Connect with us

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ

Γιατί με τη σημερινή στρατηγική η Ελλάδα δεν κερδίζει την Τουρκία

Avatar photo

Published

on

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΛΗΝΑΚΗΣ*

Με την επίσηµη πλέον αμφισβήτηση της ελληνικότητας των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και ενόψει μιας ακόμη κρίσιμης χρονιάς στα εξωτερικά, είναι αναγκαία μια ψύχραιμη αξιολόγηση της εθνικής στρατηγικής απέναντι στην Τουρκία. Μακριά από τις Συμπληγάδες του αισιόδοξου εφησυχασμού και της εύκολης πλειοδοσίας πατριωτισμού, θα επιχειρήσουμε μια κατά το δυνατόν αντικειμενική στάθμιση του αν πράγματι «έξω πάμε καλά» ή χρειαζόμαστε μια νέα στρατηγική.

Στα σχεδόν δυόμισι χρόνια του βίου της η κυβέρνηση σημείωσε σημαντικές επιτυχίες. Η διαχείριση της κρίσης στον Εβρο, οι συμφωνίες αμυντικής συνδρομής με τη Γαλλία και τα Εμιράτα, η πολυδιάστατη ενίσχυση της συνεργασίας με τις ΗΠΑ, η συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο, οι εντυπωσιακές παραγγελίες υπερσύγχρονων στρατιωτικών εξοπλισμών (Rafale, Belharra κ.λπ.) ήταν αναμφίβολα σημαντικές κινήσεις στη διπλωματικο-στρατιωτική σκακιέρα. Εγιναν σε μερικούς μήνες όσα δεν είχαν γίνει σε μια δεκαετία.

Πόσο αξιόπιστο είναι όμως το κυβερνητικό αφήγημα της δυναμικής Ελλάδας απέναντι στην «απομονωμένη» Τουρκία; Επαρκούν οι αναμφίβολες επιτυχίες για να εξισορροπήσουν έναν αδίστακτο και αυξητικά συγκρουσιακό αντίπαλο, που έφτασε να αμφισβητήσει στον ΟΗΕ ελληνικό έδαφος; Επαρκούν, όταν σημειώνει κι αυτός επιτυχίες και ελίσσεται συχνά ακόμη πιο γρήγορα και έξυπνα; Πείθει το «στρατηγικό» αφήγημα περί «ισχυρών συμμάχων και εταίρων που αποτρέπουν και τιμωρούν» την τουρκική επιθετικότητα; Μπορούμε να εφησυχάσουμε ότι με νέες συμμαχίες και εντυπωσιακούς εξοπλισμούς (πάντως για το 2025) η Τουρκία αξιολογεί ως ισχυρή την αποτρεπτική μας ικανότητα και άρα «στριμωγμένη» παραιτείται από απειλές και παράλογες διεκδικήσεις;

Ας επιχειρήσουμε μια αναγκαστικά τηλεγραφική αλλά ψύχραιμη στάθμιση των εθνικών κερδοζημιών με βάση πραγματικά δεδομένα. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο δυστυχώς καλά κρατεί και με ευχολόγια δεν φεύγει από το πεδίο. Το ίδιο και η επισημοποίηση των παραληρηματικών αφηγημάτων της «Γαλάζιας Πατρίδας» και των «γκρίζων ζωνών». Μαζί με τη θρασύτατη αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας επί των νησιών του Αν. Αιγαίου (μέσω της πίεσης για αποστρατιωτικοποίησή τους) θέτουν σε εντελώς νέα βάση τις ανάγκες της παραδοσιακής εθνικής στρατηγικής. Προσθέστε και τη νέα τουρκική πρόταση για δύο κράτη στην Κύπρο, τα Βαρώσια, τον εκτουρκισμό των Κατεχομένων κ.λπ. και διαγράφονται συνολικά μπροστά μας αλλαγές «game changer» εις βάρος του Ελληνισμού.

Μπορεί η ακολουθούμενη πεπατημένη παλαιότερων ετών να αντιμετωπίσει τέτοιου μεγέθους προκλήσεις; Μπορεί κανείς βάσιμα να προσδοκά ότι στο τραπέζι των «διερευνητικών» (όπου πιεζόμαστε να διαπραγματευθούμε σχεδόν αποκλειστικά βάσει της παραπάνω τουρκικής ατζέντας) μπορούμε κάτι να κερδίσουμε, απλώς «απορρίπτοντας υπερήφανα» τις τουρκικές απαιτήσεις;

