Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Οι προτεραιότητες Ερχιουρμάν, ο ρόλος της Τουρκίας και το νέο σκηνικό στο Κυπριακό

Avatar photo

Published

on

Δεν έχουν περάσει παρά ελάχιστες ώρες από τη «νίκη» του Τουφάν Ερχιουρμάν στην παράνομη «εκλογική διαδικασία» στα κατεχόμενα. Ωστόσο, στο σύντομο αυτό διάστημα, ο νέος ηγέτης των Τουρκοκυπρίων φρόντισε ήδη τρεις φορές να στείλει σαφές μήνυμα προς την Άγκυρα, διαμηνύοντας ότι προτίθεται να διαβουλεύεται μαζί της για όλα τα ζητήματα που άπτονται του Κυπριακού και της «εξωτερικής πολιτικής» των κατεχομένων — πολιτικής που, στην πραγματικότητα, δεν είναι τίποτε άλλο από το ίδιο το Κυπριακό, καθώς αφορά τις προσπάθειες για «διεθνή αναγνώριση» του ψευδοκράτους. Όπως φαίνεται, ο Ερχιουρμάν δίνει προτεραιότητα στο να καθησυχάσει την Τουρκία ότι δεν πρόκειται να απομακρυνθεί από τη γραμμή της, παρά να πείσει όσους στην ελληνοκυπριακή πλευρά έσπευσαν να υποδεχθούν θετικά την «εκλογή» του, ελπίζοντας ότι θα διαφοροποιηθεί από την τουρκική πολιτική και θα επιδιώξει την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων στο συμφωνημένο πλαίσιο. Αντίθετα, ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι «ο καθορισμός εξωτερικής πολιτικής στην Κύπρο χωρίς διαβούλευση με την Τουρκία δεν θα αποτελεί ποτέ ζήτημα κατά τη διάρκεια της θητείας μου», προσθέτοντας πως επιθυμεί να ενισχύσει περαιτέρω τις ήδη στενές του σχέσεις με την Άγκυρα. «Θεωρώ καθήκον μου να συμβάλω στην περαιτέρω ανάπτυξη των σχέσεών μας με την Τουρκία», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία δεν φαίνεται να επιχειρεί να αξιοποιήσει τη «νίκη» Ερχιουρμάν ως ευκαιρία για αναπροσαρμογή της στάσης της — που εξακολουθεί να εστιάζει στην ενίσχυση του ψευδοκράτους και την προώθηση της λογικής των «δύο κρατών» — προκειμένου να επιτρέψει την επανέναρξη των συνομιλιών. Αν και θεωρητικά θα μπορούσε να μεταβάλει τη στάση της εάν το έκρινε ωφέλιμο για άλλες παράλληλες επιδιώξεις, όπως οι σχέσεις της με την ΕΕ, μέχρι στιγμής δεν διαφαίνεται καμία μετατόπιση. Η ρητορική της Άγκυρας παραμένει αμετάβλητη, εμμένοντας στο αφήγημα περί «δικαιώματος των Τουρκοκυπρίων να έχουν το δικό τους κράτος» και απορρίπτοντας οποιαδήποτε επιστροφή στο ομοσπονδιακό πλαίσιο λύσης. Ουσιαστικά, δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη πρόθεσης να εγκαταλειφθεί η πάγια θέση ότι η ομοσπονδία «έχει τελειώσει». Παρότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δήλωσε το βράδυ της Κυριακής την ετοιμότητά του να επαναληφθούν οι συνομιλίες από το σημείο που σταμάτησαν στο Κραν Μοντανά, ο Ερχιουρμάν μέχρι στιγμής αποφεύγει να τοποθετηθεί επί του ζητήματος, πιθανότατα προτιμώντας να το πράξει μετά την πρώτη επίσκεψή του στην Άγκυρα.

Δεν είναι ακόμη σαφές εάν ο Τουφάν Ερχιουρμάν προτίθεται να συγκρουστεί με την Τουρκία. Είναι γνωστό ότι υποστηρίζει μια μορφή ομοσπονδίας, ωστόσο το περιεχόμενο αυτής της θέσης του διαφέρει από την παραδοσιακή κατανόηση στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Ο ίδιος προωθεί ένα πιο «αποκεντρωμένο» μοντέλο, με δική του εκδοχή της πολιτικής ισότητας και αναφορές σε διεθνή αναγνώριση των συνιστωσών πολιτειών — στοιχεία που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σημαντικά εμπόδια, εάν ξεκινούσαν ξανά οι διαπραγματεύσεις. Είναι επίσης αμφίβολο κατά πόσο αυτή η προσέγγιση αντανακλά πλήρως τις επιδιώξεις όλων των Τουρκοκυπρίων που τον στήριξαν στις παράνομες «εκλογές».

Για μια μερίδα Τουρκοκυπρίων, οι συνθήκες «άτυπου δημοψηφίσματος» μεταξύ ομοσπονδίας και δύο κρατών, που επιχείρησε να δημιουργήσει τις τελευταίες ημέρες ο Ερσίν Τατάρ, φαίνεται να λειτούργησαν αντίστροφα, ενισχύοντας την επιθυμία διατήρησης της προοπτικής λύσης. Ωστόσο, η επιλογή τους υπέρ Ερχιουρμάν φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο με τις σχέσεις με την Άγκυρα και λιγότερο με το ίδιο το Κυπριακό — δηλαδή με την ανησυχία τους για τη σταδιακή αλλοίωση της τουρκοκυπριακής κοινωνίας μέσα από επιβαλλόμενες από την Τουρκία κοινωνικές πρακτικές και πρότυπα, όπως η πρόσφατη απόφαση που επέτρεψε σε μικρά κορίτσια να φορούν μαντίλα στα σχολεία, κάτι ξένο προς την κουλτούρα τους. Τέτοια ζητήματα καθημερινότητας φαίνεται να απασχολούν περισσότερο τους Τουρκοκυπρίους, ειδικά όταν ο Τατάρ εμφανιζόταν πλήρως ευθυγραμμισμένος με τις επιλογές της Άγκυρας, χωρίς καμία αντίσταση.

Όπως ανέφερε στο ΚΥΠΕ ο Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, Νίκος Μούδουρος, οι «ψηφοφόροι» του Τουφάν Ερχιουρμάν αποδεικνύονται πιο μπροστά από τον ίδιο. Ο ίδιος, σημείωσε, «απέφυγε να θέσει με έντονο τρόπο τα ζητήματα αντιπαράθεσης με την Τουρκία». Οι κοινωνικές ομάδες που τον στήριξαν φαίνεται να έχουν πιο προωθημένη αντίληψη ως προς τη σχέση που θα ήθελαν να διαμορφώσουν με την Άγκυρα. Ο Μούδουρος προειδοποίησε, τέλος, ότι «τυχόν μετατόπιση της Άγκυρας δεν θα προκύψει μέσα από την ψηφοφορία για τον νέο Τουρκοκύπριο ηγέτη, αλλά μέσα από ένα ευρύτερο διεθνές και πολιτικό περιβάλλον».

Σε δηλώσεις του μετά το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων, ο Υπουργός Εξωτερικών Κωνσταντίνος Κόμπος απηύθυνε σαφές μήνυμα προς την Τουρκία, επισημαίνοντας πως «τώρα είναι η στιγμή της Τουρκίας να κάνει τη σωστή επιλογή». Τόνισε ότι η Λευκωσία παραμένει πλήρως προσηλωμένη στην προοπτική επανέναρξης ουσιαστικών διαπραγματεύσεων με τον νέο Τουρκοκύπριο ηγέτη, «πάντα και αποκλειστικά στο πλαίσιο των Ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και των αρχών και αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Για να επιτευχθεί αυτό, υπογράμμισε, απαιτείται αλλαγή στάσης από την Τουρκία, υπενθυμίζοντας πως «η ΕΕ έχει ήδη προσφέρει πολλές επιλογές στην Άγκυρα» και ότι «τώρα είναι η στιγμή να επιλέξει σωστά», μεταφέροντας ουσιαστικά την ευθύνη στις αποφάσεις της Τουρκίας και, κατ’ επέκταση, του Ερχιουρμάν.

Ανάλογο μήνυμα απέστειλε και ο Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, Γιώργος Γεραπετρίτης, προς τον Τούρκο ομόλογό του, Χακάν Φιντάν. Κατά τη συνομιλία τους, αναφέρθηκε στις τελευταίες εξελίξεις στα κατεχόμενα και στην επικείμενη άτυπη διευρυμένη συνάντηση για το Κυπριακό, επισημαίνοντας ότι η «ανάδειξη» του Τουφάν Ερχιουρμάν θα μπορούσε να σηματοδοτήσει ένα νέο κεφάλαιο ελπίδας και προοπτικής για την επανένωση του νησιού, στη βάση των Ψηφισμάτων του ΟΗΕ.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι στο Κυπριακό επέδειξαν υπομονή όλο αυτό το διάστημα, αναμένοντας την ολοκλήρωση των παράνομων «εκλογών» στα κατεχόμενα. Τώρα που το εμπόδιο αυτό εξέλειψε, έφτασε η ώρα να ανοίξουν όλοι τα χαρτιά τους, ξεκινώντας με την επικείμενη επίσκεψη της προσωπικής απεσταλμένης του ΟΗΕ για το Κυπριακό και τις συζητήσεις που αναμένεται να ακολουθήσουν.

Continue Reading

Off the Record

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

Avatar photo

Published

on

Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.

Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.

Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.

Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;

Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.

Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες

Avatar photo

Published

on

της Κατερίνας Χατζηστυλλή* 

Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.

Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία

Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.

Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.

Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.

Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης

Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.

Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.

Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.

Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή

Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.

Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.

Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις

Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.

Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.

Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.

Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.

Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.

 

*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου

 

Continue Reading

voulitv

52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν

Avatar photo

Published

on

Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.

Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.

Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.

Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.

Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.

Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.

Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.

Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;

Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.

Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.

Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.

Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.

Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.

Continue Reading
Advertisement
Άρθρα Χάρη Θεραπή2 days ago

Κατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων

Off the Record2 days ago

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 days ago

Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες

Off the Record6 days ago

Η ώρα της αμερικανικής ευθύνης στο Κυπριακό

voulitv2 weeks ago

52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν

Off the Record2 weeks ago

Ντόναλντ Τραμπ: Αναξιόπιστος απέναντι στους παραδοσιακούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών

Off the Record3 weeks ago

Προεδρικές Εκλογές 2028: Τα πρόσωπα, οι ισορροπίες και τα πιθανά σενάρια

Off the Record3 weeks ago

Δυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη

Off the Record3 weeks ago

Οι πολιτικές καινοτομίες και ο Φειδίας

Off the Record4 weeks ago

Η γενετική μας συγγένεια με τα ποντίκια και η χρησιμοποίηση σαν πειραματόζωα.

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia