ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Αναβάθμιση διαλόγου για Τελωνειακή
Οι προβολείς ήταν στραμμένοι –την εβδομάδα που πέρασε– στην εικόνα της πρώτης συμμετοχής υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, μετά από πέντε ολόκληρα χρόνια, σε άτυπο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε. (ΣΕΥ), με τυπική έγκριση και της Λευκωσίας, χωρίς καμιά ουσιαστική διασύνδεση με το Κυπριακό που συνεχίζει να βρίσκεται σε αδιέξοδο και με τις κυπρογενείς υποχρεώσεις τής Άγκυρας, οι οποίες συνεχίζουν να παραμένουν ανεκπλήρωτες. Την ίδια ώρα, στο παρασκήνιο, όπως είναι σε θέση να γνωρίζει η «Κ», οι Βρυξέλλες και η κυβέρνηση Ερντογάν επιχειρούν να εισέλθουν σε «βαθύτερα νερά» και έχουν ήδη κάνει το πρώτο βήμα για τη δρομολόγηση υλοποίησης της «κορωνίδας» των τουρκικών αιτημάτων, που αφορά στην αναβάθμιση της Τελωνειακής της Ένωσης, χωρίς καμιά μάλιστα νύξη στο κυπριακό πρόβλημα και στην επίλυσή του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το αφήγημα της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη περί «διασύνδεσης» των ευρωτουρκικών και του ζητήματος της Κύπρου.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες της «Κ», η Κομισιόν και η Άγκυρα έχουν ήδη συζητήσει εν εκτάσει την αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης, σε τέσσερις τουλάχιστον περιπτώσεις: Η πρώτη με κάθε επισημότητα στις 8 Ιουλίου σε υψηλό πολιτικό επίπεδο, άλλες δύο ανεπίσημα, στα τέλη του ίδιου μήνα και στις αρχές Αυγούστου, ενώ πραγματοποιήθηκε και Επιχειρηματική Στρογγυλή Τράπεζα Ε.Ε.-Τουρκίας, στο επίκεντρο της οποίας βρισκόταν και πάλι η Τελωνειακή Ένωση.
Κοινοτική πηγή ανέφερε στην «Κ», ότι «πλατφόρμα για τη συζήτηση της αναβάθμισης της Τελωνειακής Ένωσης απετέλεσαν τα “εγκαίνια” του Υψηλού Πολιτικού Διαλόγου Ε.Ε.-Τουρκίας για θέματα Εμπορίου». Πολιτικός Διάλογος, ο οποίος πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά, καθώς μέχρι πρόσφατα ήταν επισήμως παγωμένος, λόγω και της άρνησης της Τουρκίας να ανοίξει τα λιμάνια της σε πλοία από την Κύπρο και στο κυπριακό εμπόριο, αρνούμενη να εφαρμόσει το «Πρόσθετο Πρωτόκολλο». Ο εν λόγω Υψηλός Πολιτικός Διάλογος ξεπάγωσε, όπως και όλοι οι Υψηλοί ευρωτουρκικοί Πολιτικοί Διάλογοι, με τη σύμφωνη γνώμη της Λευκωσίας, στο πλαίσιο απόφασης που λήφθηκε στη Σύνοδο Κορυφής, στις 17-18 Απριλίου.
Άλλωστε, τα Συμπεράσματα που προσυπέγραψε ο πρόεδρος Χριστοδουλίδης, στη Σύνοδο Κορυφής του περασμένου Απριλίου, προνοούν την «προώθηση της εργασίας», επί του εγγράφου Μπορέλ/Κομισιόν που εισηγείται και το ξεπάγωμα όλων των ευρωτουρκικών Υψηλών Πολιτικών Διαλόγων ως επίσης και τη δρομολόγηση αναβάθμισης της Τελωνειακής Ένωσης της Τουρκίας, όπως βεβαίως και τη συμμετοχή του Τούρκου ΥΠΕΞ στα άτυπα Συμβούλια Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε., στο πλαίσιο ενός πακέτου δώρων προς την Άγκυρα που εκτείνεται συνολικά σε επτά πυλώνες.
Πηγή της Ε.Ε. ανέφερε στην «Κ» ότι «ήδη έχει γίνει ένα πρώτο βήμα, με ουσιαστικές συζητήσεις προς την κατεύθυνση της δρομολόγησης για αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης της Τουρκίας», παραπέμποντας μάλιστα και σε «γραπτή κοινή ανακοίνωση», των Βρυξελλών και της Άγκυρας, «μετά την πραγματοποίηση του πρώτου Υψηλού Πολιτικού Διαλόγου Ε.Ε.-Τουρκίας», για το Εμπόριο. Στην κοινή γραπτή ανακοίνωση Ε.Ε.-Τουρκίας, η οποία είναι αρκούντως αποκαλυπτική, αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Η συνάντηση του Υψηλού Πολιτικού Διαλόγου για το Εμπόριο είναι ένα σημαντικό ορόσημο (milestone) για τη αντιμετώπιση των υφιστάμενων εμποδίων σε σχέση με την Τελωνειακή Ένωση και τον εκμοντερνισμό (σ.σ. αναβάθμισή) της».
Σημειώνεται ότι στην εν λόγω γραπτή ανακοίνωση δεν υπάρχει ούτε μια λέξη για το Κυπριακό και την επίλυσή του, κάτι που αφήνει εκτεθειμένη, αν μη τι άλλο, τη Λευκωσία. Αντίθετα, υπάρχει μια άλλη αναφορά, που υποστηρίζει ότι στη συνάντηση δόθηκε και «πολιτική καθοδήγηση» (political steer), μεταξύ άλλων και «για την ενίσχυση της λειτουργίας της Τελωνειακής Ένωσης».
Με άλλα λόγια, συνεπεία των Συμπερασμάτων της 17ης και 18ης Απριλίου, τα οποία προσυπέγραψαν οι ηγέτες των «27», περιλαμβανομένου του προέδρου Χριστοδουλίδη, οι Βρυξέλλες και η Άγκυρα άρχισαν ήδη την «προώθηση της εργασίας» επί του εγγράφου Μπορέλ/Κομισιόν και των εισηγήσεών του. Και δεν περιορίστηκαν μόνο στην εικόνα της συμμετοχής του Τούρκου ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν στο άτυπο ΣΕΥ, που όπως επανειλημμένα δημοσίευσε η «Κ», «είναι μόνο η αρχή». Αλλά, εγκαινίασαν Υψηλούς Πολιτικούς Διαλόγους που δεν είχαν γίνει ποτέ στο παρελθόν λόγω των ανεκπλήρωτων υποχρεώσεων της Τουρκίας, κάνοντας μάλιστα ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση δρομολόγησης της αναβάθμισης της Τελωνειακής Ένωσης. Και όλα αυτά χωρίς καμιά διασύνδεση με το Κυπριακό, το οποίο ως γνωστό παραμένει σε τέλμα και χωρίς καμιά ένδειξη ή πρόθεση για εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Άγκυρας, κυπρογενών και γενικότερων, έναντι της Ε.Ε.
Θα πρέπει πάντως να διευκρινίσουμε, για μια ακόμη φορά, ότι η δρομολόγηση της αναβάθμισης της Τελωνειακής Ένωσης της Τουρκίας, δεν είναι μια διαδικασία που θα ολοκληρωθεί σύντομα. Θα απαιτηθεί χρόνος, τόσο για προετοιμασία, όσο και για διαβούλευση και συντονισμό και σε τεχνικό/διπλωματικό επίπεδο, ανεξαρτήτως ενδεχομένων πολιτικών εμποδίων.
Σε κάθε πάντως περίπτωση, η τάση είναι τουλάχιστον προφανής, όπως και ο στόχος για δρομολόγηση αναβάθμισης της Τελωνειακής Ένωσης, απαλλαγμένης από κάθε σκέψη για διασύνδεση με το Κυπριακό, όπως προκύπτει τόσο από το έγγραφο Μπορέλ/Κομισιόν όσο και από τα Συμπεράσματα του περασμένου Απριλίου των ηγετών όλων των κρατών-μελών, αλλά και από τη θέση της Ε.Ε., όπως αποτυπώνεται στην κοινή δήλωση με την Τουρκία, στο πλαίσιο του πρώτου Υψηλού Πολιτικού Διαλόγου για το Εμπόριο.
Σημειώνεται ότι πέραν της πολιτικής συζήτησης για αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης στο πλαίσιο του Υψηλού Πολιτικού Διαλόγου Ε.Ε.-Τουρκίας, συζητήσεις για το ίδιο θέμα βρίσκονται σε εξέλιξη και σε τεχνικό/διπλωματικό επίπεδο, όπου επίσης συζητούνται η παροχή διευκολύνσεων για ευρωπαϊκές θεωρήσεις διαβατηρίων προς την Τουρκία, όπως και η πλήρης επανενεργοποίηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στη χώρα.
206 δισ. ευρώ επί δύο…
«Τα χρήματα είναι πολλά» και η αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης της Τουρκίας καθίσταται στόχος για τη συντριπτική πλειοψηφία των κρατών-μελών της Ε.Ε. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα κοινή δήλωση Ε.Ε.-Τουρκίας, στο πλαίσιο του πρώτου ευρωτουρκικού Υψηλού Πολιτικού Διαλόγου για θέματα Εμπορίου, ο όγκος ευρωτουρκικών εμπορικών συναλλαγών το 2023 ανήλθε σε 206 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ όπως μας ανέφερε κοινοτική πηγή, «εκτιμάται ότι η (σ.σ. ενδεχόμενη) αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης της Άγκυρας, θα οδηγήσει σε υπερδιπλασιασμό των ποσών και κατ’ επέκταση και των κερδών, προσεγγίζοντας ποσά που αναμένεται να κυμαίνονται πέριξ των 400 δισ. ευρώ ετησίως». Με τον μεγάλο όγκο των κερδών να ανήκει στην Τουρκία, η οποία θεωρεί ότι η αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης με την Ε.Ε. θα αποτελέσει μια σημαντική ένεση για την οικονομία της.
Στην «πρώτη επίσημη» του Υψηλού Πολιτικού Διαλόγου Ε.Ε.-Τουρκίας που όπως προαναφέραμε έλαβε χώρα στις 8 Ιουλίου, συμμετείχαν από πλευράς της Κομισιόν, ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος και επίτροπος Εμπορίου Valdis Dombrovskis και από πλευράς της Άγκυρας ο υπουργός Εμπορίου Omer Bolat. Όπως αναφέρεται στη γραπτή ανακοίνωση, ο πρώτος Υψηλός Πολιτικός Διάλογος για το Εμπόριο έδωσε, μεταξύ άλλων, πολιτική καθοδήγηση στις εργασίες για την αντιμετώπιση εναπομεινάντων διμερών προβλημάτων και επέτρεψε τη συζήτηση σε διάφορους τομείς συνεργασίας που θα ενίσχυαν τη λειτουργία της Τελωνειακής Ένωσης.
Σημειώνεται ότι του Υψηλού Πολιτικού Διαλόγου προηγήθηκε η Επιχειρηματική Στρογγυλή Τράπεζα Ε.Ε.-Τουρκίας, στο πλαίσιο της οποίας, εκπρόσωποι μεγάλων επιχειρηματικών ενώσεων της Τουρκίας και της Ε.Ε. «συζήτησαν την τρέχουσα κατάσταση στην εφαρμογή της Τελωνειακής Ένωσης και τις προοπτικές για την ενίσχυση των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων Τουρκίας-Ε.Ε.».
Κέρδη και απώλειες αφότου έσβησαν οι προβολείς του ΣΕΥ
Σύμφωνα με τρεις διαφορετικές πηγές, που μίλησαν στην «Κ», στο άτυπο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε. (ΣΕΥ), ενώπιον του Τούρκου ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν, υπήρξε κατά γενική ομολογία μια «υποδεικτική τάση» έναντι της Άγκυρας για την επίλυση του Κυπριακού. Η Λευκωσία φέρεται μάλιστα να θεωρεί ως θετική έκπληξη τη στάση της Γερμανίας, η οποία έθεσε επί τάπητος την ανάγκη λύσης του Κυπριακού, παραπέμποντας και στο πλαίσιο του ΟΗΕ.
«Γενικά, το ζήτημα της λύσης του Κυπριακού έθεσε μεγάλος αριθμός κρατών-μελών, ίσως 14-15, κυρίως υπό μορφή παρότρυνσης και χωρίς ιδιαίτερες λεπτομέρειες για τη βάση στην οποία θα επιδιωχθεί μια ενδεχόμενη διευθέτηση», μας ανέφερε κοινοτική πηγή. Κάτι που προφανώς αποτυπώνεται και στην προσεκτική τοποθέτηση του υπάτου εκπροσώπου της Ε.Ε., Γιοσέπ Μπορέλ, ο οποίος στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε λειτούργησε μάλλον σαν Πόντιος Πιλάτος. Συνοψίζοντας όσα έγιναν εντός αίθουσας, ο κ. Μπορέλ ανέφερε χαρακτηριστικά ότι η Ε.Ε. εξέφρασε «βούληση για εξεύρεση λύσης, μέσω πολιτικού διαλόγου», αποφεύγοντας κάθε αναφορά στη βάση λύσης του Κυπριακού. Όταν μάλιστα ο κ. Μπορέλ ρωτήθηκε κατά πόσον «οι παράμετροι Γκουτέρες εξακολουθούν να ισχύουν», αρκέστηκε να αναφέρει ότι «δεν εισήλθαμε σε τέτοιες λεπτομέρειες», επαναλαμβάνοντας ότι η πλειοψηφία των Ευρωπαίων ΥΠΕΞ έθεσε το ζήτημα της λύσης του Κυπριακού, αποφεύγοντας σε κάθε περίπτωση να προσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο θα διευθετηθεί το πρόβλημα και παραπέμποντας απλώς σε έναν «πολιτικό διάλογο». Κατά συνέπεια, η Λευκωσία έχει εξασφαλίσει μια γενική υποδεικτική τάση προς την Άγκυρα για λύση του Κυπριακού. Ωστόσο, αυτή η υποδεικτική τάση της Ε.Ε. χαρακτηρίζεται από μια «χαλαρότητα», όπως προκύπτει και από τις τοποθετήσεις Μπορέλ, αλλά και από ξένους διπλωμάτες που, μιλώντας στην «Κ», απέφυγαν να προσδιορίσουν τη μορφή της λύσης, παραπέμποντας στις δύο πλευρές και στη διαδικασία που επιδιώκεται να επαναρχίσει στο πλαίσιο του ΟΗΕ.
O ΥΠΕΞ Κωνσταντίνος Κόμπος απάντησε στον Τούρκο αξιωματούχο ότι είναι ο μόνος στην αίθουσα που αξιώνει «κυριαρχική ισότητα», ενώ για το ζήτημα της απομόνωσης υπενθύμισε την εισβολή και κατοχή της Κύπρου
Την ίδια ώρα, η Άγκυρα, μπορεί να εισέπραξε γενικές υποδεικτικές αναφορές για λύση του Κυπριακού, αλλά ο Χακάν Φιντάν είχε την ευκαιρία να θέσει επί τάπητος θέμα «κυριαρχικής ισότητας δύο οντοτήτων», ως επίσης και τον τερματισμό της λεγόμενης «απομόνωσης» των Τουρκοκυπρίων. Όπως πάντως πληροφορούμαστε, ο ΥΠΕΞ Κωνσταντίνος Κόμπος σήκωσε το γάντι και απάντησε στον Τούρκο αξιωματούχο ότι είναι ο μόνος στην αίθουσα που αξιώνει «κυριαρχική ισότητα», ενώ για το ζήτημα της απομόνωσης υπενθύμισε την εισβολή και κατοχή της Κύπρου.
Κοινοτική πηγή με άριστη γνώση των διαμειφθέντων, εντός αιθούσης, ανέφερε στην «Κ»: «Η μεγάλη εικόνα του ΣΕΥ δεν ήταν ούτε οι μονόλογοι των διαφόρων πλευρών, ούτε οι φραστικές υποδείξεις, ούτε η ήπια σε κάθε περίπτωση φραστική αντιπαράθεση Τουρκίας-Κύπρου. Η μεγάλη εικόνα ήταν η συμμετοχή Τούρκου ΥΠΕΞ για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια σε άτυπο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε., η οποία σηματοδοτεί την ενεργοποίηση του κοινού εγγράφου Μπορέλ/Κομισιόν και των αποφάσεων τής Συνόδου Κορυφής του Απριλίου για την οικοδόμηση μιας νέας μακρόπνοης ευρωτουρκικής σχέσης. Αυτό είναι το μόνο που μας μένει, αφότου έσβησαν οι προβολείς του άτυπου ΣΕΥ», σημείωσε η ίδια κοινοτική πηγή.
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΠόρισμα καταπέλτης για το “Κράτος-Μαφία” για 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΤουρκική εφημερίδα κάνει λόγο για «ισραηλινή κατάληψη» στην Κύπρο
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΠόρισμα «Κράτος Μαφία»: Πρώτα ενημερώνεται ο Αναστασιάδης, μετά η δημοσιοποίηση
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΜήνυμα ΔΗΠΑ προς Παπαδόπουλο: «Αναμένουμε την πρόσκληση» – Ανοικτοί σε συνεργασία αλλά με όρους
-
MILITAIRE1 month agoΗ σκοτεινή Ευρώπη, μια ιστορία εγκλημάτων! Ηλίας Παπαναστασίου
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΣτο φως νέες λεπτομέρειες για την υπόθεση Χαμάς σε Ελλάδα και Κύπρο
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΟυκρανικό ΥΠΕΞ: Δεν παραιτήθηκε ο πρέσβης στην Κύπρο – Είχε ήδη δρομολογηθεί η ανάκλησή του
-
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΕρντογάν για Κύπρο: «Δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα» – Γιατί φοβάται ένα μικρό νησί;
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month ago«Κράτος Μαφία»: Σφοδρές αλληλοκατηγορίες μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ
-
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ1 month agoΗ πλήρης σύνθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών της Βουλής






