ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Κογκρέσο: Νομοσχέδιο για άρση του εμπάργκο όπλων στην Κύπρο
Δικομματικό νομοσχέδιο για την πλήρη άρση του εμπάργκο όπλων στην Κύπρο και την κατάργηση της ετήσιας ανανέωσης, με τίτλο «Νόμος για τον Τερματισμό του Κυπριακού Εμπάργκο», κατέθεσαν τέσσερις Ελληνοαμερικανοί Βουλευτές, από το Ρεπουμπλικανικό και το Δημοκρατικό κόμμα.
Πρόκειται για τους Βουλευτές Κρις Πάππας, Ντίνα Τάιτους, Νικόλ Μαλλιωτάκη και Γκας Μπιλιράκη.
Το νομοσχέδιο αφορά την επέκταση της περιόδου ανανέωσης για το εμπάργκο όπλων στην Κυπριακή Δημοκρατία από το ένα στα πέντε έτη, όπου στην ουσία τερματίζει τους αμυντικούς περιορισμούς για την Κύπρο.
Οι Βουλευτές τονίζουν ότι μια τέτοια εξέλιξη θα είναι προς το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς θα ενισχύσει την ιστορική ανάπτυξη των σχέσεων ΗΠΑ-Κύπρου, θα ενισχύσει τη διμερή συνεργασία και θα προωθήσει τα συμφέροντα των ΗΠΑ για την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η νομοθεσία εισήχθη ενόψει της 50ής επετείου της παράνομης εισβολής και κατοχής της Βόρειας Κύπρου από την Τουρκία.
Σύμφωνα με τους Βουλευτές ο Νόμος τερματισμού του Κυπριακού Εμπάργκο θα εδραιώσει τις σχέσεις ΗΠΑ-Κυπριακής Δημοκρατίας, θα προωθήσει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και τη συνεργασία και θα διασφαλίσει τη διαλειτουργικότητα με τους περιφερειακούς συμμάχους.
Συγκεκριμένα, το νομοσχέδιο αφορά:
-Την παράταση της περιόδου ανανέωσης απαλλαγής για το εμπάργκο όπλων από ένα έτος σε πέντε έτη.
-Επιτρέπει στον Πρόεδρο να επανεξετάζει την απαλλαγή από το εμπάργκο όπλων μόνο κάθε πέντε έτη μετά τη θέσπισή του.
-Απαγορεύει στον Πρόεδρο να τερματίσει την άρση εκτός εάν το Κογκρέσο λάβει πιστοποίηση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι πλέον σε συνεργασία με τις προσπάθειες των ΗΠΑ για την εφαρμογή κανονισμών για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τις μεταρρυθμίσεις της χρηματοοικονομικής εποπτείας.
-Απαιτεί την άρνηση πρόσβασης ρωσικών στρατιωτικών σκαφών στα λιμάνια για ανεφοδιασμό και εξυπηρέτηση.
«Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ένας σταθερός, δημοκρατικός σύμμαχος στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι καιρός η πολιτική των ΗΠΑ να αντικατοπτρίζει καλύτερα τον ρόλο της Κύπρου ως ουσιαστικού εταίρου στην αρχιτεκτονική μας συλλογικής ασφάλειας στην περιοχή», δήλωσε ο Βουλευτής Κρις Πάππας.
«Αυτή η αλλαγή θα ενισχύσει περαιτέρω τις διμερείς σχέσεις ΗΠΑ-Κύπρου, θα υποστηρίξει την αμοιβαία δέσμευσή μας για συνεργασία σε θέματα ασφάλειας και άμυνας και θα βελτιώσει την ικανότητά τους για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και προμήθειες» σημείωσε.
«Η Κύπρος έχει αποδείξει ότι είναι ένας πολύτιμος και αξιόπιστος εταίρος για τις Ηνωμένες Πολιτείες», δήλωσε με τη σειρά του ο βουλευτής Γκας Μπιλιράκης.
«Η παροχή ασφάλειας σχεδιασμού στην Κύπρο θα επιτρέψει στη συνεργασία να συνεχίσει να ανθίζει και θα αποδειχθεί αμοιβαία επωφελής τόσο για τα έθνη όσο και για τους συμμάχους μας» ανέφερε.
«Η Κύπρος είναι ένας βασικός εταίρος στη Μεσόγειο και οι ΗΠΑ πρέπει να συνεχίσουν να καταβάλλουν προσπάθειες για τη βελτίωση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών μας», δήλωσε η Βουλευτής Ντίνα Τάιτους και πρόσθεσε ότι «η μείωση του αριθμού των αναγκαίων αναθεωρήσεων εμπάργκο για βοήθεια προς την Κύπρο θα επιτρέψει σε αυτόν τον σημαντικό σύμμαχο να σχεδιάσει στρατηγικά για το μέλλον υποστηρίζοντας παράλληλα τα συμφέροντα ασφαλείας των ΗΠΑ στο εξωτερικό».
Η Νικόλ Μαλλιωτάκη τόνισε ότι «για πάρα πολύ καιρό, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατήρησαν ένα απαρχαιωμένο και αντιπαραγωγικό εμπάργκο στην πώληση αμυντικών υλικών και υπηρεσιών στην Κυπριακή Δημοκρατία». Πρόσθεσε ότι η νομοθεσία που προωθείται «επιδιώκει να το διορθώσει αναγνωρίζοντας την Κύπρο ως βασικό στρατηγικό εταίρο στην Ανατολική Μεσόγειο και να επιτρέψει με την υπεύθυνη εξαγωγή αμυντικών υλικών των ΗΠΑ να υποστηριχθούν τα κοινά συμφέροντα ασφαλείας στη περιοχή».
«Το ελληνοαμερικανικό Ινστιτούτο συγχαίρει τον Βουλευτή Κρις Παππάς για την εισαγωγή της κρίσιμης και ουσιαστικής νομοθεσίας για τον “Τερματισμό του Κυπριακού Εμπάργκο Νόμου”. Η Κύπρος υπόκειται άδικα σε απαγόρευση όπλων για δεκαετίες, μια αδικία που το ελληνοαμερικανικό Ινστιτούτο προσπάθησε να διορθώσει εδώ και πολύ καιρό. Η πρόοδος έχει σημειωθεί» είπε ο Πρόεδρος του Ελληνοαμερικανικού Ινστιτούτου.
«Η άρση του εμπάργκο όπλων των ΗΠΑ στην Κύπρο το 2020, σύμφωνα με τον Νόμο Ασφάλειας και Ενεργειακής Συνεργασίας για την Ανατολική Μεσόγειο, ήταν ορόσημο στη διμερή σχέση ΗΠΑ-Κύπρου», ανέφερε από την πλευρά του ο Τέντ Ντόιτς , Διευθύνων Σύμβουλος της Αμερικανοεβραϊκής Επιτροπής, προσθέτοντας ότι «έχει ήδη αποδειχθεί ότι έχει θετική επίδραση στην ολοένα και πιο ολοκληρωμένη Ανατολική Μεσόγειο».
«Καθώς η Κύπρος συνεχίζει να επιδεικνύει την αξία της ως ουσιαστικού εταίρου των ΗΠΑ και του Ισραήλ στις προσπάθειες προώθησης της ειρήνης, της σταθερότητας και της συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, ο Νόμος για τον τερματισμό του κυπριακού εμπάργκο θα βοηθήσει να συνεχιστεί αυτή η ζωτική δυναμική από τους εκπροσώπους Κρις Πάππας , Γκας Μπιλιράκης, Ντίνα Τάιτους, Νικόλ Μαλλιωτάκη, για την προώθηση αυτής της νομοθεσίας», σημείωσε.
«Το FDD υποστηρίζει σθεναρά τον Τερματισμό του Κυπριακού Εμπάργκο Νόμου. Η Κύπρος είναι ένας σημαντικός εταίρος των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και έχει συμβάλει καθοριστικά στις προσπάθειες για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής κυρώσεων και την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος. Η Κύπρος συνεργάζεται επίσης με βασικούς συμμάχους όπως το Ισραήλ για να διευκολύνει την ανθρωπιστική βοήθεια στη Γάζα», αναφέρεται σε ανακοίνωση του FDD Action.
«Δεδομένης αυτής της πολύτιμης συνεργασίας καθώς και του αποδεδειγμένου ιστορικού της υπεύθυνης συμπεριφοράς, η Κύπρος θα πρέπει να μπορεί να αγοράζει όπλα και πυρομαχικά για την ασφάλειά της. Αυτή η νομοθεσία θα παρέχει στην Κύπρο τους πόρους για να προστατεύσει την κυριαρχία της και να βελτιώσει τη διαλειτουργικότητα με τον στρατό των ΗΠΑ, εμβαθύνοντας μια ήδη ισχυρή και παραγωγική εταιρική σχέση», προστίθεται.
«Η Διεθνής Συντονιστική Επιτροπή Δικαιοσύνης για την Κύπρο (ΠΣΕΚΑ) επικροτεί και στηρίζει τις προσπάθειες του κ. Πάππα να θέσει τέλος στον νόμο περί εμπάργκο στην Κύπρο. Όπως κάνουμε για την Ουκρανία, η οποία είναι θύμα παράνομης εισβολής, οι Ηνωμένες Πολιτείες όχι μόνο θα πρέπει να τερματίσουν το εμπάργκο, αλλά θα πρέπει να παρέχουν στρατιωτική βοήθεια στον στρατηγικό μας εταίρο, την Κύπρο», δήλωσε ο Φίλιπ Κρίστοφερ, Πρόεδρος της ΠΣΕΚΑ.
Αυτή η νομοθεσία υποστηρίζεται από το Ελληνοαμερικανικό Ινστιτούτο (AHI), την Αμερικανική Εβραϊκή Επιτροπή (AJC), τη Συντονισμένη Προσπάθεια των Ελλήνων, τη Δράση FDD, το Ελληνοαμερικανικό Συμβούλιο Ηγεσίας (HALC) και την ΠΣΕΚΑ.
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΕρντογάν για Κύπρο: «Δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα» – Γιατί φοβάται ένα μικρό νησί;
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΤέλος εποχής για τον Κιρ Στάρμερ – Παραιτήθηκε από πρωθυπουργός
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
voulitv3 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΓκιουλέρ: «Παράνομη η συμφωνία Γαλλίας – Κυπριακής Δημοκρατίας για την Ανατολική Μεσόγειο»
-
#exAformis1 month agoΌταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΝέα εξέλιξη στην υπόθεση Αριστοτέλους – Το Υπουργικό εισηγείται εκ νέου διαθεσιμότητα
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΑΚΕΛ και VOLT καλούν σε κινητοποίηση για το πόρισμα «Κράτος-Μαφία»
-
MILITAIRE1 month agoΟ μέγας Εθνικός Κίνδυνος για το Κυπριακό
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΣυνεδριάζει το νέο Εθνικό Συμβούλιο – Δεν παρίσταται ο Νίκος Αναστασιάδης






