Connect with us

Off the Record

Όχι άλλη σύγχυση: Θύματα της εισβολής είναι οι Ελληνοκύπριοι

Avatar photo

Published

on

Η πρωτοβουλία του Ευρωβουλευτή του ΔΗΣΥ, κ. Μιχάλη Χατζηπαντέλα, για την ανέγερση μνημείου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που θα τιμά τη μνήμη των θυμάτων της τουρκικής εισβολής του 1974 στην Κύπρο, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει εκείνη του νεοεκλεγέντος Τουρκοκύπριου ηγέτη, ο οποίος έσπευσε να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του, καθώς και του ΑΚΕΛ και του «Ευρωπαίου Πολίτη της Χρονιάς», κ. Πέτρου Σουπαρή. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο κ. Σουπαρής, σε επιστολή του προς την Πρόεδρο του Ευρωκοινοβουλίου, Ρομπέρτα Μέτσολα, ζήτησε όπως το μνημείο περιλαμβάνει και Τουρκοκύπριους αγνοουμένους. Το αίτημα αυτό, ωστόσο, δείχνει να παρανοεί τη φύση και το σκοπό της πρωτοβουλίας: το μνημείο αποσκοπεί να υπενθυμίζει την τουρκική στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο – μια πράξη που είχε ως θύματα τον κυπριακό λαό και πρωτίστως τους Ελληνοκύπριους.

Η τουρκική εισβολή δεν ήταν ένα «διμερές επεισόδιο» μεταξύ κοινοτήτων, αλλά μια κατάφωρη παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας και ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας από ξένη δύναμη. Οι Ελληνοκύπριοι υπήρξαν τα θύματα της στρατιωτικής κατοχής, της προσφυγιάς και των εγκλημάτων πολέμου που τεκμηριώθηκαν διεθνώς. Οι Τουρκοκύπριοι, αντιθέτως, δεν υπέστησαν εισβολή· υπήρξαν συμμέτοχοι, άμεσα ή έμμεσα, στη δημιουργία των συνθηκών που την επέτρεψαν, ιδίως μέσω της αποχώρησής τους από τη νομιμότητα του κράτους το 1963. Η προσπάθεια, επομένως, να εξισωθούν οι ρόλοι εισβολέα και θύματος δεν είναι απλώς ιστορικά εσφαλμένη· είναι ηθικά προσβλητική προς τους χιλιάδες αγνοούμενους και νεκρούς της τουρκικής επίθεσης.

Η αντίδραση του ΑΚΕΛ σε αυτή την πρωτοβουλία εγείρει εύλογα ερωτήματα. Το κόμμα φαίνεται να προτάσσει τη λογική της «επαναπροσέγγισης» ακόμη και σε περιπτώσεις όπου το ιστορικό πλαίσιο είναι αδιαμφισβήτητο. Το μνημείο δεν στρέφεται κατά των Τουρκοκυπρίων, αλλά κατά της τουρκικής εισβολής. Η άρνηση να αναγνωριστεί αυτή η διάκριση καταλήγει σε πολιτική ασάφεια που εξυπηρετεί μόνο την Άγκυρα. Η συνεχής εμμονή με την «όποια λύση», όπως συχνά εκφράζεται, δείχνει αποσύνδεση από την πραγματικότητα. Μετά από πενήντα και πλέον χρόνια συνομιλιών, η Τουρκία όχι μόνο δεν έχει υποχωρήσει, αλλά έχει παγιώσει και επεκτείνει τα τετελεσμένα της εισβολής. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, βρίσκεται κοντά στην επίτευξη του τελικού της στόχου: την πλήρη πολιτική και οικονομική επικυριαρχία επί ολόκληρης της Κύπρου.

Όσοι, λοιπόν, επενδύουν στην «καλή θέληση» της Τουρκίας ή του κατοχικού καθεστώτος, ας θυμηθούν ότι η Άγκυρα ουδέποτε ενήργησε για το συμφέρον της ειρήνης ή της συμφιλίωσης, αλλά για τη διατήρηση και διεύρυνση των τετελεσμένων. Αυτή δεν είναι προσωπική εκτίμηση, αλλά θέση που συμμερίζονται και πολλοί Τουρκοκύπριοι διανοούμενοι.

Ο Σενέρ Λεβέντ, γνωστός για την κριτική του στάση απέναντι στην Άγκυρα, έγραψε πρόσφατα ότι η Τουρκία ουδέποτε επιδίωξε πραγματική λύση στο Κυπριακό. Αν πράγματι το ήθελε, θα την είχε επιτύχει προ πολλού, μέσα από ηγέτες όπως οι Ταλάτ, Έρογλου ή Ακιντζί. Όπως ο ίδιος σημειώνει, όλοι οι Τουρκοκύπριοι ηγέτες υπήρξαν όμηροι της τουρκικής πολιτικής – και ο σημερινός δεν αποτελεί εξαίρεση.

Μέσα στη δίνη της οικονομικής κρίσης που πλήττει τον τόπο, η προσοχή του κόσμου έχει στραφεί στα καθημερινά προβλήματα. Όμως, την ίδια ώρα, ξένα κέντρα –ιδίως βρετανικά– φαίνεται να επανεργοποιούνται στο παρασκήνιο, προσπαθώντας να αναβιώσουν ένα νέο σχέδιο Ανάν υπό το πρόσχημα της «λύσης». Η ιστορία μάς διδάσκει ότι τέτοιες πιέσεις εμφανίζονται πάντα όταν η Κύπρος βρίσκεται σε αδυναμία. Όσοι, λοιπόν, επενδύουν στην «καλή θέληση» της Τουρκίας ή του κατοχικού καθεστώτος, ας αναρωτηθούν αν η πολιτική τους στάση ενισχύει τη θέση της Κύπρου ή απλώς εξυπηρετεί τους στρατηγικούς σχεδιασμούς της Άγκυρας.

Το μνημείο στο Ευρωκοινοβούλιο δεν είναι πράξη εκδίκησης· είναι πράξη μνήμης και δικαιοσύνης. Αφορά τα θύματα της εισβολής και τα αγνοούμενα παιδιά της Κύπρου – ανθρώπους που χάθηκαν υπερασπιζόμενοι την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πατρίδας τους. Η προσπάθεια να αλλοιωθεί αυτή η μνήμη στο όνομα μιας αμφίβολης «ισορροπίας» δεν είναι πράξη συμφιλίωσης, αλλά ιστορικής παραχάραξης. Η Ευρώπη, αν θέλει να παραμείνει πιστή στις αξίες που επικαλείται, οφείλει να σταθεί ξεκάθαρα απέναντι στην κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους από ξένη δύναμη και να αναγνωρίσει το αυτονόητο: ότι η τουρκική εισβολή του 1974 ήταν και παραμένει ένα έγκλημα κατά της διεθνούς νομιμότητας.

Πενήντα ένα χρόνια μετά, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να συνεχίζει να κλείνει τα μάτια μπροστά στη συνεχιζόμενη κατοχή. Αν το Ευρωκοινοβούλιο θέλει να τιμήσει τις αξίες της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τότε το μνημείο που προτείνει ο κ. Χατζηπαντέλας δεν είναι απλώς επιθυμητό – είναι αναγκαίο. Η σιωπή ισοδυναμεί με συνενοχή και η λήθη με δεύτερη αδικία. Η μνήμη των θυμάτων της τουρκικής εισβολής δεν μπορεί να παραχαράσσεται στο όνομα πολιτικών ισορροπιών ή ψευδεπίγραφης ουδετερότητας.

Η Κύπρος, μικρή αλλά περήφανη χώρα, έχει χρέος να διαφυλάξει την ιστορική της αλήθεια και να την υπενθυμίζει σε κάθε διεθνές βήμα. Το μνημείο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν θα είναι μόνο φόρος τιμής στους νεκρούς και τους αγνοουμένους, αλλά και μια ισχυρή υπενθύμιση προς όλους: ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται, κερδίζεται με θυσίες· και ότι κανένας λαός δεν πρέπει να επιτρέψει τη διαγραφή της μνήμης του στο όνομα της ψευδαίσθησης μιας εύκολης συμφιλίωσης.

ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ

Off the Record

Οι Ελληνοκύπριοι τζογαδόροι αιμοδοτούν τον Αττίλα

Avatar photo

Published

on

Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, η κατοχή δεν συντηρείται μόνο από τη στρατιωτική ισχύ της Τουρκίας. Συντηρείται και από την οικονομική δραστηριότητα που αναπτύσσεται στα κατεχόμενα, δραστηριότητα στην οποία, δυστυχώς, συμμετέχουν και χιλιάδες Ελληνοκύπριοι.

Κάθε επίσκεψη στα παράνομα καζίνα των κατεχομένων δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική επιλογή ψυχαγωγίας. Αποτελεί οικονομική ενίσχυση ενός παράνομου καθεστώτος που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής του 1974 και εξακολουθεί να υφίσταται χάρη στη στρατιωτική κατοχή και την οικονομική στήριξη της Άγκυρας.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι ανάμεσα στους επισκέπτες των καζίνων συγκαταλέγονται και πρόσωπα που υπηρέτησαν επί δεκαετίες την Κυπριακή Δημοκρατία, τον δημόσιο και ημιδημόσιο τομέα ή τον τραπεζικό χώρο. Πολίτες που απολάμβαναν την ασφάλεια και τα ωφελήματα του κράτους δικαίου επιλέγουν σήμερα να ενισχύουν οικονομικά τις δομές ενός κατοχικού καθεστώτος που αμφισβητεί καθημερινά την κυριαρχία της ίδιας τους της πατρίδας.

Η αντίφαση είναι προφανής. Από τη μια τιμούμε τους πεσόντες, αναζητούμε ακόμη τους αγνοουμένους, στεκόμαστε δίπλα στους πρόσφυγες και στους εγκλωβισμένους. Από την άλλη, συμπατριώτες μας αφήνουν εκατομμύρια ευρώ στις επιχειρήσεις των κατεχομένων, ενισχύοντας έμμεσα μια οικονομία που λειτουργεί προς όφελος της κατοχικής δύναμης.

Το πρόβλημα, όμως, δεν σταματά στα καζίνα.

Την ίδια ώρα που χρήματα από τις ελεύθερες περιοχές καταλήγουν στα κατεχόμενα, η Τουρκία συνεχίζει να δημιουργεί νέα τετελεσμένα επί του εδάφους. Η υπόθεση της νεκρής ζώνης και ιδιαίτερα τα γεγονότα στην Πύλα κατέδειξαν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι η Άγκυρα εφαρμόζει με συνέπεια τη γνωστή στρατηγική των μικρών αλλά συνεχών επεκτάσεων. Κάθε βήμα που μένει αναπάντητο μετατρέπεται στο επόμενο τετελεσμένο.

Η νεκρή ζώνη δεν αποτελεί τουρκικό έδαφος. Είναι περιοχή που βρίσκεται υπό την ευθύνη της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών ως ζώνη ασφαλείας. Οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής του καθεστώτος της συνιστά σοβαρή παραβίαση των συμφωνημένων δεδομένων και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη επεισόδιο της καθημερινότητας.

Τα επεισόδια στην Πύλα, κατά τα οποία δέχθηκαν επιθέσεις ακόμη και μέλη της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, απέδειξαν ότι η Τουρκία δεν διστάζει να αμφισβητήσει ούτε την παρουσία του ίδιου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών όταν αυτό εξυπηρετεί τους στρατηγικούς της σχεδιασμούς. Όσοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι οι τουρκικές επιδιώξεις περιορίζονται στα σημερινά δεδομένα της κατοχής, απλώς αγνοούν την πραγματικότητα των τελευταίων πέντε δεκαετιών.

Γι’ αυτό και τα δύο ζητήματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Η οικονομική ενίσχυση των κατεχομένων και η σταδιακή επέκταση των κατοχικών τετελεσμένων αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Από τη μια πλευρά εισρέουν χρήματα που ενισχύουν την οικονομική βιωσιμότητα του κατοχικού καθεστώτος. Από την άλλη, επιχειρείται η δημιουργία νέων δεδομένων επί του εδάφους, ώστε η κατοχή να παγιώνεται ακόμη περισσότερο.

Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να αντιμετωπίσει και τα δύο μέτωπα με αποφασιστικότητα. Να εφαρμόζει απαρέγκλιτα τη νομοθεσία όπου αυτή παραβιάζεται, να αξιοποιεί κάθε διαθέσιμο διπλωματικό και νομικό μέσο απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις και να υπενθυμίζει διαρκώς στη διεθνή κοινότητα ότι η κατοχή δεν αποτελεί μια «παγωμένη διαφορά», αλλά μια συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Η ευθύνη, όμως, δεν ανήκει μόνο στην Πολιτεία.

Ανήκει και στον κάθε πολίτη ξεχωριστά. Ο πατριωτισμός δεν εξαντλείται στις επετειακές ομιλίες, ούτε στις αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αποδεικνύεται καθημερινά μέσα από τις προσωπικές μας επιλογές. Δεν μπορεί κανείς να καταδικάζει την κατοχή και ταυτόχρονα να χρηματοδοτεί, έστω και έμμεσα, τις οικονομικές δομές που τη συντηρούν.

Η Κύπρος εξακολουθεί να ζει τις συνέπειες της εισβολής του 1974. Οι πρόσφυγες παραμένουν μακριά από τις πατρογονικές τους εστίες. Οι οικογένειες των αγνοουμένων συνεχίζουν να αναζητούν απαντήσεις. Οι εγκλωβισμένοι εξακολουθούν να δοκιμάζονται. Η κατοχή δεν ανήκει στο παρελθόν· είναι μια καθημερινή πραγματικότητα.

Γι’ αυτό η ενίσχυση των παράνομων καζίνων στα κατεχόμενα δεν μπορεί να θεωρείται μια αθώα προσωπική επιλογή. Είναι μια πράξη με πολιτικές, οικονομικές και εθνικές προεκτάσεις. Και ως τέτοια οφείλει να αντιμετωπίζεται από όλους μας με τη σοβαρότητα που της αρμόζει.

Η ιστορία διδάσκει ότι τα τετελεσμένα παγιώνονται όταν οι κοινωνίες συνηθίζουν να τα αποδέχονται. Η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια ούτε της αδιαφορίας ούτε της λήθης.

ΤΟΥ ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ

Continue Reading

Off the Record

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

Avatar photo

Published

on

Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.

Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.

Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.

Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;

Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.

Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».

Continue Reading

Off the Record

Η ώρα της αμερικανικής ευθύνης στο Κυπριακό

Avatar photo

Published

on

Μια νέα περίοδος διεργασιών και διπλωματικών ζυμώσεων αρχίζει για το Κυπριακό. Ωστόσο, οι προοπτικές για ουσιαστική πρόοδο παραμένουν, για ακόμη μία φορά, εξαιρετικά περιορισμένες. Τίποτα δεν επιτρέπει αισιοδοξία ότι οι επερχόμενες προσπάθειες θα οδηγήσουν σε ουσιαστική εξέλιξη.

Η Τουρκία όχι μόνο δεν υποχωρεί από τις πάγιες θέσεις της, αλλά συνεχίζει να κλιμακώνει τις προκλήσεις και τις απαιτήσεις της. Είναι πλέον καιρός να γίνει κατανοητό ότι, χωρίς ουσιαστικές πιέσεις και χωρίς το ενδεχόμενο πολιτικού ή διπλωματικού κόστους, η Άγκυρα –η οποία κρατά το κλειδί των εξελίξεων– δεν έχει κανένα κίνητρο να μεταβάλει τη στάση της.

Η μόνη δύναμη που διαθέτει την επιρροή να επηρεάσει αποφασιστικά την τουρκική ηγεσία είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ακόμη και στη σημερινή συγκυρία, όπου οι σχέσεις Ουάσιγκτον και Άγκυρας δεν βρίσκονται στο καλύτερο επίπεδο, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν τον μοναδικό διεθνή παράγοντα με τη δυνατότητα να ασκήσει πραγματική πίεση στην Τουρκία.

Το ζητούμενο είναι να πεισθεί η αμερικανική ηγεσία ότι η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο δεν εξυπηρετείται με παραχωρήσεις προς την Άγκυρα, αλλά με την προάσπιση του διεθνούς δικαίου και την αποκατάσταση της νομιμότητας. Αναμφίβολα, η Τουρκία διατηρεί σημαντική γεωστρατηγική αξία για τη Δύση. Ωστόσο, τα δεδομένα των τελευταίων ετών έχουν διαφοροποιηθεί αισθητά.

Η Άγκυρα δεν εμφανίζεται πλέον ως ο αδιαμφισβήτητος και αξιόπιστος σύμμαχος του δυτικού κόσμου. Οι σχέσεις της με οργανώσεις όπως η Χαμάς, η προσέγγισή της με το Ιράν, οι επανειλημμένες συγκρούσεις της με την Ουάσιγκτον και η έντονη αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ –τον στενότερο σύμμαχο των ΗΠΑ στην περιοχή– καταδεικνύουν μια διαφορετική στρατηγική πορεία. Παράλληλα, οι επιλογές του Προέδρου ΡετζέπΤαγίπΕρντογάν έχουν επανειλημμένα προκαλέσει τριγμούς στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ και έχουν δοκιμάσει τη συνοχή της δυτικής συμμαχίας.

Δεν πρέπει, άλλωστε, να λησμονείται ότι η Τουρκία αρνήθηκε να διευκολύνει τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά την εισβολή στο Ιράκ το 2003, γεγονός που ανέδειξε τα όρια της στρατηγικής της σύμπλευσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Κανείς δεν αναμένει, ούτε ζητεί, από τις ΗΠΑ να αντιπαρατεθούν στρατιωτικά με την Τουρκία. Εκείνο που αναμένουμε είναι να αξιοποιήσουν το πολιτικό και διπλωματικό τους βάρος, ώστε να καταστήσουν σαφές στην Άγκυρα ότι η συνεχιζόμενη κατοχή κυπριακού εδάφους συνιστά κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών και των θεμελιωδών αρχών της διεθνούς νομιμότητας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τα μέσα να επηρεάσουν ουσιαστικά την τουρκική στάση και να ενθαρρύνουν την ευθυγράμμισή της με τις αποφάσεις και τις αρχές του ΟΗΕ. Αυτό που απαιτείται είναι πολιτική βούληση.

Η Κύπρος, η Ελλάδα και ο ευρύτερος Ελληνισμός υπήρξαν διαχρονικά συνεπείς φίλοι και αξιόπιστοι εταίροι της Δύσης και ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών. Το απέδειξαν έμπρακτα τόσο στο παρελθόν όσο και στη σύγχρονη εποχή και εξακολουθούν να αποτελούν παράγοντες σταθερότητας σε μια περιοχή ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διεθνή ασφάλεια.

Γι’ αυτό και δικαιολογημένα αναμένουμε ότι, στη νέα αυτή προσπάθεια επανεκκίνησης των συνομιλιών για το Κυπριακό, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάβουν έναν πιο ενεργό και ουσιαστικό ρόλο. Θα ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις τους απέναντι σε έναν στρατηγικό εταίρο, όπως οι ίδιες χαρακτηρίζουν την Κυπριακή Δημοκρατία, συμβάλλοντας έμπρακτα στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης και της διεθνούς νομιμότητας.

Αυτό δεν αποτελεί μόνο υποχρέωση απέναντι στην Κύπρο και τον Ελληνισμό. Αποτελεί υποχρέωση απέναντι στις αρχές της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του κράτους δικαίου, αξίες τις οποίες οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες διακηρύσσουν ότι υπηρετούν και υπερασπίζονται.

ΤΟΥ ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ

Continue Reading
Advertisement
Off the Record6 days ago

Οι Ελληνοκύπριοι τζογαδόροι αιμοδοτούν τον Αττίλα

Άρθρα Χάρη Θεραπή2 weeks ago

Κατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων

Off the Record2 weeks ago

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ2 weeks ago

Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες

Off the Record2 weeks ago

Η ώρα της αμερικανικής ευθύνης στο Κυπριακό

voulitv3 weeks ago

52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν

Off the Record3 weeks ago

Ντόναλντ Τραμπ: Αναξιόπιστος απέναντι στους παραδοσιακούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών

Off the Record4 weeks ago

Προεδρικές Εκλογές 2028: Τα πρόσωπα, οι ισορροπίες και τα πιθανά σενάρια

Off the Record1 month ago

Δυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη

Off the Record1 month ago

Οι πολιτικές καινοτομίες και ο Φειδίας

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia