Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Ασκήσεις χημείας στην Άγκυρα

Published

on

Χωρίς υψηλές προσδοκίες και με βασική στόχευση τη διατήρηση του θετικού κλίματος, των «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο και των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας μεταξύ των δύο πλευρών πραγματοποιείται σήμερα η επίσκεψη του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Αγκυρα και η συνάντηση με τον Τούρκο πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν. Στην ατζέντα των συνομιλιών δεν προβλέπεται να περιληφθεί η μείζων διαφορά της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών, ενώ με δεδομένο ότι στην Ελλάδα οι ευρωεκλογές απέχουν πλέον λιγότερο από ένα μήνα, το ενδιαφέρον έχει μεταφερθεί, πέραν της ουσίας των συνομιλιών, στις δημόσιες δηλώσεις των κ. Μητσοτάκη και Ερντογάν που θα ακολουθήσουν – και κυρίως σε εκείνες του Τούρκου προέδρου.

Η Αθήνα θα προτιμούσε –και το έχει μεταφέρει στην τουρκική πλευρά– να μην υπάρξουν καθόλου αναφορές στη μουσουλμανική μειονότητα, που αποτελεί ζήτημα το οποίο παγίως εγείρει η Αγκυρα ή, εάν υπάρξουν, να είναι σε χαμηλούς τόνους. Πάντως, εάν τούτο δεν συμβεί, είναι βέβαιο πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα απαντήσει, καθώς οι δηλώσεις του θα ακολουθήσουν εκείνες του κ. Ερντογάν. Επίσης, ο πρωθυπουργός θα τοποθετηθεί δημοσίως για την «προβληματική» απόφαση της Αγκυρας να μετατρέψει σε τζαμί τη Μονή της Χώρας.

Σκοπός της ελληνικής πλευράς, πάντως, είναι να αποφευχθούν οι τριβές και να επιβεβαιωθεί η λειτουργική προσωπική χημεία που έχει επιτευχθεί τον τελευταίο χρόνο ανάμεσα στους δύο ηγέτες. Για τον ίδιο σκοπό θα επιχειρηθεί να προγραμματιστούν οι επόμενες επαφές, προκειμένου να μείνει στις ράγες η προσέγγιση αποσυμπίεσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις τύπου από πάνω προς τα κάτω (top down).

Τα πάρκα και η Μονή

Οι δυσκολίες στη διατήρηση του καλού κλίματος έγιναν ορατές τόσο με την υπόθεση των θαλασσίων πάρκων, όσο και με την απόφαση του κ. Ερντογάν να ανακοινώσει την (αποφασισμένη προ 4 ετών) λειτουργία της Μονής της Χώρας ως τζαμί το Μεγάλο Σάββατο. Ο κ. Μητσοτάκης αναμένεται να απαντήσει και στα δύο θέματα, διαμηνύοντας ότι η Ελλάδα, εντός πλαισίου διεθνούς δικαίου, και χωρίς υποχώρηση από την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα, θα προχωρήσει στη δημιουργία θαλασσίων πάρκων κατά τον προγραμματισμό, με βάση περιβαλλοντικά κριτήρια. Επιπλέον, η ελληνική αντιπροσωπεία είναι έτοιμη και για συζητήσεις επί της διαδικασίας των ΜΟΕ (δηλαδή του μνημονίου Παπούλια – Γιλμάζ), δίχως, πάντως, να υπάρχει ιδιαίτερη διάθεση για αλλαγή του πλαισίου το οποίο, υπενθυμίζεται, προβλέπει μορατόριουμ ασκήσεων στο Αιγαίο κατά το τρίμηνο 15 Ιουνίου με 15 Σεπτεμβρίου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η στάση που τηρεί η Τουρκία στα ελληνοτουρκικά προωθείται από την Αγκυρα προς τους Ευρωπαίους συνομιλητές ως στοιχείο εποικοδομητικής συμπεριφοράς στο πλαίσιο των επαφών με την Ε.Ε. Το Κυπριακό δεν αποτελεί στοιχείο ελληνοτουρκικού διαλόγου σ’ αυτή τη φάση, αλλά, ούτως ή άλλως –με την πορεία που έχει λάβει– τα πράγματα στο συγκεκριμένο ζήτημα μοιάζουν προδιαγεγραμμένα με την αρνητική έννοια, καθώς η Αγκυρα δεν υποχωρεί σπιθαμή από τις θέσεις της.

Και νωρίτερα, πάντως, σε επίπεδο Πολιτικού Διαλόγου, τα θέματα που αφορούν τον πυρήνα των ελληνοτουρκικών διαφορών (κατά την ερμηνεία της Αθήνας), δηλαδή την προεργασία για προώθηση κάποιας διαδικασίας που θα οδηγήσει σε συζητήσεις για τον καθορισμό θαλασσίων ζωνών, πρόοδος δεν καταγράφηκε. Εν ολίγοις, παρά το γεγονός ότι οι διερευνητικές επαφές υπήχθησαν στον Πολιτικό Διάλογο, έως αυτή τη στιγμή δεν έγινε δυνατή η συζήτηση πάνω στα ζητήματα αυτά. Υπάρχει βεβαίως η θετική ατζέντα –κάποια μνημόνια που αφορούν την υλοποίηση της συνεργασίας Ελλάδας -Τουρκίας σε επίπεδο Πολιτικής Προστασίας ενόψει και της θερινής περιόδου, κατά την οποία οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις (πυρκαγιές και πλημμύρες), η επιστροφή προϊόντων αρχαιοκαπηλίας από διεθνή κυκλώματα που εξαρθρώθηκαν–, είναι ωστόσο προφανές ότι όλα αυτά δεν είναι παρά προσπάθεια να μην κλείσει ο δίαυλος επικοινωνίας.

Ποιοι θα είναι στο τραπέζι

Η σημερινή συνάντηση θα ακολουθήσει την τυπολογία του Βίλνιους, δηλαδή οι δύο ηγέτες θα συναντηθούν (για τέταρτη φορά από τον περασμένο Ιούλιο στο Βίλνιους) έχοντας στο πλευρό τους τούς υπουργούς Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη και Χακάν Φιντάν και τους διπλωματικούς συμβούλους Αννα-Μαρία Μπούρα και Ακίφ Τσαγατάι Κιλίτς. Στη συνέχεια θα πραγματοποιηθούν οι διευρυμένες συνομιλίες, στις οποίες από την ελληνική πλευρά θα συμμετάσχουν οι δύο υφυπουργοί Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου και Κώστας Φραγκογιάννης, ο διοικητής της ΕΥΠ Θέμης Δεμίρης, ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Θάνος Ντόκος, και από το πρωθυπουργικό γραφείο η σύμβουλος Διεθνούς Στρατηγικού Σχεδιασμού Αριστοτελία Πελώνη και η διευθύντρια Επικοινωνίας Κύρα Κάπη.

Η συνάντηση έχει προγραμματιστεί να αρχίσει στις 4 το απόγευμα και να τελειώσει περί τις 7.30. Αμέσως μετά το δείπνο ο κ. Μητσοτάκης θα επιστρέψει στην Αθήνα.

Επί της ουσίας, οι δύο ηγέτες θα επιβεβαιώσουν τις επόμενες συναντήσεις τους (τον Ιούλιο στο περιθώριο της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στην Ουάσιγκτον και τον Σεπτέμβριο στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη) και θα θέσουν ένα χρονοδιάγραμμα για νέους γύρους του Πολιτικού Διαλόγου, των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) και της θετικής ατζέντας. Αποτελεί ερωτηματικό αν υπάρχει χρόνος για την πραγματοποίηση ενός ακόμη γύρου Πολιτικού Διαλόγου (ο τελευταίος υπό την κ. Παπαδοπούλου και τον ομόλογό της Μπουράκ Ακσαπάρ πραγματοποιήθηκε στις 11 Μαρτίου) μέσα στο καλοκαίρι, πριν από τις επόμενες συναντήσεις σε επίπεδο ηγετών.

Πέρα από τα αμιγώς ελληνοτουρκικά, οι δύο ηγέτες θα συνομιλήσουν και για την περιφερειακή κατάσταση. Η τεταμένη κατάσταση στη Μέση Ανατολή και η επί τούτου τακτική επιδείνωσης των σχέσεων με το Ισραήλ που έχει ακολουθήσει ο κ. Ερντογάν, μπορεί να οδηγήσει τον πρόεδρο της Τουρκίας στην επιλογή να κάνει δηλώσεις για την κατάσταση στη Γάζα. Σ’ αυτή την περίπτωση, και ανάλογα προς τον τόνο που θα επιλέξει, η Αθήνα εκτιμούσε ότι μπορεί να απαιτηθεί παρέμβαση για το Μεσανατολικό και από τον κ. Μητσοτάκη.

Πηγή: Kathimerini

Off the Record

Τορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;

Avatar photo

Published

on

Ο διορισμός του Νίκου Τορναρίτη ως Ειδικού Πολιτικού Απεσταλμένου του Προέδρου για το Κυπριακό σε Ασία και Αφρική δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την εμπειρία που φέρνει μαζί του.

Δεκαετίες πολιτικής και κοινοβουλευτικής παρουσίας, μακρά ενασχόληση με το Κυπριακό και, κυρίως, ένα δίκτυο διεθνών επαφών που δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα, από πλευράς αξιοποίησης ανθρώπινου πολιτικού κεφαλαίου, η επιλογή έχει σαφή λογική.

Το παραπολιτικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.

Ο Νίκος Τορναρίτης δεν είναι απλώς ένας πρώην βουλευτής. Είναι ένα πρόσωπο με μακρά διαδρομή στον ΔΗΣΥ. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέγει ένα τέτοιο στέλεχος για μια αποστολή που συνδέεται άμεσα με την κορυφαία εθνική προτεραιότητα, το Κυπριακό.

Το ερώτημα λοιπόν μεταφέρεται στην Πινδάρου: πώς θα διαβαστεί η κίνηση;

Ως μια θεσμική επιλογή, όπου μπροστά στο Κυπριακό περισσεύουν οι κομματικές γραμμές; Ή ως ακόμη μία κίνηση Χριστοδουλίδη που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιεί πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του ΔΗΣΥ χωρίς να χρειάζεται πολιτική συμφωνία με την ηγεσία του κόμματος;

Η συγκυρία κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μόλις σήμερα ο Πρόεδρος επανήλθε δημόσια στις σχέσεις του με τον ΔΗΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπικό πρόβλημα με την ηγεσία ή στελέχη του κόμματος και θέτοντας το ερώτημα «πού διαφωνείτε;».

Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια με παραπολιτικό βάρος: τον Ιούλιο ο Τορναρίτης είχε διαψεύσει δημοσίευμα περί πρότασης για συμμετοχή του στο Υπουργικό, δηλώνοντας τότε ότι, εάν αποφάσιζε να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θα το έκανε δημόσια και με πλήρη διαφάνεια.

Δύο μήνες αργότερα, η πρόταση υπάρχει, είναι δημόσια και έγινε αποδεκτή.

Ο διορισμός, επομένως, μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: στο θεσμικό, ως αξιοποίηση ενός έμπειρου πολιτικού για το Κυπριακό· και στο πολιτικό, ως υπενθύμιση ότι τα στεγανά ανάμεσα στο Προεδρικό και τον συναγερμικό χώρο παραμένουν διαπερατά.

Και κάπου εδώ η μπάλα περνά στην Πινδάρου.

Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γιατί ο Χριστοδουλίδης επέλεξε τον Τορναρίτη.

Είναι τι θα πει τώρα ο ΔΗΣΥ για την επιλογή του.

–Sniper–

Continue Reading

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia