ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Αναβάθμιση διαλόγου για Τελωνειακή
Οι προβολείς ήταν στραμμένοι –την εβδομάδα που πέρασε– στην εικόνα της πρώτης συμμετοχής υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, μετά από πέντε ολόκληρα χρόνια, σε άτυπο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε. (ΣΕΥ), με τυπική έγκριση και της Λευκωσίας, χωρίς καμιά ουσιαστική διασύνδεση με το Κυπριακό που συνεχίζει να βρίσκεται σε αδιέξοδο και με τις κυπρογενείς υποχρεώσεις τής Άγκυρας, οι οποίες συνεχίζουν να παραμένουν ανεκπλήρωτες. Την ίδια ώρα, στο παρασκήνιο, όπως είναι σε θέση να γνωρίζει η «Κ», οι Βρυξέλλες και η κυβέρνηση Ερντογάν επιχειρούν να εισέλθουν σε «βαθύτερα νερά» και έχουν ήδη κάνει το πρώτο βήμα για τη δρομολόγηση υλοποίησης της «κορωνίδας» των τουρκικών αιτημάτων, που αφορά στην αναβάθμιση της Τελωνειακής της Ένωσης, χωρίς καμιά μάλιστα νύξη στο κυπριακό πρόβλημα και στην επίλυσή του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το αφήγημα της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη περί «διασύνδεσης» των ευρωτουρκικών και του ζητήματος της Κύπρου.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες της «Κ», η Κομισιόν και η Άγκυρα έχουν ήδη συζητήσει εν εκτάσει την αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης, σε τέσσερις τουλάχιστον περιπτώσεις: Η πρώτη με κάθε επισημότητα στις 8 Ιουλίου σε υψηλό πολιτικό επίπεδο, άλλες δύο ανεπίσημα, στα τέλη του ίδιου μήνα και στις αρχές Αυγούστου, ενώ πραγματοποιήθηκε και Επιχειρηματική Στρογγυλή Τράπεζα Ε.Ε.-Τουρκίας, στο επίκεντρο της οποίας βρισκόταν και πάλι η Τελωνειακή Ένωση.
Κοινοτική πηγή ανέφερε στην «Κ», ότι «πλατφόρμα για τη συζήτηση της αναβάθμισης της Τελωνειακής Ένωσης απετέλεσαν τα “εγκαίνια” του Υψηλού Πολιτικού Διαλόγου Ε.Ε.-Τουρκίας για θέματα Εμπορίου». Πολιτικός Διάλογος, ο οποίος πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά, καθώς μέχρι πρόσφατα ήταν επισήμως παγωμένος, λόγω και της άρνησης της Τουρκίας να ανοίξει τα λιμάνια της σε πλοία από την Κύπρο και στο κυπριακό εμπόριο, αρνούμενη να εφαρμόσει το «Πρόσθετο Πρωτόκολλο». Ο εν λόγω Υψηλός Πολιτικός Διάλογος ξεπάγωσε, όπως και όλοι οι Υψηλοί ευρωτουρκικοί Πολιτικοί Διάλογοι, με τη σύμφωνη γνώμη της Λευκωσίας, στο πλαίσιο απόφασης που λήφθηκε στη Σύνοδο Κορυφής, στις 17-18 Απριλίου.
Άλλωστε, τα Συμπεράσματα που προσυπέγραψε ο πρόεδρος Χριστοδουλίδης, στη Σύνοδο Κορυφής του περασμένου Απριλίου, προνοούν την «προώθηση της εργασίας», επί του εγγράφου Μπορέλ/Κομισιόν που εισηγείται και το ξεπάγωμα όλων των ευρωτουρκικών Υψηλών Πολιτικών Διαλόγων ως επίσης και τη δρομολόγηση αναβάθμισης της Τελωνειακής Ένωσης της Τουρκίας, όπως βεβαίως και τη συμμετοχή του Τούρκου ΥΠΕΞ στα άτυπα Συμβούλια Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε., στο πλαίσιο ενός πακέτου δώρων προς την Άγκυρα που εκτείνεται συνολικά σε επτά πυλώνες.
Πηγή της Ε.Ε. ανέφερε στην «Κ» ότι «ήδη έχει γίνει ένα πρώτο βήμα, με ουσιαστικές συζητήσεις προς την κατεύθυνση της δρομολόγησης για αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης της Τουρκίας», παραπέμποντας μάλιστα και σε «γραπτή κοινή ανακοίνωση», των Βρυξελλών και της Άγκυρας, «μετά την πραγματοποίηση του πρώτου Υψηλού Πολιτικού Διαλόγου Ε.Ε.-Τουρκίας», για το Εμπόριο. Στην κοινή γραπτή ανακοίνωση Ε.Ε.-Τουρκίας, η οποία είναι αρκούντως αποκαλυπτική, αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Η συνάντηση του Υψηλού Πολιτικού Διαλόγου για το Εμπόριο είναι ένα σημαντικό ορόσημο (milestone) για τη αντιμετώπιση των υφιστάμενων εμποδίων σε σχέση με την Τελωνειακή Ένωση και τον εκμοντερνισμό (σ.σ. αναβάθμισή) της».
Σημειώνεται ότι στην εν λόγω γραπτή ανακοίνωση δεν υπάρχει ούτε μια λέξη για το Κυπριακό και την επίλυσή του, κάτι που αφήνει εκτεθειμένη, αν μη τι άλλο, τη Λευκωσία. Αντίθετα, υπάρχει μια άλλη αναφορά, που υποστηρίζει ότι στη συνάντηση δόθηκε και «πολιτική καθοδήγηση» (political steer), μεταξύ άλλων και «για την ενίσχυση της λειτουργίας της Τελωνειακής Ένωσης».
Με άλλα λόγια, συνεπεία των Συμπερασμάτων της 17ης και 18ης Απριλίου, τα οποία προσυπέγραψαν οι ηγέτες των «27», περιλαμβανομένου του προέδρου Χριστοδουλίδη, οι Βρυξέλλες και η Άγκυρα άρχισαν ήδη την «προώθηση της εργασίας» επί του εγγράφου Μπορέλ/Κομισιόν και των εισηγήσεών του. Και δεν περιορίστηκαν μόνο στην εικόνα της συμμετοχής του Τούρκου ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν στο άτυπο ΣΕΥ, που όπως επανειλημμένα δημοσίευσε η «Κ», «είναι μόνο η αρχή». Αλλά, εγκαινίασαν Υψηλούς Πολιτικούς Διαλόγους που δεν είχαν γίνει ποτέ στο παρελθόν λόγω των ανεκπλήρωτων υποχρεώσεων της Τουρκίας, κάνοντας μάλιστα ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση δρομολόγησης της αναβάθμισης της Τελωνειακής Ένωσης. Και όλα αυτά χωρίς καμιά διασύνδεση με το Κυπριακό, το οποίο ως γνωστό παραμένει σε τέλμα και χωρίς καμιά ένδειξη ή πρόθεση για εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Άγκυρας, κυπρογενών και γενικότερων, έναντι της Ε.Ε.
Θα πρέπει πάντως να διευκρινίσουμε, για μια ακόμη φορά, ότι η δρομολόγηση της αναβάθμισης της Τελωνειακής Ένωσης της Τουρκίας, δεν είναι μια διαδικασία που θα ολοκληρωθεί σύντομα. Θα απαιτηθεί χρόνος, τόσο για προετοιμασία, όσο και για διαβούλευση και συντονισμό και σε τεχνικό/διπλωματικό επίπεδο, ανεξαρτήτως ενδεχομένων πολιτικών εμποδίων.
Σε κάθε πάντως περίπτωση, η τάση είναι τουλάχιστον προφανής, όπως και ο στόχος για δρομολόγηση αναβάθμισης της Τελωνειακής Ένωσης, απαλλαγμένης από κάθε σκέψη για διασύνδεση με το Κυπριακό, όπως προκύπτει τόσο από το έγγραφο Μπορέλ/Κομισιόν όσο και από τα Συμπεράσματα του περασμένου Απριλίου των ηγετών όλων των κρατών-μελών, αλλά και από τη θέση της Ε.Ε., όπως αποτυπώνεται στην κοινή δήλωση με την Τουρκία, στο πλαίσιο του πρώτου Υψηλού Πολιτικού Διαλόγου για το Εμπόριο.
Σημειώνεται ότι πέραν της πολιτικής συζήτησης για αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης στο πλαίσιο του Υψηλού Πολιτικού Διαλόγου Ε.Ε.-Τουρκίας, συζητήσεις για το ίδιο θέμα βρίσκονται σε εξέλιξη και σε τεχνικό/διπλωματικό επίπεδο, όπου επίσης συζητούνται η παροχή διευκολύνσεων για ευρωπαϊκές θεωρήσεις διαβατηρίων προς την Τουρκία, όπως και η πλήρης επανενεργοποίηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στη χώρα.
206 δισ. ευρώ επί δύο…
«Τα χρήματα είναι πολλά» και η αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης της Τουρκίας καθίσταται στόχος για τη συντριπτική πλειοψηφία των κρατών-μελών της Ε.Ε. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα κοινή δήλωση Ε.Ε.-Τουρκίας, στο πλαίσιο του πρώτου ευρωτουρκικού Υψηλού Πολιτικού Διαλόγου για θέματα Εμπορίου, ο όγκος ευρωτουρκικών εμπορικών συναλλαγών το 2023 ανήλθε σε 206 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ όπως μας ανέφερε κοινοτική πηγή, «εκτιμάται ότι η (σ.σ. ενδεχόμενη) αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης της Άγκυρας, θα οδηγήσει σε υπερδιπλασιασμό των ποσών και κατ’ επέκταση και των κερδών, προσεγγίζοντας ποσά που αναμένεται να κυμαίνονται πέριξ των 400 δισ. ευρώ ετησίως». Με τον μεγάλο όγκο των κερδών να ανήκει στην Τουρκία, η οποία θεωρεί ότι η αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης με την Ε.Ε. θα αποτελέσει μια σημαντική ένεση για την οικονομία της.
Στην «πρώτη επίσημη» του Υψηλού Πολιτικού Διαλόγου Ε.Ε.-Τουρκίας που όπως προαναφέραμε έλαβε χώρα στις 8 Ιουλίου, συμμετείχαν από πλευράς της Κομισιόν, ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος και επίτροπος Εμπορίου Valdis Dombrovskis και από πλευράς της Άγκυρας ο υπουργός Εμπορίου Omer Bolat. Όπως αναφέρεται στη γραπτή ανακοίνωση, ο πρώτος Υψηλός Πολιτικός Διάλογος για το Εμπόριο έδωσε, μεταξύ άλλων, πολιτική καθοδήγηση στις εργασίες για την αντιμετώπιση εναπομεινάντων διμερών προβλημάτων και επέτρεψε τη συζήτηση σε διάφορους τομείς συνεργασίας που θα ενίσχυαν τη λειτουργία της Τελωνειακής Ένωσης.
Σημειώνεται ότι του Υψηλού Πολιτικού Διαλόγου προηγήθηκε η Επιχειρηματική Στρογγυλή Τράπεζα Ε.Ε.-Τουρκίας, στο πλαίσιο της οποίας, εκπρόσωποι μεγάλων επιχειρηματικών ενώσεων της Τουρκίας και της Ε.Ε. «συζήτησαν την τρέχουσα κατάσταση στην εφαρμογή της Τελωνειακής Ένωσης και τις προοπτικές για την ενίσχυση των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων Τουρκίας-Ε.Ε.».
Κέρδη και απώλειες αφότου έσβησαν οι προβολείς του ΣΕΥ
Σύμφωνα με τρεις διαφορετικές πηγές, που μίλησαν στην «Κ», στο άτυπο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε. (ΣΕΥ), ενώπιον του Τούρκου ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν, υπήρξε κατά γενική ομολογία μια «υποδεικτική τάση» έναντι της Άγκυρας για την επίλυση του Κυπριακού. Η Λευκωσία φέρεται μάλιστα να θεωρεί ως θετική έκπληξη τη στάση της Γερμανίας, η οποία έθεσε επί τάπητος την ανάγκη λύσης του Κυπριακού, παραπέμποντας και στο πλαίσιο του ΟΗΕ.