Από πλευράς, εξάλλου, συμμαχιών, καίτοι ιδιαίτερα χρήσιμες, προβληματίζει η αδυναμία μετάφρασής τους σε χειροπιαστά κέρδη. Παρά τη «θετική φλυαρία» της Ε.Ε., απογοητεύει η αδυναμία εξασφάλισης αποτελεσματικής πίεσης στην Αγκυρα. Πρακτικά απούσες είναι και οι άλλες πολυδιαφημισμένες συμμαχίες στην Αν. Μεσόγειο, που δεν μπορέσαμε καν να αξιοποιήσουμε με ασκήσεις στο απειλούμενο Αν. Αιγαίο. Ο αγωγός EastMed ήταν θνησιγενής (ως μη βιώσιμος) εξαρχής, αλλά κατέρρευσε κι από τα «πυρά» της «Γαλάζιας Πατρίδας». Προκληθέντες «επί του πεδίου» της Αν. Μεσογείου, κατά και μετά την κρίση του 2020, προτιμήσαμε: α) Να δηλώνουμε τα δικαιώματά μας πέραν των 6 ν.μ. απλά ως «δυνάμει», απέχοντας φοβικά από σαφέστερες διατυπώσεις. β) Να καθησυχάσουμε επ’ αυτού και επίσημα την Αγκυρα, αποκηρύσσοντας τη μέχρι πρότινος ανεπίσημη «σημαία» μας του χάρτη της Σεβίλλης (στον οποίο η Ε.Ε. αποτύπωσε την ΑΟΖ των 500.000 τ. χλμ. που δικαιούμαστε σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας). γ) Να αποδείξουμε (δυστυχώς και εμπράκτως) ότι «δεν είμαστε μαξιμαλιστές», μη υπερασπισθέντες φίλια ερευνητικά σκάφη στην οριοθετημένη ΑΟΖ μας όταν κυνηγήθηκαν από τουρκικές φρεγάτες. Για να μην αναφερθούμε στις απειλητικές εκκρεμότητες οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο (μεταξύ Ρόδου και Καστελλορίζου) και με Λιβύη, που με ευσεβοποθική ανάγνωση της «αξιοπιστίας» των Μεσανατολιτών συμμάχων μας και χωρίς «έξυπνες» πρωτοβουλίες εγκυμονούν νέες απογοητεύσεις.

Οι αδυναμίες αυτές εκπορεύονται πιθανότατα από μια ανεξήγητη άρνηση αποδοχής ότι το διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον αλλάζει ραγδαία κι επικίνδυνα και από «σιγουρατζίδικη» προσκόλληση στην ακολουθούμενη εδώ και δεκαετίες «διαχείριση» κρίσεων, που όμως οδήγησε σε εθνικές ζημιές και τουρκικά κέρδη. Ο χώρος δεν επαρκεί εδώ, αλλά έχω συχνά εξηγήσει ότι σε κάθε κρίση κάνουμε τα ίδια λάθη με την προηγούμενη.

Συμπερασματικά, κάθε σχεδόν μήνα η κυβέρνηση αναγγέλλει (ορθώς κατά τα άλλα) και μια στρατηγική για επιμέρους θέματα ή κοινωνικές ομάδες. Οταν η Αγκυρα χτίζει μεθοδικά αφήγημα «νομιμοποίησης» ένοπλου εκβιασμού για διεκδίκηση ακόμη και ελληνικού εδάφους, πότε σκοπεύει να ασχοληθεί συνολικά και σε βάθος με την εθνική στρατηγική; Το έργο –ομολογουμένως– δεν είναι εύκολο, ιδέες όμως υπάρχουν. Πόσα πρέπει ακόμη να υποστούμε για να εγκαταλειφθεί η στρουθοκαμηλική προσέγγιση των τουρκικών απειλών; Γιατί όσες βερμπαλιστικές καταδίκες της τουρκικής επιθετικότητας κι αν εξασφαλίσουμε από παλαιούς και νέους συμμάχους, κι όσους προηγμένους εξοπλισμούς κι αν αγοράσουμε, χωρίς σοβαρή στρατηγική και κυρίως «έξυπνα» αποφασιστικές κινήσεις απειλείται πλέον και η εδαφική μας ακεραιότητα. Στην αναμέτρηση με την Τουρκία δεν μπορούμε να χάνουμε συνεχώς έδαφος ή να αναβάλλουμε με την ψευδαίσθηση ότι κάποτε θα παραιτηθεί από τις παράλογες αξιώσεις της. Πρέπει, αντίθετα, να την κερδίσουμε.

* Ο κ. Γιάννης Βαληνάκης είναι καθηγητής και πρώην υφυπουργός Εξωτερικών

πηγη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΚΥΠΡΟΥ

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στάρμερ σε ΠτΔ: Δεν θα χρησιμοποιηθούν οι ΒΒ για την ένταση σε Μ. Ανατολή

Avatar photo

Published

on

Στην πρόθεση της Κυπριακής Δημοκρατίας να προσφέρει σε ανθρωπιστικό επίπεδο στην αντιμετώπιση της κρίσης στην περιοχή, αναφέρθηκε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Χριστοδουλίδης, σημειώνοντας ότι ο Βρετανός Πρωθυπουργός τον ενημέρωσε πως οι Βρετανικές Βάσεις δεν χρησιμοποιήθηκαν ούτε θα χρησιμοποιηθούν  στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή. Τόνισε, επίσης, πως οι Διπλωματικές Αποστολές της Δημοκρατίας είναι στη διάθεση των Κυπρίων υπηκόων που βρίσκονται στις χώρες της περιοχής.

Σε δηλώσεις του σήμερα το απόγευμα στους δημοσιογράφους, προσερχόμενος σε εορταστική εκδήλωση του Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών, και κληθείς να σχολιάσει την κατάσταση στην περιοχή, και ερωτηθείς αν υπήρξε οποιοδήποτε αίτημα προς την Κύπρο από άλλη χώρα σε σχέση με την ενεργοποίηση του σχεδίου Εστία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είπε ότι «παρακολουθούμε πολύ στενά τις εξελίξεις, είμαστε σε επαφή με όλα τα γειτονικά κράτη, είμαστε σε επαφή με την ΕΕ, αλλά και με τρίτα κράτη, τις ΗΠΑ και τη Βρετανία.

Ο Υπουργός Εξωτερικών έχει μιλήσει με όλους σχεδόν τους ομολόγους του.

Από δική μου πλευράς έχω μιλήσει μετά από πρωτοβουλία (του Βρετανού Πρωθυπουργού), έλαβα ένα μήνυμα από τον Βρετανό Πρωθυπουργό, ο οποίος με ενημερώνει ότι οι Βρετανικές Βάσεις δεν έχουν χρησιμοποιηθεί και ούτε θα χρησιμοποιηθούν για τη συγκεκριμένη ενέργεια.

Από κει και πέρα έχουμε ενεργοποιήσει το σχέδιο Εστία, μέχρι στιγμής δεν έχουμε κάποιο αίτημα. Τα αιτήματα που έχουμε είναι από αερογραμμές για στάθμευση αεροπλάνων στα αεροδρόμια μας και έχουμε ανταποκριθεί θετικά.

Την ίδια στιγμή, οι Διπλωματικές μας Αποστολές είναι στη διάθεση των Κυπρίων υπηκόων, για να δούμε πώς θα δημιουργηθούν συνθήκες, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, όσοι επιθυμούν να αναχωρήσουν. Αυτή τη στιγμή αντιλαμβάνεστε τα αεροδρόμια είναι κλειστά για ευνόητους λόγους, γιατί έχουν δεχθεί και επιθέσεις.

Την ίδια στιγμή, είχε συνάντηση το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (ΣΕΑ), είμαι σε διαρκή διαβούλευση, είμαι σε διαρκή επικοινωνία με τους Υπουργούς Εξωτερικών, Άμυνας, Δικαιοσύνης, τον επικεφαλής του ΣΕΑ και παρακολουθούμε πολύ στενά την κατάσταση. Ευελπιστούμε σύντομα να δημιουργηθούν συνθήκες αποκλιμάκωσης. Αντιλαμβάνεστε ότι είναι δύσκολα τα δεδομένα, και η Κυπριακή Δημοκρατία ό,τι μπορεί μέσα στο πλαίσιο των δυνατοτήτων της και πάντα μέσα στο πλαίσιο της ανθρωπιστικής της προσέγγισης, θα πράξουμε ό,τι είναι δυνατόν, έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί και αυτή η κρίση»

Ερωτηθείς αν η Κυπριακή Δημοκρατία, υπό την ιδιότητα της ως Προεδρεύουσας χώρας του Συμβουλίου της ΕΕ, θα τροχοδρομήσει κάποια πρωτοβουλία για συντονισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο Προέδρος της Δημοκρατίας είπε ότι «αυτά τα θέματα είναι στην αρμοδιότητα της Ύπατης Εκπροσώπου (της ΕΕ), με την οποίαν ο Υπουργός Εξωτερικών είναι σε συνεχή επαφή. Πρώτα θα γίνει μια διαβούλευση σε επίπεδο Υπουργών Εξωτερικών και αναλόγως των εξελίξεων θα δούμε και για τα επόμενα βήματα. Ήδη, η Πρόεδρος της Επιτροπής και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου με κοινή δήλωση τους έχουν τοποθετηθεί σε σχέση με την ΕΕ».

Continue Reading

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η επόμενη μέρα μετά το Ιράν: Ισχύς, στρατηγική και το αναπάντητο ερώτημα

Avatar photo

Published

on

Ευριπίδης Λ. Ευρυβιάδης

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι ΗΠΑ μπορούν να χρησιμοποιήσουν στρατιωτική ισχύ εναντίον του Ιράν ή όχι, αλλά ποιο ακριβώς πρόβλημα επιχειρείται να λυθεί με μια στρατιωτική επίθεση, με ποιο κόστος και, κυρίως, ποιες απρόβλεπτες συνέπειες μπορεί να ακολουθήσουν σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο.

Η στρατιωτική ισχύς είναι εργαλείο. Δεν είναι στρατηγική. Όταν η χρήση βίας υποκαθιστά τη σαφήνεια πολιτικού σκοπού, δημιουργεί την ψευδαίσθηση αποφασιστικότητας, ενώ ταυτόχρονα συσσωρεύει πιθανή στρατηγική αποτυχία. Το πρώτο ερώτημα, συνεπώς, πρέπει να είναι απλό και ρητό: ποιος είναι ο στόχος των ΗΠΑ και του Ισραήλ; Ο τερματισμός των πυρηνικών φιλοδοξιών του Ιράν; Η αποκατάσταση αξιόπιστης αποτροπής; Ο περιορισμός των βαλλιστικών του πυραύλων; Η αλλαγή της περιφερειακής του συμπεριφοράς; Η διακοπή στήριξης προς μη κρατικούς δρώντες; Η αλλαγή καθεστώτος; Ή όλα τα παραπάνω; Η ιστορία είναι σαφής: πόλεμοι που ξεκινούν χωρίς καθορισμένο τελικό πολιτικό τελικό στάδιο, σπάνια καταλήγουν ευνοϊκά.

Η παρούσα κρίση χαρακτηρίζεται, μέχρι στιγμής, περισσότερο από έντονη και εσκεμμένη μεταφορά μηνυμάτων παρά από μια ανοιχτή σύγκρουση. Μια σημαντική αμερικανική στρατιωτική ανάπτυξη συνοδεύεται από δημόσιες προειδοποιήσεις και παράλληλες αναφορές σε πιθανή συμφωνία με την Τεχεράνη. Σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν έχει εμπλακεί σε έμμεσες συνομιλίες, επιμένοντας ότι οποιαδήποτε εμπλοκή θα πρέπει να διεξάγεται με ισότιμους όρους και να περιοριστεί στο στενό πυρηνικό ζήτημα, αποκλείοντας τις ευρύτερες ανησυχίες ασφαλείας που προβάλλει η Ουάσιγκτον. Ταυτόχρονα, η Τεχεράνη συνεχίζει στρατιωτικές ασκήσεις και προειδοποιήσεις περί αντιποίνων και κλιμάκωσης.

Πρόσφατα επεισόδια, όπως η κατάρριψη ιρανικού μη επανδρωμένου αεροσκάφους από τις ΗΠΑ κοντά σε ομάδα αεροπλανοφόρου, καταδεικνύουν πόσο στενά έχουν πλέον διαπλεχθεί η στρατιωτική σηματοδότηση και ο έλεγχος της κλιμάκωσης. Την ίδια στιγμή, η ενίσχυση της αμερικανικής ναυτικής παρουσίας στον Περσικό Κόλπο με την αποστολή επιπλέον αεροπλανοφόρου επιβεβαιώνει ότι η στρατιωτική διάταξη παραμένει μέρος της διαπραγματευτικής εξίσωσης.

Καταναγκαστική διπλωματία

Η στάση αυτή ευθυγραμμίζεται με τη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, που δημοσιοποιήθηκε από τη διακυβέρνηση Τραμπ τον Νοέμβριο του 2025. Τα διδάγματα από το Βιετνάμ, την Λιβύη, το Ιράκ και το Αφγανιστάν είναι σκληρά και σαφή. Η Στρατηγική αυτή απομακρύνεται από την παλαιότερη λογική περί αλλαγής καθεστώτων ως δηλωμένο στόχο, δίνοντας προτεραιότητα στη σταθερότητα και την αυτοσυγκράτηση έναντι της επιβολής πολιτικών μετασχηματισμών από το εξωτερικό.

Παρατεταμένοι πόλεμοι, μεγάλης κλίμακας, κατοχές και «οικοδόμηση κρατών» δεν θεωρούνται πλέον βιώσιμα εργαλεία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Αντ’ αυτών, δίνεται έμφαση σε κυρώσεις, διπλωματική απομόνωση, υβριδικά μέσα και οικονομική πίεση, όλα υποστηριζόμενα από αξιόπιστες στρατιωτικές απειλές. Η χρήση βίας δεν έχει αφαιρεθεί από το τραπέζι, αλλά δεν θεωρείται πλέον η προεπιλεγμένη επιλογή. Κάθε ενδεχόμενη επέμβαση οφείλει να διαθέτει σαφή στρατηγικό στόχο, αναλογικά μέσα και αξιόπιστο πολιτικό τελικό στάδιο.

Όλη η πολιτική είναι τοπική

Η εξωτερική πολιτική δεν λειτουργεί στο κενό. Όπως εύστοχα παρατήρησε ο αείμνηστος Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, Τιπ Ο’Νιλ, «όλη η πολιτική είναι τοπική» (all politics is local). Η διαπίστωση αυτή ισχύει ακόμη και σε στιγμές διεθνούς κρίσης. Με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο, οι εσωτερικοί πολιτικοί υπολογισμοί επηρεάζουν αναπόφευκτα τη λήψη αποφάσεων του Προέδρου Τραμπ. Οι ψηφοφόροι έχουν κουραστεί από μακρινούς πολέμους με ασαφή σκοπό. Οι αγορές αντιδρούν έντονα στην αστάθεια. Οι τιμές ενέργειας, η εμπιστοσύνη των επενδυτών και το οικονομικό κλίμα έχουν την σημασία τους. Η επίδειξη ισχύος λειτουργεί καλύτερα στην εσωτερική πολιτική από ότι οι ανοιχτές, ατέρμονες συγκρούσεις. Αυτό εξηγεί και την ένταση μεταξύ ρητορικής και αυτοσυγκράτησης που χαρακτηρίζει τη σημερινή συγκυρία.

Το περιφερειακό παράδοξο

Η αντιπαράθεση Ιράν–Ισραήλ–ΗΠΑ δεν είναι συγκυριακή αλλά συστημική. Εντάσσεται σε μια βαθύτερη προσπάθεια των ΗΠΑ και του Ισραήλ για αναδιοργάνωση της Μέσης Ανατολής, όπου τα παλαιά διπλωματικά σχήματα και καθεστώτα διαβρώνονται και ο καταναγκασμός τείνει να υποκαθιστά τη διπλωματία.

Οι περιφερειακοί δρώντες αντιμετωπίζουν ένα δίλημμα που σπάνια αναγνωρίζεται δημόσια. Πολλοί επιθυμούν ένα Ιράν περιορισμένο και αποτρεπτικά ελεγχόμενο. Ορισμένοι μιλούν και για αλλαγή καθεστώτος. Λίγοι, όμως, θέλουν ένα Ιράν διαλυμένο. Η στάση της Σαουδικής Αραβίας αντανακλά αυτή την ένταση: δημόσιες εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση συνυπάρχουν με ιδιωτικές προειδοποιήσεις προς Ουάσιγκτον, ότι η αδράνεια μπορεί να ενθαρρύνει την Τεχεράνη. Η στάση του Ισραήλ είναι εξίσου πολυεπίπεδη. Οι βασικοί του στόχοι παραμένουν αμετάβλητοι, αλλά η τρέχουσα αυτοσυγκράτηση αντανακλά τακτική κρίση και όχι στρατηγική υποχώρηση. Ο χρόνος και το ρίσκο έχουν σημασία.

Ταυτόχρονα, η περιφερειακή διπλωματία βρίσκεται επίσης σε κίνηση. Το Ομάν φιλοξένησε έναν πρώτο γύρο έμμεσων συνομιλιών ΗΠΑ-Ιράν στις 6 Φεβρουαρίου 2026 – μια μετατόπιση από την Κωνσταντινούπολη στην οποία επέμεινε η Τεχεράνη, μετά από προηγούμενες προσπάθειες διευκόλυνσης από την Τουρκία, το Κατάρ, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και άλλους. Ουάσιγκτον και Τεχεράνη δήλωσαν πρόθεση συνέχισης της εμπλοκής. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ αποδέχθηκαν συνομιλίες για ένα αποκλειστικά πυρηνικό πλαίσιο. Αντιθέτως, η βασική θέση του Ιράν για κατοχή των βαλλιστικών του πυραύλων, η περιφερειακή πολιτική συμπεριφορά του και η στήριξη του προς μη κρατικούς δρώντες, παραμένουν άλυτα. Η ανακοίνωση των ΗΠΑ για επιβολή νέων κυρώσεων λίγες ώρες μετά την ολοκλήρωση των συνομιλιών, υπογραμμίζουν τις ανησυχίες της Ουάσιγκτον. Ο διάλογος συνεχίζεται και αυτό είναι ενθαρρυντικό. Ωστόσο οι κίνδυνοι για ανάφλεξη παραμένουν.

Το παράδοξο είναι απλό: Ένα θριαμβεύον Ιράν είναι επικίνδυνο. Ένα χαοτικό Ιράν μπορεί να είναι χειρότερο. Ο κατακερματισμός, η κλιμάκωση μέσω εργαλειακών αντιπροσώπων και τα ανεξέλεγκτα αντίποινα, θα έθεταν την περιοχή σε ένα καθεστώς μόνιμης πολιτικής αστάθειας. Η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα – όχι η νίκη – παραμένουν η άρρητη περιφερειακή απαίτηση.

Οι πρόσφατες διαβουλεύσεις (11 Φεβρουάριου 2026) στον Λευκό Οίκο μεταξύ του Προέδρου Τραμπ και του Πρωθυπουργού Νετανιάχου καταδεικνύουν ότι, παρά τις εμφανείς διαφορές τακτικής, η στρατηγική συνεννόηση παραμένει ενεργή.

Η ήσυχη ανησυχία της ΕΕ

Η ΕΕ παρακολουθεί την κρίση με ιδιαίτερη ανησυχία – και η Κύπρος το αισθάνεται άμεσα. Μια μεγάλης κλίμακας σύγκρουση με το Ιράν θα είχε άμεσες επιπτώσεις: ενεργειακές, εμπορικές και χρηματοπιστωτικές αναταράξεις, μεταναστευτικές ροές και αναζωπύρωση αστάθειας στη Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Σε μια περίοδο που η ΕΕ είναι ήδη επιβαρυμένη από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις ανάγκες αμυντικού εξοπλισμού, μια νέα σύγκρουση δεν θα ήταν σε μακρινό θέατρο. Θα γινόταν άμεσα αισθητή. Αυτό εξηγεί την έμφαση της Ευρώπης στην αποκλιμάκωση και τη διπλωματία. Δεν πρόκειται για αφέλεια, αλλά για ευαλωτότητα και στρατηγική σύνεση.

Ρωσία, Κίνα και πυρηνικά

Η αυξανόμενη συντονισμένη δράση Ιράν, Ρωσίας και Κίνας προσθέτει ακόμη ένα επίπεδο πολυπλοκότητας. Οι προγραμματισμένες κοινές στρατιωτικές ασκήσεις των εν λόγω κρατών και τα πολιτικά μηνύματα που εκπέμπουν δεν συνιστούν τυπική συμμαχία. Η Μόσχα και το Πεκίνο δεν θα πολεμούσαν για λογαριασμό της Τεχεράνης, αλλά επωφελούνται από τη δυτική στρατηγική υπερφόρτωση.

Η κλιμάκωση σκληραίνει τους στρατιωτικούς συνασπισμούς και επιταχύνει τον κατακερματισμό ενός ήδη καταπονημένου διεθνούς συστήματος. Μια ευρύτερη σύγκρουση θα εξυπηρετούσε συμφέροντα πολύ πέραν της περιοχής. Η λήξη, στις 5 Φεβρουαρίου 2026, της Συνθήκης New START μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας για τον περιορισμό των πυρηνικών εξοπλισμών υπογραμμίζει πόσο εύθραυστοι έχουν γίνει οι θεσμικοί περιορισμοί στον τομέα του περιορισμού των πυρηνικών όπλων.

Το αποτρεπτικό δίδαγμα που αντλούν πολλοί είναι ωμό. Το Ιράν χτυπήθηκε κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου πολέμου τον περασμένο Ιούνιο ακριβώς επειδή δεν διέθετε ακόμη πυρηνικά όπλα. Για πολλούς, αυτό ενισχύει ένα επικίνδυνο αλλά ορθολογικό συμπέρασμα: ότι η πυρηνική ικανότητα αποτελεί τον ύστατο εγγυητή αποτροπής. Το δίδαγμα αυτό διαχέεται – και μαζί του διαχέεται και η λογική της διάδοσης των πυρηνικών όπλων.

Το αναπάντητο ερώτημα

Το πιο επίμονα αναπάντητο ερώτημα αφορά την επόμενη μέρα μετά από μια επίθεση στο Ιράν. Τι ακολουθεί; Τι αντικαθιστά την υφιστάμενη τάξη αν αυτή καταρρεύσει; Η αλλαγή καθεστώτος είναι σύνθημα, όχι ολοκληρωμένη στρατηγική. Η πυρηνική γνώση δεν βομβαρδίζεται. Τα δίκτυα πληρεξουσίων δεν εξαφανίζονται με την καταστροφή κέντρων διοίκησης. Η διάλυση δημιουργεί κενά που, όπως δείχνει η ιστορία, γεμίζουν γρήγορα.

Ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι μόνο η κλιμάκωση, αλλά οι συνέπειες χωρίς ανάληψη ευθύνης. Όταν το πολιτικό τελικό στάδιο είναι ασαφές, η χρήση βίας κινδυνεύει να μετατραπεί σε επίδειξη ισχύος και όχι σε εργαλείο στρατηγικής. Στη διπλωματία, σπάνια υπάρχει τελεία. Υπάρχουν παύσεις, επαναπροσδιορισμοί και η διαρκής ανάγκη διαμόρφωσης μιας συμφωνίας που και οι δύο πλευρές μπορούν να «κατέχουν» – η μόνη που μπορεί να αντέξει στον χρόνο.

*Πρέσβης (επί τιμή) – Ανώτερος Ερευνητικός Συνεργάτης, Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Continue Reading

IBNA

Ινδία–Ισραήλ και η νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική: Ο ρόλος Ελλάδας και Κύπρου

Avatar photo

Published

on

Η πρόσφατη επίσκεψη του Narendra Modi στο Ισραήλ και η συνάντησή του με τον Benjamin Netanyahu επιβεβαιώνουν ότι οι διμερείς σχέσεις έχουν περάσει από το στάδιο της πολιτικής εγγύτητας σε εκείνο μιας πιο συνεκτικής και πολυεπίπεδης στρατηγικής συνεργασίας. Στον πυρήνα της βρίσκονται η αμυντική σύμπραξη, οι τεχνολογίες αιχμής και η εμβάθυνση σε τομείς όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα, η αντιαεροπορική προστασία και η κυβερνοασφάλεια. Την ίδια στιγμή, η δημόσια αναφορά του Benjamin Netanyahu σε ένα πιθανό «εξαμερές» σχήμα συνεργασίας, στο οποίο προβάλλονται ως εν δυνάμει κρίκοι η Ινδία, η Ελλάδα και η Κύπρος, συνιστά πολιτικό μήνυμα ότι το Τελ Αβίβ επιδιώκει να εντάξει τις περιφερειακές του επιλογές σε μια ευρύτερη διαπεριφερειακή αρχιτεκτονική, που εκτείνεται από τον Ινδικό Ωκεανό έως την Ανατολική Μεσόγειο.

Το ουσιαστικό στοιχείο δεν περιορίζεται στην επιτάχυνση των δεσμών Ινδίας–Ισραήλ, αλλά στο ότι αυτή η δυναμική εντάσσεται σε ένα νέο περιβάλλον όπου οι εφοδιαστικές αλυσίδες, οι λιμενικές εγκαταστάσεις και η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών αναδεικνύονται σε βασικούς δείκτες ισχύος. Η Ινδία αναπροσαρμόζει τον στρατηγικό της προσανατολισμό: από δύναμη επικεντρωμένη σε χερσαίες απειλές και στις εντάσεις με Κίνα και Πακιστάν, εξελίσσεται σε παράγοντα με διευρυμένο ναυτικό ορίζοντα και φιλοδοξία επιρροής σε καίρια περάσματα, από τα Στενά του Ορμούζ έως την είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας. Σε αυτή τη μετάβαση, η πολιτική SAGAR και οι διαδοχικές αναθεωρήσεις της ινδικής ναυτικής στρατηγικής καταδεικνύουν πρόθεση σταθερής παρουσίας και ικανότητας προβολής ισχύος σε ζώνες όπου διασταυρώνονται εμπόριο, ενέργεια και ασφάλεια.

Παράλληλα, το Ισραήλ επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο του ως κόμβος ασφάλειας και διασυνδεσιμότητας, αξιοποιώντας τόσο πολυμερή σχήματα όσο και διμερείς τεχνολογικές συνεργασίες υψηλού επιπέδου. Σε αυτό το πλαίσιο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία διαμορφώσεις όπως το I2U2 (Ινδία–Ισραήλ–Ηνωμένες Πολιτείες–Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα), που λειτουργούν ως πλατφόρμες συντονισμού από την τεχνολογία μέχρι τις υποδομές. Η γεωπολιτική της περιοχής δεν οργανώνεται πλέον αποκλειστικά γύρω από παραδοσιακές ισορροπίες ισχύος, αλλά διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο μέσω λειτουργικών συμμαχιών που συνδυάζουν ασφάλεια, διαλειτουργικότητα και έλεγχο κρίσιμων ροών.

Η πιο εμφανής τάση είναι η διαμόρφωση μιας «αλυσίδας» συνεργασιών που εκτείνεται από τον Ινδικό Ωκεανό έως την Ανατολική Μεσόγειο, με κομβικά σημεία στο Κέρας της Αφρικής, στην Ερυθρά Θάλασσα και στον άξονα της Ανατολικής Μεσογείου. Η αυξανόμενη κινεζική παρουσία μέσω επενδύσεων σε λιμενικές υποδομές και η στρατιωτική βάση στο Τζιμπουτί ενίσχυσαν το κίνητρο της Ινδίας να διευρύνει το αποτύπωμά της. Έτσι, περιοχές όπως ο Κόλπος του Άντεν και το πλέγμα γύρω από τη Σομαλιλάνδη και την Αιθιοπία αναβαθμίζονται όχι μόνο ως ζώνες επιτήρησης, αλλά και ως δυνητικές λογιστικές γέφυρες που στηρίζουν εμπορικές και στρατηγικές ροές. Το λιμάνι της Μπερμπέρα προβάλλει ως καίριο για τον έλεγχο διαδρομών που συνδέουν τον Ινδικό Ωκεανό με την Ερυθρά Θάλασσα, ενώ οι επενδύσεις σε υποδομές και χερσαίους διαδρόμους διαμορφώνουν μια νέα γεωγραφία συνδεσιμότητας.

Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο εντάσσεται και ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC), ο οποίος προβάλλεται ως εναλλακτικός άξονας διασύνδεσης με στόχο τη μείωση ρίσκου και τη διαφοροποίηση διαδρομών. Η φιλοσοφία του IMEC βασίζεται στην παραδοχή ότι η ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων θα εξαρτηθεί λιγότερο από μία και μοναδική οδό και περισσότερο από ένα πλέγμα συνεργασιών που προσφέρει εναλλακτικές σε περιόδους κρίσης. Σε αυτό το σχήμα, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ενισχυμένη σημασία, καθώς συνδέει τη θαλάσσια διάσταση της ασφάλειας με τον ευρωπαϊκό οικονομικό χώρο και τις ανάγκες πρόσβασης σε αγορές και υποδομές.

Τριμερής Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ: Μήνυμα σταθερότητας και στρατηγικής εμβάθυνσης σε μια περιοχή σε κρίσιμη καμπή

Στο δυτικό άκρο αυτής της αλυσίδας, η Ελλάδα και η Κύπρος αναβαθμίζονται γεωπολιτικά, καθώς συνδέουν την Ανατολική Μεσόγειο με την Ευρωπαϊκή Ένωση και ταυτόχρονα βρίσκονται σε περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού. Η Αθήνα λειτουργεί ως πύλη προς την ευρωπαϊκή αγορά και ως δύναμη με ισχυρό αποτύπωμα στη διεθνή ναυτιλία, ενώ η Κύπρος βρίσκεται στο επίκεντρο ενεργειακών και γεωπολιτικών διεργασιών. Η ενδεχόμενη συμπερίληψή τους σε υπό διαμόρφωση σχήματα καταδεικνύει ότι η νέα αρχιτεκτονική συνεργασιών δεν περιορίζεται στη Μέση Ανατολή, αλλά εκτείνεται σε ένα ευρύτερο τόξο όπου η ευρωπαϊκή περιφέρεια αποκτά πιο ενεργό ρόλο στη διαχείριση ασφάλειας και ροών.

Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τη μία, ενισχύεται μια λογική σταθεροποίησης μέσω κοινών συμφερόντων, όπου υποδομές, εμπορικές ροές και ασφάλεια διαδρόμων λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές συνεργασίας. Από την άλλη, η ίδια αναδιάταξη δημιουργεί νέα πεδία ανταγωνισμού. Η Κίνα παραμένει βασικός ανταγωνιστής στον τομέα των λιμενικών δικτύων και της συνδεσιμότητας, ενώ η Τουρκία συνεχίζει να προβάλλει τον ρόλο της ως κρίσιμος κόμβος και παράγοντας ασφάλειας σε πολλαπλά μέτωπα, από την Ανατολική Μεσόγειο έως το Κέρας της Αφρικής. Η ένταξη της Ελλάδας και της Κύπρου σε αναδυόμενα πλαίσια – ακόμη και σε επίπεδο πολιτικού σήματος – μπορεί να ενισχύσει τις περιφερειακές εξισορροπήσεις, αλλά και να οξύνει τον ανταγωνισμό γύρω από θαλάσσιες ζώνες, ενεργειακά έργα και ευρύτερες δομές ασφάλειας.

Για την Ινδία, το βασικό δίλημμα αφορά το κατά πόσο μπορεί να διατηρήσει τη στρατηγική της αυτονομία σε ένα περιβάλλον όπου οι συνεργασίες αποκτούν πιο δεσμευτικό χαρακτήρα λόγω τεχνολογικών εξαρτήσεων και αμυντικής διαλειτουργικότητας. Το Νέο Δελχί επιδιώκει να αποκομίσει τα οφέλη από την πρόσβαση σε προηγμένες δυνατότητες και νέους εμπορικούς διαδρόμους χωρίς να εγκλωβιστεί σε άκαμπτους άξονες. Ωστόσο, όσο το διεθνές περιβάλλον γίνεται πιο ανταγωνιστικό, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να χρειαστεί σαφέστερη τοποθέτηση σε κρίσεις που υπερβαίνουν τον παραδοσιακό του ρόλο ισορροπιών.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, οι εξελίξεις δημιουργούν ευκαιρίες γεωπολιτικής αναβάθμισης αλλά και αυξημένων προσδοκιών. Η συμμετοχή – ή ακόμη και η αναφορά – σε διαμορφούμενα σχήματα που γεφυρώνουν Ανατολή και Δύση μπορεί να ενισχύσει τον ρόλο τους ως αξιόπιστων κόμβων συνδεσιμότητας και θαλάσσιας ασφάλειας. Παράλληλα, απαιτείται προσεκτική διαχείριση ισορροπιών, καθώς κάθε νέα αρχιτεκτονική συνεργασιών επηρεάζει το συνολικό πεδίο ανταγωνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η επίσκεψη του Narendra Modi στο Ισραήλ λειτουργεί, συνεπώς, ως ένδειξη ενός νέου γεωπολιτικού τοπίου, όπου οι θαλάσσιες διαδρομές, οι στρατηγικοί διάδρομοι και οι ευέλικτες συμμαχίες διαμορφώνουν ολοένα και περισσότερο τις περιφερειακές ισορροπίες. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν το αναδυόμενο πλέγμα θα μετασχηματιστεί σε σκληρό άξονα ή θα παραμείνει σε χαλαρό συντονισμό, αλλά και πόσο γρήγορα θα αποκτήσει θεσμικό βάθος και απτό αποτύπωμα σε υποδομές, αμυντική συνεργασία και κανόνες ασφάλειας. Σε αυτή τη μεταβαλλόμενη εξίσωση, η Ελλάδα και η Κύπρος δεν εμφανίζονται πλέον ως περιφερειακές υποσημειώσεις, αλλά ως δυτικοί κρίκοι ενός διαμορφούμενου Ινδο-Μεσογειακού πλαισίου συνεργασιών.

ΠΗΓΗ: IBNA

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia