Ποιος έπαιξε τον ρόλο του Αγαμέμνονα στη περίπτωση της θυσίας της Αννίτας και τελικά θα φυσήξει ούριος άνεμος;
- Η απόσυρση της Αννίτας Δημητρίου: Απέτρεψε μια μετωπική σύγκρουση στον ΔΗΣΥ, αλλά άφησε ανοικτό το ερώτημα για το πώς οδηγήθηκε σε αυτή την απόφαση.
- Η επόμενη μέρα του ΔΗΣΥ: Η κρίση δεν τελείωσε. Μεταφέρεται πλέον στη μάχη για το ποιος θα καθορίσει την πολιτική φυσιογνωμία και την προεδρική επιλογή της παράταξης.
- Το ζήτημα της πολιτικής ισχύος: Η νυν πρόεδρος αποσύρθηκε, ενώ ο τέως πρόεδρος παρέμεινε στη διεκδίκηση, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για τις πραγματικές ισορροπίες στο κόμμα.
- Η κρίση πολιτικού πολιτισμού: «Προδοσίες», παρασκήνιο, προσωπικές αιχμές, πιέσεις και «κηδεμόνες» δείχνουν μια πολιτική αντιπαράθεση που ξεπερνά πλέον τα όρια της σκληρής πολιτικής διαφωνίας.
Η Αννίτα Δημητρίου έκανε πίσω και ο ΔΗΣΥ απέφυγε, προς το παρόν, μια μετωπική σύγκρουση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποκαταστάθηκε η εσωκομματική ομαλότητα. Αντίθετα, ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα άφησε πίσω του ένα δύσκολο ερώτημα: ποιος καθορίζει σήμερα το παιχνίδι στον Δημοκρατικό Συναγερμό;
Η πολιτική εικόνα είναι απλή. Η νυν πρόεδρος αποσύρθηκε από τη διεκδίκηση του χρίσματος, ενώ ο τέως πρόεδρος παρέμεινε. Προηγήθηκαν δημόσιες παρεμβάσεις, αιχμές, καταγγελίες, συναντήσεις και έντονο παρασκήνιο. Γι’ αυτό και η απόφαση της Αννίτας δεν μπορεί να εξεταστεί μόνο ως πράξη «ενότητας», χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που την προκάλεσαν.
Η απόφαση της Αννίτας
Η Αννίτα Δημητρίου επέλεξε να μην οδηγήσει τον ΔΗΣΥ σε μια εσωκομματική αναμέτρηση με τον Αβέρωφ Νεοφύτου, η οποία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σύγκρουση χωρίς εύκολη επιστροφή. Υπό αυτή την έννοια, η απόφασή της έχει πολιτική λογική και ενδεχομένως προστατεύει τόσο την ίδια όσο και την παράταξη από έναν νέο βαθύ διχασμό.
Το πρόβλημα βρίσκεται στη διαδρομή που προηγήθηκε. Η αρχική αντίδραση της ηγεσίας στην ανακοίνωση Αβέρωφ ήταν η υποψηφιότητα Αννίτας και η επιτάχυνση των εσωκομματικών διαδικασιών. Στη συνέχεια τα χρονοδιαγράμματα χαλάρωσαν και τελικά η ίδια η πρόεδρος απέσυρε το ενδιαφέρον της, μετά από ημέρες δημόσιας αντιπαράθεσης και έντονων παρασκηνιακών διεργασιών.
Αυτή είναι και η πολιτική αντίφαση που δύσκολα παρακάμπτεται: δεν έκανε πίσω ο τέως πρόεδρος για να διευκολύνει τη νυν πρόεδρο, αλλά η νυν πρόεδρος για να αποφευχθεί η σύγκρουση με τον τέως. Η εξέλιξη αυτή δεν ακυρώνει το επιχείρημα περί ενότητας, αλλά αναπόφευκτα δημιουργεί ερωτήματα για τις πραγματικές ισορροπίες ισχύος μέσα στον ΔΗΣΥ.
Ποιος έχει τον πρώτο λόγο;
Μέχρι πρόσφατα, η εικόνα που εξέπεμπε η παράταξη ήταν ότι η πρόεδρος έχει τον πρώτο λόγο και, εφόσον επιθυμεί να διεκδικήσει την Προεδρία της Δημοκρατίας, θα αποτελούσε την προφανή επιλογή του κόμματος. Η εξέλιξη των τελευταίων ημερών ανέτρεψε αυτή την εικόνα και επανέφερε στο προσκήνιο τον Αβέρωφ Νεοφύτου ως καθοριστικό παράγοντα των εξελίξεων.
Το πραγματικό ερώτημα της επόμενης ημέρας, συνεπώς, δεν περιορίζεται στο ποιος θα πάρει τελικά το χρίσμα. Αφορά το ποιος διαθέτει την πολιτική ισχύ να καθορίζει την πορεία της παράταξης. Και αν για να αποφευχθεί η εσωκομματική σύγκρουση χρειάστηκε να αποχωρήσει η ίδια η πρόεδρος από τη διεκδίκηση, τότε ο ΔΗΣΥ οφείλει κάποια στιγμή να απαντήσει πού βρίσκεται το πραγματικό κέντρο αποφάσεων.
Η επόμενη μέρα δεν θα είναι ήρεμη
Η απόσυρση της Αννίτας δεν τελειώνει την εσωκομματική συζήτηση. Υπάρχει ο Ιωνάς Νικολάου, υπάρχει ο Γιώργος Παμπορίδης, υπάρχουν διαφορετικά κέντρα επιρροής και μια μεγάλη κομματική βάση που θα κληθεί να τοποθετηθεί. Το διακύβευμα, μάλιστα, είναι μεγαλύτερο από την επιλογή ενός υποψηφίου για το 2028.
Ο ΔΗΣΥ καλείται να αποφασίσει ποιος θέλει να είναι πολιτικά. Θα επιστρέψει σε μια προηγούμενη περίοδο, θα επενδύσει στην ανανέωση ή θα συνεχίσει να ισορροπεί ανάμεσα σε διαφορετικές γενιές, προσωπικές στρατηγικές και κέντρα εξουσίας; Η αποχώρηση μιας υποψηφιότητας δεν δίνει απάντηση. Απλώς μεταθέτει τη συζήτηση για αργότερα.
Οι «κηδεμόνες» και το παρασκήνιο
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η ειρωνική αναφορά του Γιώργου Παμπορίδη ότι «φαίνεται πως ο καθένας θέλει τον κηδεμόνα του στις συναντήσεις» αποτυπώνει μια άλλη διάσταση της υπόθεσης. Πίσω από την ατάκα υπάρχει ένα ουσιαστικό ερώτημα για το ποιοι συμμετέχουν στις κρίσιμες πολιτικές διαβουλεύσεις, με ποια ιδιότητα και με ποια πραγματική επιρροή στις αποφάσεις.
Οι διαβουλεύσεις και οι συμβιβασμοί αποτελούν μέρος της πολιτικής. Το πρόβλημα αρχίζει όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι οι αποφάσεις δεν διαμορφώνονται μέσα από καθαρές πολιτικές διαδικασίες, αλλά μέσα από προσωπικές παρεμβάσεις, παρασκηνιακές συναντήσεις και πιέσεις. Τότε τα όρια ανάμεσα στην πολιτική συνεννόηση και στην επιβολή γίνονται επικίνδυνα δυσδιάκριτα.
Η διολίσθηση του πολιτικού πολιτισμού
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο των τελευταίων ημερών ίσως δεν αφορά καν το ποιος θα είναι υποψήφιος. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται πλέον η πολιτική αντιπαράθεση. «Προδοσίες», υπονοούμενα, προσωπικές αιχμές, διαρροές, συναντήσεις που αποκτούν σχεδόν συνωμοτικό χαρακτήρα και δημόσιες επιθέσεις δημιουργούν ένα πολιτικό περιβάλλον στο οποίο η διαφωνία εύκολα μετατρέπεται σε προσπάθεια αποδόμησης του αντιπάλου.
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη σκληρή πολιτική σύγκρουση και στην πολιτική εξόντωση. Όταν ο στόχος παύει να είναι η αντιπαράθεση θέσεων και γίνεται η αμφισβήτηση των κινήτρων, της αξιοπιστίας ή ακόμη και της πολιτικής ηθικής του άλλου, τα όρια ξεπερνιούνται. Και τα χτυπήματα κάτω από τη μέση δεν εξαφανίζονται επειδή στο τέλος ακολουθούν χειραψίες, χαμόγελα και δηλώσεις ενότητας.
Χαρακτηριστικό είναι ότι, μετά την απόσυρση της Αννίτας Δημητρίου, ο Αβέρωφ Νεοφύτου μίλησε για «σώφρονα και υπεύθυνη απόφαση». Το ερώτημα είναι τι άλλαξε μέσα σε λίγες ημέρες. Οι πολιτικές διαφορές και όσα είχαν προηγηθεί ή απλώς η αποχώρηση μιας υποψηφιότητας που στεκόταν απέναντί του; Οι λέξεις στην πολιτική έχουν βάρος και δεν μπορούν να διαγράφονται ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής.
Η κοινωνία παρακολουθεί εμβρόντητη
Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πολύ σοβαρότερα ζητήματα. Το Κυπριακό βρίσκεται σε κρίσιμη φάση, η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, η στέγαση εξελίσσεται σε μείζον κοινωνικό πρόβλημα και η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς δοκιμάζεται. Οι πολίτες περιμένουν απαντήσεις για προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα, όχι για τις προσωπικές στρατηγικές του 2028.
Κι όμως, η πολιτική συζήτηση έχει ήδη αρχίσει να περιστρέφεται γύρω από το ποιος θα είναι υποψήφιος, ποιος θα αποσυρθεί, ποιος συναντήθηκε με ποιον και ποιος «πρόδωσε» ποιον. Όσο η πολιτική εγκλωβίζεται σε προσωπικές φιλοδοξίες, παρασκήνιο και αλληλοεξοντώσεις, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από τον πραγματικό λόγο ύπαρξής της: την αντιμετώπιση των προβλημάτων της κοινωνίας.
Η Αννίτα έκανε πίσω και ο ΔΗΣΥ απέφυγε την άμεση σύγκρουση. Η πραγματική δοκιμασία όμως αρχίζει τώρα: να αποδείξει ότι μπορεί να αποφασίσει για το μέλλον του μέσα από καθαρές διαδικασίες και πολιτικές επιλογές, χωρίς εκβιαστικά διλήμματα, προσωπικές βεντέτες και χτυπήματα κάτω από τη μέση.
Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα πάρει το χρίσμα του ΔΗΣΥ για το 2028. Είναι τι πολιτική και τι πολιτικός πολιτισμός θα έχουν απομείνει μέχρι τότε.