ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Η ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΤΟΥΡΚΙΑ
Του Νίκου Μούδουρου,
Λέκτορα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.
Αντιμετωπίζει οικονομική κρίση η Τουρκία; Χρησιμοποιώντας μόνο τους τεχνικούς όρους της κυρίαρχης οικονομικής αντίληψης, κάποιος μπορεί εύκολα να φτάσει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει “οικονομική κρίση”
γιατί δεν σημειώνεται συρρίκνωση της οικονομίας τα τελευταία δυο συνεχόμενα τρίμηνα. Αντίθετα από το 2018 και μετά η τουρκική οικονομία καταγράφει σχετική και κάποτε ασθενική μεγέθυνση.
Το 2018 ήταν στο 2,9%, το 2019 ήταν στο 0.9%, το 2020 – πρώτη χρονιά της πανδημίας – η μεγέθυνση καταγράφηκε στο 1,8%. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του τουρκικού κράτους, αλλά και της Παγκόσμιας Τράπεζας,
η οικονομία της χώρας το 2021 αναμένεται να μεγεθυνθεί περίπου στο 7%-8%. Συνεπώς πως μπορεί να αξιολογηθεί η δραματική κοινωνικοοικονομική κατάσταση που βιώνεται τουλάχιστον τους τελευταίους έντεκα μήνες
που η τουρκική λίρα έχασε περίπου το 70% της αξίας της έναντι δολαρίου και ευρώ;
Προτού καταγραφούν κάποια βασικά στοιχεία για το μέγεθος της κοινωνικής ανισότητας, θα ήταν χρήσιμη η τοποθέτηση της σημερινής χαοτικής κατάστασης σε ένα συγκεκριμένο αναλυτικό πλαίσιο. Αυτή η δοκιμή, μπορεί ίσως να οδηγήσει σε σφαιρικότερα συμπεράσματα.
Η Τουρκία βρίσκεται ενώπιον μιας νέας φάσης στην κορύφωση των συγκυριών δομικής κρίσης. Δηλαδή των συγκυριών εκείνων στις οποίες ταυτίζεται η κρίση του μοντέλου οικονομικής μεγέθυνσης με την πολιτική κρίση (ή την κρίση στο κράτος). Στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο αυτής της συγκυρίας δομικής κρίσης, η εξουσία Έρντογαν δεν μπορεί να ενοποιήσει τα συμφέροντα της επιχειρηματικής ελίτ, όπως μπορούσε για ένα μεγάλο διάστημα της προηγούμενης εικοσαετίας. Ούτε και μπορεί να επηρεάσει καταλυτικά τα πλατιά στρώματα της μισθωτής εργασίας, τα οποία επίσης την τελευταία εικοσαετία διευρύνονται σε αριθμητικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Στο πολιτικό επίπεδο, οι επιπτώσεις της δομικής κρίσης κορυφώνονται εξαιτίας της φθοράς της κοινωνικής στήριξης που έχει η κυβέρνηση. Αυτή η δυναμική διαδικασία εξαναγκάζει τον βασικό πυρήνα της εξουσίας, δηλαδή το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), να γίνεται πιο ευαίσθητο σε κάποιες κομματικές συμμαχίες (π.χ. με το ακροδεξιό ΜΗΡ), σε διεκδικήσεις συγκεκριμένων επιχειρηματικών κύκλων και σε έντονη απόρριψη των διεκδικήσεων κάποιων άλλων.
Γιατί επιμένει ο Έρντογαν στην πολιτική χαμηλών επιτοκίων; Δεν βλέπει μήπως την δραματική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου της μεγαλύτερης μερίδας της κοινωνίας που ούτως ή άλλως βρίσκονταν είτε στον πυρήνα είτε στην περιφέρεια των εκλογικών του ποσοστών για τόσα χρόνια; Μερικές αναλύσεις εξηγούν την επιμονή σε χαμηλά επιτόκια στις ιδεολογικές του αγκυλώσεις όπως η αντίθεση της ισλαμικής θρησκείας στον τόκο και την τοκογλυφία. Άλλες αναλύσεις ερμηνεύουν την πολιτική του ως αποτέλεσμα της ανικανότητας του ίδιου και των συνεργατών του. Ή ακόμα και ως συνέπεια του «αποκεφαλισμού» των ειδικών της οικονομίας. Άλλες ερμηνείες επικεντρώνονται στη ζημιά που προκαλεί το προεδρικό σύστημα και ο τρόπος που λειτουργεί τα τελευταία τρία χρόνια.
Τα προαναφερθέντα δεν αποκλείονται στο ένα ή στον άλλο βαθμό. Ωστόσο ο βασικός προσανατολισμός της κυβέρνησης της Τουρκίας ακριβώς μετά την παγκόσμια κρίση του 2008 και ιδιαίτερα μετά το 2013, καθώς και οι ανακατατάξεις στο μπλοκ εξουσίας, μάλλον υποδεικνύουν ότι η επιμονή στην πολιτική χαμηλών επιτοκίων (που συμβάλει στην υποτίμηση του νομίσματος) είναι μια ορθολογιστική επιλογή για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων συγκεκριμένων μερών της επιχειρηματικής ελίτ. Συγκεκριμένα η γενική στρατηγική της κυβέρνησης βασίζεται στην διάσωση επιχειρηματικών κύκλων που επικεντρώνονται στον κατασκευαστικό τομέα, στον τομέα του τουρισμού, στο εξαγωγικό εμπόριο, αλλά και στην παραγωγή για την εσωτερική αγορά. Το τελευταίο αφορά εκατοντάδες επιχειρήσεις μεγάλου και μικρομεσαίου μεγέθους που επικεντρώνονται στην παραγωγή προϊόντων έντασης εργασίας. Το σύνολο των προαναφερθέντων επιχειρηματικών κύκλων δεν διακρίνεται για την εύκολη πρόσβαση στις δανειοδοτήσεις σε ξένο νόμισμα. Ούτε από την κατοχή υψηλής τεχνολογίας. Αντίθετα, τείνουν προς τον δανεισμό σε τουρκικό νόμισμα και τα χαμηλότερα επιτόκια τους διευκολύνουν. Την ίδια στιγμή υπογραμμίζουν ότι η υποτίμηση της λίρας σε “ανεκτά επίπεδα” μπορεί να ευνοήσει το εξαγωγικό εμπόριο και να συμπιέσει τους μισθούς σε επίπεδα που η Τουρκία να ανανεώνει τη σημασία της ως “χώρα φθηνής εργασίας”(!).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση θεωρεί ότι μέσα από τα χαμηλά επιτόκια θα συμβάλει στην αύξηση της παραγωγής, αύξηση των εξαγωγών και συνεπώς σταδιακή αύξηση της ρευστότητας σε ξένο συνάλλαγμα που με τη σειρά του θα σταθεροποιήσει (τα χαμηλά επίπεδα) την αξία της τουρκικής λίρας. Στο μεταξύ ο πληθωρισμός παρουσιάζεται ως το “προσωρινό αναγκαίο κακό” που πρέπει να υπομένουν οι μισθωτοί στον δρόμο για τη “νίκη της οικονομικής ανεξαρτησίας”. Η συνταγή αυτή μάλιστα παρουσιάζεται ως η εναλλακτική απέναντι στις πολιτικές λιτότητας που προτείνουν οι “αντίπαλοι” επιχειρηματικοί κύκλοι, διαμέσου της υιοθέτησης προγραμμάτων της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Στο μεταξύ όμως: Την περίοδο 2019-2020, το πλουσιότερο 20% της Τουρκίας κατέχει το 47,5% του εθνικού εισοδήματος, ενώ το φτωχότερο 20% του πληθυσμού περιορίζεται στο 5,9%. Το πλουσιότερο μέρος του πληθυσμού έχει περίπου 8 φορές μεγαλύτερο εισόδημα από το φτωχότερο μέρος της κοινωνίας. Η διευρυμένη ανεργία το 2020 έφτασε στο 27%, αριθμός που δείχνει το δράμα 9,6 εκατομμυρίων ανθρώπων. Το 2021 ξεπερνούν τα 10 εκατομμύρια. Ο κατώτατος μισθός για το 2021 ήταν 2.825 Τ.Λ., δηλαδή περίπου 220 ευρώ. Είναι πιο κάτω από το όριο της φτώχειας που έφτασε (με τον πληθωρισμό Νοεμβρίου 2021) στις 10.221 Τ.Λ., αλλά και από το όριο της πείνας που είναι στις 2.955 Τ.Λ.
Το 2020, 38,8% των μισθωτών – δηλαδή περίπου 7.5 εκ. άνθρωποι – εργάζονταν με μισθό λιγότερο από το κατώτατο όριο. Ενώ 12.5 εκ. άνθρωποι εξαναγκάστηκαν την ίδια περίοδο με μισθό που κυμάνθηκε 1.5% πάνω από τον κατώτατο μισθό. Συγκριτικά θα πρέπει να αναφερθεί ότι το 2006 στην Τουρκία ο μέσος μηνιαίος μισθός ήταν ο διπλάσιος του τότε κατώτατου μισθού, ενώ το 2019 ο μέσος μηνιαίος μισθός είναι μόλις 1.41 φορές μεγαλύτερος του κατώτατου μισθού. Με αυτό τον τρόπο η Τουρκία μετατρέπεται σε μια «κοινωνία κατώτατου μισθού».
Στην πιο κάτω φωτογραφία ο παρουσιαστής του κεντρικού δελτίου ειδήσεων του φιλοκυβερνητικού TGRT χθές βράδι (23/11), διαφημίζει με περηφάνια ότι η Τουρκία έχει πλέον την πιο φθηνή εργασία, ιδιαίτερα ελκυστική για επενδύσεις από το εξωτερικό. Με τον κατώτατο μισθό να μειώνεται στα 220 δολάρια και τον τίτλο της είδησης να είναι «σε εμάς ο εργάτης είναι πολύ φθηνός!»
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.
Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency
Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;
Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.
Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.
Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.
Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.
Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.
Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.
Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.
Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.
Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.
Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.
Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.
Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.
Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.
Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.
Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.
Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.
Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.
Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.
Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.
Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.
Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.
Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.
Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.
Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.
Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.
Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.
Αφορά το 2028.
Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του
Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.
Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.
Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.
Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.
Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.
Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου
Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.
Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.
Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.
Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:
Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.
Και το ΑΚΕΛ;
Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.
Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.
Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.
Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.
Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.
Οι διορισμοί ήταν η αφορμή
Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.
ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.
Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.
Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.
Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.
Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο
Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.
Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.
Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.
Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.
Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.
Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
-
Off the Record2 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: Ορμώμενος εξ Αργάκας, ξανακτυπά
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή3 weeks agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
-
Off the Record1 week agoΔΗΣΥ: Η Αννίτα λέει «όχι», ο Αβέρωφ «ίσως» και ο Παμπορίδης… σιωπά
-
Off the Record1 month agoΓκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος
-
Off the Record3 weeks agoΠολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο
-
Off the Record6 days agoΠερί Προεδρικής λιμουζίνας
-
Off the Record1 month agoΟι Ελληνοκύπριοι τζογαδόροι αιμοδοτούν τον Αττίλα
-
Off the Record1 month agoΤο Στενό, το πετρέλαιο και η αξία της συγκράτησης
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 weeks agoMecca and the new Middle East: what it means for Cyprus