«Γενικά, το ζήτημα της λύσης του Κυπριακού έθεσε μεγάλος αριθμός κρατών-μελών, ίσως 14-15, κυρίως υπό μορφή παρότρυνσης και χωρίς ιδιαίτερες λεπτομέρειες για τη βάση στην οποία θα επιδιωχθεί μια ενδεχόμενη διευθέτηση», μας ανέφερε κοινοτική πηγή. Κάτι που προφανώς αποτυπώνεται και στην προσεκτική τοποθέτηση του υπάτου εκπροσώπου της Ε.Ε., Γιοσέπ Μπορέλ, ο οποίος στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε λειτούργησε μάλλον σαν Πόντιος Πιλάτος. Συνοψίζοντας όσα έγιναν εντός αίθουσας, ο κ. Μπορέλ ανέφερε χαρακτηριστικά ότι η Ε.Ε. εξέφρασε «βούληση για εξεύρεση λύσης, μέσω πολιτικού διαλόγου», αποφεύγοντας κάθε αναφορά στη βάση λύσης του Κυπριακού. Όταν μάλιστα ο κ. Μπορέλ ρωτήθηκε κατά πόσον «οι παράμετροι Γκουτέρες εξακολουθούν να ισχύουν», αρκέστηκε να αναφέρει ότι «δεν εισήλθαμε σε τέτοιες λεπτομέρειες», επαναλαμβάνοντας ότι η πλειοψηφία των Ευρωπαίων ΥΠΕΞ έθεσε το ζήτημα της λύσης του Κυπριακού, αποφεύγοντας σε κάθε περίπτωση να προσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο θα διευθετηθεί το πρόβλημα και παραπέμποντας απλώς σε έναν «πολιτικό διάλογο». Κατά συνέπεια, η Λευκωσία έχει εξασφαλίσει μια γενική υποδεικτική τάση προς την Άγκυρα για λύση του Κυπριακού. Ωστόσο, αυτή η υποδεικτική τάση της Ε.Ε. χαρακτηρίζεται από μια «χαλαρότητα», όπως προκύπτει και από τις τοποθετήσεις Μπορέλ, αλλά και από ξένους διπλωμάτες που, μιλώντας στην «Κ», απέφυγαν να προσδιορίσουν τη μορφή της λύσης, παραπέμποντας στις δύο πλευρές και στη διαδικασία που επιδιώκεται να επαναρχίσει στο πλαίσιο του ΟΗΕ.
O ΥΠΕΞ Κωνσταντίνος Κόμπος απάντησε στον Τούρκο αξιωματούχο ότι είναι ο μόνος στην αίθουσα που αξιώνει «κυριαρχική ισότητα», ενώ για το ζήτημα της απομόνωσης υπενθύμισε την εισβολή και κατοχή της Κύπρου
Την ίδια ώρα, η Άγκυρα, μπορεί να εισέπραξε γενικές υποδεικτικές αναφορές για λύση του Κυπριακού, αλλά ο Χακάν Φιντάν είχε την ευκαιρία να θέσει επί τάπητος θέμα «κυριαρχικής ισότητας δύο οντοτήτων», ως επίσης και τον τερματισμό της λεγόμενης «απομόνωσης» των Τουρκοκυπρίων. Όπως πάντως πληροφορούμαστε, ο ΥΠΕΞ Κωνσταντίνος Κόμπος σήκωσε το γάντι και απάντησε στον Τούρκο αξιωματούχο ότι είναι ο μόνος στην αίθουσα που αξιώνει «κυριαρχική ισότητα», ενώ για το ζήτημα της απομόνωσης υπενθύμισε την εισβολή και κατοχή της Κύπρου.
Κοινοτική πηγή με άριστη γνώση των διαμειφθέντων, εντός αιθούσης, ανέφερε στην «Κ»: «Η μεγάλη εικόνα του ΣΕΥ δεν ήταν ούτε οι μονόλογοι των διαφόρων πλευρών, ούτε οι φραστικές υποδείξεις, ούτε η ήπια σε κάθε περίπτωση φραστική αντιπαράθεση Τουρκίας-Κύπρου. Η μεγάλη εικόνα ήταν η συμμετοχή Τούρκου ΥΠΕΞ για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια σε άτυπο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε., η οποία σηματοδοτεί την ενεργοποίηση του κοινού εγγράφου Μπορέλ/Κομισιόν και των αποφάσεων τής Συνόδου Κορυφής του Απριλίου για την οικοδόμηση μιας νέας μακρόπνοης ευρωτουρκικής σχέσης. Αυτό είναι το μόνο που μας μένει, αφότου έσβησαν οι προβολείς του άτυπου ΣΕΥ», σημείωσε η ίδια κοινοτική πηγή.
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Τορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;
Ο διορισμός του Νίκου Τορναρίτη ως Ειδικού Πολιτικού Απεσταλμένου του Προέδρου για το Κυπριακό σε Ασία και Αφρική δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την εμπειρία που φέρνει μαζί του.
