Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Πίσω από τα παιχνίδια εξουσίας στον ΔΗΣΥ

Published

on

Την περασμένη εβδομάδα η Αννίτα Δημητρίου καλείτο να απαντήσει αν ενδιαφέρεται να είναι υποψήφια για τις προεδρικές εκλογές το 2028, και υπογράμμιζε πως σε αντίθεση με άλλους που κοιμούνται και ξυπνούν με αυτή την ιδέα, για την ίδια μία τέτοια συζήτηση είναι εντελώς πρόωρη. Όσο όμως κι αν η ίδια ίσως να ήθελε να κλείσει το κεφάλαιο της πρόωρης προεδρολογίας, η ουρά της τοποθέτησής της όχι μόνο δεν έβαζε τελεία στο θέμα, αλλά το έθετε στο κέντρο της όποιας άλλης πολιτικής συζήτησης. Αφενός έβγαζε στο προσκήνιο για άλλη μία φορά τις κακές σχέσεις που έχει πλέον με τον προκάτοχό της.

Όχι μόνο γιατί άφηνε υπονοούμενα περί προσωπικής ατζέντας πίσω από τις κινήσεις του Αβέρωφ Νεοφύτου, αλλά και γιατί προσπαθούσε να του κόψει τη φόρα με την αμίμητη φράση της ότι «δοκιμάστηκε πριν από ένα χρόνο, πάμε παρακάτω». Αφετέρου, για πρώτη φορά έβαζε ξεκάθαρα στο κάδρο τον εαυτό της ως προεδρική υποψήφια, υπενθυμίζοντας πως αυτή, ως πρόεδρος του κόμματος έχει τον πρώτο λόγο για τον υποψήφιο του ΔΗΣΥ. Η πρόωρη προεδρολογία αποτέλεσε συνεπώς ένα ενδιαφέρον déjà vu των όσων είχαν εκτυλιχθεί πέντε χρόνια πριν. Όταν την επομένη, δηλαδή, της επανεκλογής του Νίκου Αναστασιάδη συνωστίζονταν οι δελφίνοι, οι προσωπικές ατζέντες και οι προεδρικοί υποψήφιοι εντός του ΔΗΣΥ. Μία τακτική που ενίσχυσε το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον αλλά οδήγησε παράλληλα στον αποπροσανατολισμό, στη διάσπαση του κόμματος και τελικώς στην ήττα του στις προεδρικές εκλογές.

Οι δομικές παθογένειες

Θα ανέμενε συνεπώς κάποιος, πως ο Συναγερμός θα λάμβανε τα μαθήματα από το πάθημα του 2023, όταν άνοιξε την πρόωρη προεδρολογία. Αντιθέτως, ο ΔΗΣΥ φαίνεται να κινείται με τα ίδια ακριβώς βήματα, αγνοώντας πως το κύριο πρόβλημά του δεν είναι οι προεδρικές του 2028, ο Συναγερμικός υποψήφιος που θα επιλέξει και η ανάληψη της εξουσίας. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο καθώς:

• Ο ΔΗΣΥ ξεκαθαρίζει καθημερινά ότι θέλει να είναι κόμμα εξουσίας, όμως δεν εξηγεί ποια πολιτική κατεύθυνση επιδιώκει και τι θέλει να υπηρετήσει στον τόπο.

• Έχει έλλειμμα ηγεσίας –δεν αφορά αποκλειστικά την Αννίτα Δημητρίου– και πολιτικής ταυτότητας με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται διαφωνίες σε ουσιώδη ζητήματα.

• Υπάρχει ένας συνωστισμός πρωτοκλασάτων στελεχών που μέσω των κινήσεών τους εγείρουν ερωτήματα για το ποιο θα είναι το πολιτικό τους μέλλον και ποιες οι επιδιώξεις τους στην πολιτική σκακιέρα.

• Ο ΔΗΣΥ δεν έχει πάρει μία ξεκάθαρη θέση για τη δεκαετία Αναστασιάδη. Θα συνεχίσει να ταυτίζεται πλήρως παρά τα σκάνδαλα που ανοίγουν ή θα κάνει μία γενναία συζήτηση, χαράσσοντας γραμμές και αποστάσεις από ζητήματα που πλήττουν το κόμμα;

Η ρίζα της κόντρας

Το άδειασμα της Αννίτας Δημητρίου προς τον Αβέρωφ Νεοφύτου ανακίνησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και στα κομματικά πηγαδάκια τη συζήτηση αν αυτό αποτελεί το κατ’ εξοχήν παράδειγμα πολιτικής αγνωμοσύνης ή αν κρύβεται κάτι άλλο πίσω από αυτό. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που σημείωσαν πως η Αννίτα Δημητρίου οφείλει τη ραγδαία πολιτική της ανέλιξη στον Αβέρωφ Νεοφύτου, ούτε λίγοι εκείνοι που ανταπάντησαν πως η ίδια μέσω της δημοφιλίας της έφτασε εκεί που είναι, πως δεν οφείλει κάτι σε κάποιον και πως θα πρέπει να χαράξει τη δική της πολιτική γραμμή μακριά από πατερναλιστικές παρεμβάσεις. Το ερώτημα, ωστόσο, που διατηρείται στο προσκήνιο είναι τι ώθησε την Αννίτα Δημητρίου να θέσει απέναντί της τον άλλοτε πολιτικό της πατέρα. Η κύρια εκτίμηση είναι πως τον βλέπει ως τον κύριο πολιτικό της αντίπαλο για το 2028, λόγω της καταγεγραμμένης θέσης του ότι θα συνεχίσει να είναι πολιτικά παρών, αλλά και εξαιτίας των ανεξάρτητων παρεμβάσεών του, οι οποίες κάποιες φορές έρχονται σε αντίθεση με την επίσημη θέση του κόμματος, άλλες αναγκάζουν την Πινδάρου να πάρει πολιτική θέση σε ζητήματα που θα προτιμούσε να αφήσει ανέγγιχτα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι η Αννίτα Δημητρίου πιέζεται καθώς γίνονται αναπόφευκτα συγκρίσεις για το πολιτικό βάρος των δύο, κάθε φορά που ο Αβέρωφ Νεοφύτου επικρίνει την κυβέρνηση σε κρίσιμα ζητήματα, που αφορούν τον τομέα της ενέργειας, την οικονομία και ιδιαίτερα το Κυπριακό.

Η δική του κοινοβουλευτική ομάδα

Προφανώς, ο Αβέρωφ Νεοφύτου ενδιαφέρεται για τις προεδρικές εκλογές και αυτό δεν προκύπτει μόνο από την τοποθέτησή του στη συνέντευξη της «Κ» την περασμένη Κυριακή, αλλά και από τη γενική του πολιτική τακτική. Έπαιξε τον δικό του ρόλο για παράδειγμα στο θέμα της Τριμερούς, έχοντας σχέσεις και παρασκηνιακές επαφές με εμπλεκόμενα μέρη, ενώ ο διεθνής παράγοντας φαίνεται να λαμβάνει υπόψη την άποψή του παρά την αποχώρησή του από την προεδρία. Το ερώτημα είναι πώς μπορεί να πετύχει κάτι τέτοιο δεδομένου ότι το πρόσωπο που έχει τον πρώτο λόγο για κάτι τέτοιο, η Αννίτα Δημητρίου, βρίσκεται σε ανοικτή αντιπαράθεση μαζί του και ενδιαφέρεται όπως όλα δείχνουν για το 2028. Η κύρια εκτίμηση είναι πως ο τέως πρόεδρος του ΔΗΣΥ θεωρεί ότι έχει τον χρόνο για να αποδείξει στην πλειοψηφία του δεξιού ακροατηρίου ότι Αννίτα Δημητρίου και Νίκος Χριστοδουλίδης αποτελούν την όψη του ίδιου νομίσματος. Αυτό σε συνδυασμό με την εκτίμηση που φέρεται να έχει ότι η δημοτικότητα Χριστοδουλίδη θα ξεφουσκώσει μπροστά στις κρίσεις που θα εμφανιστούν μπροστά του και θα οδηγήσουν μία μερίδα της κοινωνίας να τον αποζητήσει ως υποψήφιο. Το ερώτημα είναι πώς μπορεί δομικά να στηριχθεί ο Αβέρωφ Νεοφύτου. Ήδη, ο ίδιος έχει τη δική του ομάδα εντός της κοινοβουλευτικής ομάδας (απαρτίζεται κυρίως από τους Κυριάκο Χατζηγιάννη, Νίκο Γεωργίου, Νίκο Σύκα και Φωτεινή Τσιρίδου) και επιδιώκει, όπως όλα δείχνουν, πως αυτή η επιρροή του στην κοινοβουλευτική ομάδα θα ενισχυθεί στις επικείμενες εκλογές, έστω κι αν ο ίδιος ολοκληρώνει την κοινοβουλευτική του θητεία.

Το χαρτί της δημοφιλίας

Το ζήτημα για τον Αβέρωφ Νεοφύτου είναι το χαρτί της δημοτικότητας. Θα καταφέρει άραγε να αντιστρέψει την κακή εικόνα του 2023 με τις σημερινές του παρεμβάσεις και να ανταγωνιστεί τη δημοφιλία της Αννίτας Δημητρίου; Σε αυτή τη δημοτικότητα φαίνεται να ποντάρει η πρόεδρος του ΔΗΣΥ και αυτή φαίνεται να τη βοηθάει να επιβιώνει στην Πινδάρου.

Η Αννίτα Δημητρίου δεν έχει κατορθώσει να δημιουργήσει μία συμπαγή ομάδα πολιτικών στελεχών –βουλευτών ή αξιωματούχων του κόμματος– που θα τη στηρίζουν προσωπικά, όπως είχαν οι προκάτοχοί της, η δημοτικότητά της όμως αποτελεί το χαρτί επιβίωσης ή ανέλιξης πολλών στελεχών.

Ήδη, εντός του ΔΗΣΥ έχει επικρατήσει η εκτίμηση ότι ο Νίκος Χριστοδουλίδης θα είναι πρόεδρος μιας θητείας και με δεδομένες τις καλές μετρήσεις της προέδρου του ΔΗΣΥ τη βλέπουν ως την εν δυνάμει διάδοχό του.

Αυτό ανοίγει πόρτες και για την εξουσία, αλλά και για τη διεκδίκηση θέσεων. Μεγάλος πρεσβευτής για παράδειγμα αυτής της προοπτικής φαίνεται να είναι ο Ευθύμιος Δίπλαρος, καθώς είτε στο σενάριο εκλογής της Αννίτας Δημητρίου, είτε στην περίπτωση της ήττας της, ανοίγει για τον ίδιο ο δρόμος της προεδρίας του ΔΗΣΥ.

Το καλώδιο τύλιξε τον ΔΗΣΥ

Όσο όμως κι αν ο ΔΗΣΥ έχει ανοίξει άτσαλα το ότι θέλει να κυβερνήσει, δεν έχει ακόμη απαντήσει με ποιον τρόπο θα το πράξει. Τα τελευταία γεγονότα έβγαλαν στην επιφάνεια τη δυστοκία και τη διφωνία στελεχών. Διφωνία που προκύπτει από την απουσία ξεκάθαρων θέσεων. Ενδεικτικό του αλαλούμ ήταν το παράδειγμα της ηλεκτρικής διασύνδεσης μέσω καλωδίου και ενδιαφέρουσα η πολιτική παρέμβαση του Χάρη Γεωργιάδη σε όλο αυτό. Η Επιτροπή Ενέργειας, διά της υπογραφής της Αννίτας Δημητρίου, είχε αποστείλει επιστολή προς τον πρόεδρο της Δημοκρατίας εκφράζοντας επιφυλάξεις γύρω από τους όρους της συμφωνίας. Μία επιστολή που γράφτηκε στην ουσία από τον πρόεδρο της Επιτροπής Ενέργειας Κυριάκο Χατζηγιάννη και τον τέως πρόεδρο του ΔΗΣΥ Αβέρωφ Νεοφύτου, ο οποίος είχε εκφράσει μέσω δημόσιων παρεμβάσεων και συνεντεύξεων τις ανησυχίες του για την εν λόγω συμφωνία. Το περιεχόμενο της επιστολής προκάλεσε τριγμούς στα μέλη της κοινοβουλευτικής επιτροπής όταν δημοσιοποιήθηκε, με μέλη να θέτουν στην κοινή ομάδα που έχουν στο viber ότι δεν συμφώνησαν σε ένα τέτοιο περιεχόμενο. Όμως το περιεχόμενο αναστάτωσε και μέρος του ΔΗΣΥ. Αφενός γιατί η θέση του κόμματος ήταν υποστηρικτική απέναντι στο καλώδιο και αφετέρου γιατί η ίδια η πρόεδρος του ΔΗΣΥ την υπέγραψε χωρίς να διερωτηθεί για τη στάση που τήρησε το κόμμα της. Το ξεκαθάρισμα, ανέλαβε να κάνει ο τέως αναπληρωτής του ΔΗΣΥ Χάρης Γεωργιάδης, ο οποίος έθεσε το ζήτημα στην ατζέντα της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΔΗΣΥ, με αποτέλεσμα το κόμμα να βγάλει ανακοίνωση στήριξης του έργου. Οι λόγοι δεν είχαν να κάνουν μόνο με το ότι θα έπρεπε να ξεκαθαρίσει τη θέση του ο ΔΗΣΥ, αλλά γιατί διαρρεόταν εκείνες τις ώρες πως η επιστολή που απεστάλη στον Πρόεδρο, έκανε τον τελευταίο να έχει δεύτερες σκέψεις για τη συμφωνία. Ήταν κατ’ επέκταση ένας έμμεσος τρόπος του Χάρη Γεωργιάδη να κινητοποιήσει τον Πρόεδρο στο να λάβει τελικές αποφάσεις.

Το πολιτικό κεφάλαιο που λέγεται Χάρης

Αυτή ακριβώς η παρέμβαση του Χάρη Γεωργιάδη προκάλεσε πολλές συζητήσεις για το κατά πόσο είναι έτοιμος να αποσυρθεί πολιτικά ή αν έχει άλλες βλέψεις. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν πως έχει ωριμάσει μέσα στον Χάρη Γεωργιάδη η ιδέα ολοκλήρωσης του πολιτικού του κύκλου και πως η σπουδή του οφείλεται στο γεγονός ότι ενόσω ήταν υπουργός Οικονομικών είχε εργαστεί σκληρά για να βρεθούν επιλογές εξόδου της Κύπρου από την ενεργειακή αποδόμηση και από τα υψηλά πρόστιμα ρύπων. Υπάρχουν όμως και οι κύκλοι που θεωρούν πως το πολιτικό του κεφάλαιο δεν έχει ολοκληρωθεί. Πέραν των καλών σχέσεων που διατηρεί με την πρόεδρο του ΔΗΣΥ φέρεται να διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με το Μαξίμου. Καθόλου τυχαίο ότι η Αννίτα Δημητρίου τον επέλεξε να τη συνοδεύσει στην πρόσφατη επίσκεψή της στην Αθήνα, συζητώντας με τον Κυριάκο Μητσοτάκη τις εξελίξεις στο Κυπριακό.

Ένας ελέφαντας που λέγεται Αναστασιάδης

Ο Χάρης Γεωργιάδης είναι από τα στελέχη που όχι μόνο δεν έχουν τηρήσει αποστάσεις από τη διακυβέρνηση Αναστασιάδη, αλλά συχνά επιχειρεί να προβάλει τα θετικά της τότε κυβέρνησης. Πέραν του ότι αποτελεί μία απόδειξη της πίστης του στον τέως πρόεδρο της Δημοκρατίας, μία διαφορετική προσέγγιση θα αυτοακύρωνε την πολιτική του διαδρομή. Το ερώτημα ωστόσο που μένει είναι πώς σκοπεύει ο Συναγερμός να διαχειριστεί αυτό το κεφάλαιο. Η Αννίτα Δημητρίου μπορεί να άνοιξε μέτωπο με τον Αβέρωφ Νεοφύτου, αλλά ουδέποτε έκανε κάτι παρόμοιο με τον Νίκο Αναστασιάδη. Κάποιοι εκτιμούν πως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν νιώθει απειλή –όπως με τον Αβέρωφ Νεοφύτου– από τον τέως πρόεδρο της Δημοκρατίας, κάποιοι άλλοι θεωρούν πως μία τέτοια κίνηση θα αναιρούσε τη δεκαετή πορεία του ΔΗΣΥ και όσα πρέσβευε. Το ερώτημα είναι πώς θα κινηθεί ο ΔΗΣΥ μπροστά στις έρευνες και στη συνεχή αποκάλυψη σκανδάλων, ιδιαίτερα τη στιγμή που φιλοδοξεί και προετοιμάζεται να ανέλθει στην εξουσία το 2028.

Πηγή: Kathimerini

Off the Record

Τορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;

Avatar photo

Published

on

Ο διορισμός του Νίκου Τορναρίτη ως Ειδικού Πολιτικού Απεσταλμένου του Προέδρου για το Κυπριακό σε Ασία και Αφρική δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την εμπειρία που φέρνει μαζί του.

Δεκαετίες πολιτικής και κοινοβουλευτικής παρουσίας, μακρά ενασχόληση με το Κυπριακό και, κυρίως, ένα δίκτυο διεθνών επαφών που δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα, από πλευράς αξιοποίησης ανθρώπινου πολιτικού κεφαλαίου, η επιλογή έχει σαφή λογική.

Το παραπολιτικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.

Ο Νίκος Τορναρίτης δεν είναι απλώς ένας πρώην βουλευτής. Είναι ένα πρόσωπο με μακρά διαδρομή στον ΔΗΣΥ. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέγει ένα τέτοιο στέλεχος για μια αποστολή που συνδέεται άμεσα με την κορυφαία εθνική προτεραιότητα, το Κυπριακό.

Το ερώτημα λοιπόν μεταφέρεται στην Πινδάρου: πώς θα διαβαστεί η κίνηση;

Ως μια θεσμική επιλογή, όπου μπροστά στο Κυπριακό περισσεύουν οι κομματικές γραμμές; Ή ως ακόμη μία κίνηση Χριστοδουλίδη που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιεί πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του ΔΗΣΥ χωρίς να χρειάζεται πολιτική συμφωνία με την ηγεσία του κόμματος;

Η συγκυρία κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μόλις σήμερα ο Πρόεδρος επανήλθε δημόσια στις σχέσεις του με τον ΔΗΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπικό πρόβλημα με την ηγεσία ή στελέχη του κόμματος και θέτοντας το ερώτημα «πού διαφωνείτε;».

Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια με παραπολιτικό βάρος: τον Ιούλιο ο Τορναρίτης είχε διαψεύσει δημοσίευμα περί πρότασης για συμμετοχή του στο Υπουργικό, δηλώνοντας τότε ότι, εάν αποφάσιζε να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θα το έκανε δημόσια και με πλήρη διαφάνεια.

Δύο μήνες αργότερα, η πρόταση υπάρχει, είναι δημόσια και έγινε αποδεκτή.

Ο διορισμός, επομένως, μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: στο θεσμικό, ως αξιοποίηση ενός έμπειρου πολιτικού για το Κυπριακό· και στο πολιτικό, ως υπενθύμιση ότι τα στεγανά ανάμεσα στο Προεδρικό και τον συναγερμικό χώρο παραμένουν διαπερατά.

Και κάπου εδώ η μπάλα περνά στην Πινδάρου.

Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γιατί ο Χριστοδουλίδης επέλεξε τον Τορναρίτη.

Είναι τι θα πει τώρα ο ΔΗΣΥ για την επιλογή του.

–Sniper–

Continue Reading

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia