτελεσματικοί.
Τόνισε ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές ασφαλώς, δεν σχετίζονται ούτε με πρόσωπα ούτε με τις παρούσες συνθήκες, αφού ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει αναφερθεί σε αυτές τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις στις 29 Ιανουαρίου.
Κατατέθηκε η αίτηση για απόλυση του Γενικού Ελεγκτή
Στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο παραπέμφθηκαν τα ζητήματα που υπάρχουν και ταλανίζουν για μεγάλο χρονικό διάστημα την ομαλή λειτουργία δυο κορυφαίων θεσμών. Της Νομικής Υπηρεσίας και Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Το πρωί Παρασκευής οι δικηγόροι της πλευράς του Γενικού και Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, Ντίνος Καλλής και Λέανδρος Παπαφιλίππου, κατέθεσαν στο πρωτοκολλητείο του Ανώτατου Δικαστηρίου αίτηση για παύση του Γενικού Ελεγκτή Οδυσσέα Μιχαηλίδη.
Στην αίτηση που κατατέθηκε περιγράφονται γεγονότα που κατά την άποψη της ηγεσίας της Νομικής Υπηρεσίας έχουν προκαλέσει προβλήματα στο έργο της Νομικής Υπηρεσίας και που δικαιολογούν την παύση του Γενικού Ελεγκτή. Η εκδίκαση της αίτησης απόλυσης του Γενικού Ελεγκτή θα πραγματοποιηθεί από εννέα δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου και θα είναι παρόμοια με αυτή του Ρίκκου Ερωτοκτρίτου, όπως ανάφερε στην «ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΕΙΔΗΣΕΩΝ» του ΣΠΟΡ FM ο νομικός Ρίκκος Μαππουρίδης. Όπως έχει γίνει γνωστό, την πλευρά του Γενικού Ελεγκτή ενώπιον του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου θα αναλάβει να εκπροσωπήσει η ομάδα δικηγόρων που εκπροσώπησαν τον τέως Γενικό Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη (Τζο Τριανταφυλλίδης, και Χρίστος Κληρίδης) στην δικαστική διαδικασία απόλυσης του τότε Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα Ρίκκου Ερωτοκρίτοιυ με την προσθήκη του δικηγόρου Πάμπου Ιωαννίδη.
Η ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας
O Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Γιώργος Λ. Σαββίδης καταχώρισε σήμερα στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ενεργώντας ως Συμβούλιο, αίτηση, δυνάμει προνοιών του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, για απόλυση του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας κ. Οδυσσέα Φ. Μιχαηλίδη, λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς.
Τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως Αιτητή στην εν λόγω διαδικασία εκπροσωπούν τα δικηγορικά γραφεία Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ και Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ.
Η Αίτηση καταχωρίσθηκε ακολουθώντας τις σχετικές συνταγματικές πρόνοιες με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και για να αξιολογηθούν τα δεδομένα από το Συμβούλιο, ως το μόνο αρμόδιο για να αποφασίσει, εάν ο κ. Οδυσσέας Μιχαηλίδης είναι υπόλογος ανάρμοστης συμπεριφοράς, η οποία θα έχει ως συνέπεια την απόλυσή του από τη θέση του.
Πρώτη αντίδραση Οδυσσέα: «Από σήμερα θα μιλούν οι μάρτυρες»
«Από σήμερα θα μιλούν οι μάρτυρες, τα στοιχεία και τα έγγραφα και τον τελικό λόγο θα έχει η δικαιοσύνη», αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο Γενικός Ελεγκτής Οδυσσέας Μιχαηλίδης, μετά την καταχώρηση αίτησης για απόλυσή του στο Ανώτατο Δικαστήριο από τους δικηγόρους του Γενικού και Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Όπως αναφέρει στην ανακοίνωσή του «είναι η ειλικρινής πεποίθησή μου ότι τα στοιχεία είναι συντριπτικά υπέρ μου και ότι το αισθητήριο της κοινωνίας θα αποδειχθεί ορθό. Από πλευράς μου, θα κάνω ότι είναι δικονομικά δυνατό ώστε η υπόθεση να φθάσει μέχρι το τέλος για να λάμψει η αλήθεια». Προσθέτει ότι «ταυτόχρονα με την πιο πάνω επίθεση, η Υπηρεσία μας θα αποκρούσει τους σχεδιασμούς της Κυβέρνησης για δήθεν εκσυγχρονισμό. Όπως προκύπτει, θα έχουμε ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουμε δύο μέτωπα της Κυβέρνησης και της Νομικής Υπηρεσίας. Ευτυχώς, το Σύνταγμα, το δίκαιο και η αλήθεια είναι ισχυρότατοι σύμμαχοι. Για αυτό ούτε φοβάμαι, ούτε και ανησυχώ».
Αυτούσια η ανακοίνωση
Στις 20 Μαΐου 2023 δημοσιογραφική ιστοσελίδα αποκάλυψε καταγγελία που είχε διαβιβαστεί στην Υπηρεσία μας σχετικά με κατ’ ισχυρισμό κατάχρηση εξουσίας από τον Βοηθό Γενικού Εισαγγελέα ως προς την αναστολή ποινικών διώξεων του κοινού ποινικού κώδικα. Η μία εξ αυτών αφορούσε την ενέργεια του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα να απαλλάξει από ποινική δίωξη πρώην πελάτη του και νυν πελάτη του πρώην δικηγορικού γραφείου του, στο οποίο μάλιστα εξακολουθεί να εργάζεται η σύζυγός του. Το βράδυ της ίδιας ημέρας το ΡΙΚ έκανε ρεπορτάζ για το ίδιο θέμα και μας ζήτησε σχόλια. Επιβεβαιώσαμε απλώς ότι λάβαμε την καταγγελία και ότι τη διαβιβάσαμε στην Αρχή κατά της Διαφθοράς.
Την επόμενη ημέρα 21.5.2023 ο Βοηθός Γενικού Εισαγγελέα προδιάγραψε τα αντίποινα που σκόπευε να λάβει η Υπηρεσία του αφού, εν είδει απειλής, έκανε αναφορά σε «εσκεμμένη προσπάθεια στοχοποίησης», «επικίνδυνη συμπεριφορά» και «αυθαιρεσία και κακοπιστία», στα οποία πρέπει να «δοθεί ένα τέλος».
Στις 23.5.2023 ο Γενικός Εισαγγελέας κατηγόρησε τη «λαλίστατη» Ελεγκτική Υπηρεσία ότι με στοχευμένο τρόπο λασπολογεί και δημιουργεί μέχρι και δολοφονία χαρακτήρων και συνειδήσεων, και προανήγγειλε και εκείνος ότι «είναι μία κατάσταση η οποία πρέπει να σταματήσει». Αν δεν αποδείξει τις καταγγελίες είπε, «πρέπει να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει και τις συνέπειες». Τις ίδιες απειλές επανέλαβε ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας στις 7 Σεπτεμβρίου 2023, κάνοντας αναφορά σε παύση, και πολύ πρόσφατα ο Βοηθός Γενικού Εισαγγελέα σε συνέντευξη του σε εφημερίδα.
Η υλοποίηση των αντιποίνων δρομολογήθηκε εδώ και μήνες και τώρα μπαίνει στην τελική της φάση με την καταχώρηση σήμερα αίτησης για την παύση μου από τη θέση του Γενικού Ελεγκτή για δήθεν ανάρμοστη συμπεριφορά. Το δίδυμο της Νομικής Υπηρεσίας πιστεύει ότι αυτός είναι ο τρόπος να με εκδικηθεί, τόσο για το γεγονός ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία διαβίβασε στην Αρχή τις συγκεκριμένες καταγγελίες, καθώς επίσης και άλλες καταγγελίες που εκκρεμούν, αλλά και για άλλα ευρήματα της Υπηρεσίας μας.
Οι ανυπόστατες κατηγορίες που οι επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας εκτοξεύουν με κάθε ευκαιρία εναντίον μου και εναντίον της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, επιτέλους θα μπορούν να τύχουν απάντησης ενώπιον ανεξάρτητων και αδέκαστων κριτών και συγκεκριμένα ενώπιον του Συμβουλίου.
Ένα είναι το βέβαιο. Η διαδικασία που ξεκίνησε σήμερα θα φέρει την κάθαρση και θα δοθεί η ευκαιρία να διαφανεί αυτός του οποίου η συμπεριφορά είναι ανάρμοστη, δηλαδή τόσο κακή, τόσο μεμπτή, ώστε να καθιστά το πρόσωπο που είναι υπόλογο γι’ αυτήν, ανίκανο να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του αξιώματος του ή να δημιουργεί, ευλόγως, αμφιβολίες σε τρίτους, αντικειμενικά κρίνοντες, ως προς την καταλληλότητα του να ασκεί τα καθήκοντα του αξιώματος του κατά τρόπο έντιμο, ορθό και εξυπηρετούντα το δημόσιο συμφέρον, το οποίον το αξίωμα προορίζεται να εξυπηρετεί.
Από σήμερα θα μιλούν οι μάρτυρες, τα στοιχεία και τα έγγραφα και τον τελικό λόγο θα έχει η δικαιοσύνη. Είναι η ειλικρινής πεποίθησή μου ότι τα στοιχεία είναι συντριπτικά υπέρ μου και ότι το αισθητήριο της κοινωνίας θα αποδειχθεί ορθό. Από πλευράς μου, θα κάνω ότι είναι δικονομικά δυνατό ώστε η υπόθεση να φθάσει μέχρι το τέλος για να λάμψει η αλήθεια.
Ταυτόχρονα με την πιο πάνω επίθεση, η Υπηρεσία μας θα αποκρούσει τους σχεδιασμούς της Κυβέρνησης για δήθεν εκσυγχρονισμό. Όπως προκύπτει, θα έχουμε ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουμε δύο μέτωπα της Κυβέρνησης και της Νομικής Υπηρεσίας. Ευτυχώς, το Σύνταγμα, το δίκαιο και η αλήθεια είναι ισχυρότατοι σύμμαχοι. Για αυτό ούτε φοβάμαι, ούτε και ανησυχώ. Άλλωστε, όπως γλαφυρά εξήγησε ο Ανδρέας Κάλβος, «όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας, ας έχωσι. Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία».
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΕρντογάν για Κύπρο: «Δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα» – Γιατί φοβάται ένα μικρό νησί;
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΤέλος εποχής για τον Κιρ Στάρμερ – Παραιτήθηκε από πρωθυπουργός
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
voulitv3 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΓκιουλέρ: «Παράνομη η συμφωνία Γαλλίας – Κυπριακής Δημοκρατίας για την Ανατολική Μεσόγειο»
-
#exAformis1 month agoΌταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΝέα εξέλιξη στην υπόθεση Αριστοτέλους – Το Υπουργικό εισηγείται εκ νέου διαθεσιμότητα
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΑΚΕΛ και VOLT καλούν σε κινητοποίηση για το πόρισμα «Κράτος-Μαφία»
-
MILITAIRE1 month agoΟ μέγας Εθνικός Κίνδυνος για το Κυπριακό
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΣυνεδριάζει το νέο Εθνικό Συμβούλιο – Δεν παρίσταται ο Νίκος Αναστασιάδης