Δεκαετίες πολιτικής και κοινοβουλευτικής παρουσίας, μακρά ενασχόληση με το Κυπριακό και, κυρίως, ένα δίκτυο διεθνών επαφών που δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα, από πλευράς αξιοποίησης ανθρώπινου πολιτικού κεφαλαίου, η επιλογή έχει σαφή λογική.
Το παραπολιτικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.
Ο Νίκος Τορναρίτης δεν είναι απλώς ένας πρώην βουλευτής. Είναι ένα πρόσωπο με μακρά διαδρομή στον ΔΗΣΥ. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέγει ένα τέτοιο στέλεχος για μια αποστολή που συνδέεται άμεσα με την κορυφαία εθνική προτεραιότητα, το Κυπριακό.
Το ερώτημα λοιπόν μεταφέρεται στην Πινδάρου: πώς θα διαβαστεί η κίνηση;
Ως μια θεσμική επιλογή, όπου μπροστά στο Κυπριακό περισσεύουν οι κομματικές γραμμές; Ή ως ακόμη μία κίνηση Χριστοδουλίδη που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιεί πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του ΔΗΣΥ χωρίς να χρειάζεται πολιτική συμφωνία με την ηγεσία του κόμματος;
Η συγκυρία κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μόλις σήμερα ο Πρόεδρος επανήλθε δημόσια στις σχέσεις του με τον ΔΗΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπικό πρόβλημα με την ηγεσία ή στελέχη του κόμματος και θέτοντας το ερώτημα «πού διαφωνείτε;».
Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια με παραπολιτικό βάρος: τον Ιούλιο ο Τορναρίτης είχε διαψεύσει δημοσίευμα περί πρότασης για συμμετοχή του στο Υπουργικό, δηλώνοντας τότε ότι, εάν αποφάσιζε να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θα το έκανε δημόσια και με πλήρη διαφάνεια.
Δύο μήνες αργότερα, η πρόταση υπάρχει, είναι δημόσια και έγινε αποδεκτή.
Ο διορισμός, επομένως, μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: στο θεσμικό, ως αξιοποίηση ενός έμπειρου πολιτικού για το Κυπριακό· και στο πολιτικό, ως υπενθύμιση ότι τα στεγανά ανάμεσα στο Προεδρικό και τον συναγερμικό χώρο παραμένουν διαπερατά.
Και κάπου εδώ η μπάλα περνά στην Πινδάρου.
Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γιατί ο Χριστοδουλίδης επέλεξε τον Τορναρίτη.
Είναι τι θα πει τώρα ο ΔΗΣΥ για την επιλογή του.
–Sniper–
voulitv
Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

*by Euripides L. Evriviades
Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy
What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?
Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.
Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.
Consider the pieces.
Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.
Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.
No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.
Once seen, the pattern is difficult to unsee.
It did not begin with Trump
But this did not begin with Trump.
In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.
The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.
This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.
America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.
The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.
American leadership worked because others had a stake in the system too.
The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.
Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.
Then look east.
Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.
Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.
Power beyond the battlefield
Twenty-first-century power extends beyond geography.
Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.
And above all, the dollar.
After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.
The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.
Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.
The pieces begin to connect.
The pieces begin to connect
Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.
Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.
None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.
Grand strategy does not require choreography.
Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.
The price of primacy
But therein lies the paradox.
American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.
Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.
Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.
As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.
Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.
Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.
The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.
The danger lies elsewhere.
The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.
America may win many of the transactions.
The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.
*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.
Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency
Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;
Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.
Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.
Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.
Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.
Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.
Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.
Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.
Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.
Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.
Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.
Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.
Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.
Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.
Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.
Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.
Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.
Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.
Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.
Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.
Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.
Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.
Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.
Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.
Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.
-
Off the Record3 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: Ορμώμενος εξ Αργάκας, ξανακτυπά
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή4 weeks agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
-
Off the Record3 weeks agoΔΗΣΥ: Η Αννίτα λέει «όχι», ο Αβέρωφ «ίσως» και ο Παμπορίδης… σιωπά
-
Off the Record2 weeks agoΠερί Προεδρικής λιμουζίνας
-
Off the Record1 month agoΓκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος
-
Off the Record1 month agoΠολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ4 weeks agoMecca and the new Middle East: what it means for Cyprus
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 weeks agoΤο νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
-
voulitv6 days agoΧριστοδουλίδης 2028: Χρειάζεται το ΕΛΑΜ, αλλά πόσο κοντά το αντέχει;






