Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Ένα κρίσιμο φθινόπωρο για τον πρόεδρο

Published

on

Όταν την 9η Ιουνίου ανακοινώνονταν τα αποτελέσματα των εκλογών, τα παραδοσιακά κόμματα βρίσκονταν σε στιγμή αμηχανίας, και κυρίως αδυναμίας να αντιληφθούν το τι ακριβώς οδήγησε στην απρόσμενη εκλογή του Φειδία Παναγιώτου. Η εσωστρέφεια είχε ήδη ξεκινήσει εξαιτίας της απώλειας ποσοστών, ενώ η αμφισβήτηση κάποιων εκ των αρχηγών των κομμάτων ενισχύθηκε το τελευταίο διάστημα. Η εκλογή του Φειδία Παναγιώτου, όμως, και κατ’ επέκταση το πλήγμα των κομμάτων της συγκυβέρνησης, παραδόξως δεν προκάλεσαν οποιαδήποτε ανησυχία στον Λόφο. Αντιθέτως. Οι δηλώσεις του προέδρου έδειχναν την σαφή απόστασή του από τον κομματικό μηχανισμό. Η έμφασή του ότι δεν προέρχεται από κόμματα, ότι δεν διαθέτει κομματική ταυτότητα, ενίσχυαν τη δυσφορία των συγκυβερνώντων, όμως την ίδια στιγμή καταδείκνυαν πως ο πρόεδρος Χριστοδουλίδης ήθελε να ακολουθήσει για τον εναπομείναντα χρόνο της θητείας του ένα παρόμοιο μοντέλο προσβλέποντας στην αυθόρμητη στήριξη των πολιτών ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης. Ο ίδιος, βεβαίως, φαίνεται να αγνοεί πως μία σειρά ανοικτών μετώπων κάνουν την προεδρία του ιδιαίτερα σύνθετη, ενώ το ενδεχόμενο επαναδιεκδίκησης δεν θα αποτελεί υγιεινό περίπατο. Τρεις άξονες όμως θα κρίνουν το παιχνίδι και το βάρος του Νίκου Χριστοδουλίδη μέχρι και την ολοκλήρωση της θητείας του, και συνδέονται άμεσα με τον προσεχή Σεπτέμβριο:

  • Το Κυπριακό.
  • Η σχέση με τους συγκυβερνώντες – η στάση της Αντιπολίτευσης.
  • Η εικόνα και η αξιοπιστία του.

Η αμφισημία

Είναι ο Νίκος Χριστοδουλίδης έτοιμος για τολμηρά βήματα στο Κυπριακό, ή αποτελεί μέρος μίας τακτικής για να αποσείσει από πάνω του το μερίδιο ευθύνης σε ένα ενδεχόμενο ναυάγιο; Αυτό ήταν το ερώτημα που τέθηκε εντόνως στα πολιτικά πηγαδάκια όταν ο Πρόεδρος τελευταίως υπογράμμιζε την ετοιμότητά του να παρακαθίσει στο τραπέζι των συνομιλιών, ακόμα και την επόμενη μέρα. Όταν μιλούσε για τολμηρά βήματα και μοναχική πορεία στις δύσκολες και μεγάλες αποφάσεις. Η αλήθεια ίσως να είναι κάπου στη μέση. Η «Κ» είχε αποκαλύψει την προηγούμενη βδομάδα ότι η Λευκωσία είναι έτοιμη να δουλέψει με κάποια στοιχεία για να επαναρχίσουν οι συνομιλίες. Αναμένεται να γίνει μία σχετική αξιολόγηση για το εμπόριο και τις πτήσεις με έναν τρόπο που θα χρησιμοποιεί ως νομική βάση το πρωτόκολλο 10 που προσαρτήθηκε στη συνθήκη προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. Η κατάσταση παρουσιάζεται και πιο διαλλακτική στο άνοιγμα οδοφράγματος της Μιας Μηλιάς που έθεσε στον πρόεδρο Χριστοδουλίδη η κα Ολγκίν, και ο πρώτος αρνήθηκε να το κάνει. Διπλωματικές πηγές σημειώνουν πως η θέση της ε/κ πλευράς είναι να γίνει κάποιο βήμα εφόσον ανταποκριθεί με κάποιον τρόπο η τ/κ πλευρά. Δεν σημαίνει, όπως σημειώνεται, πως δεν θα υπάρξει κάποια αναπροσαρμογή σε αυτή την προσέγγιση. Αυτό θεωρείται από διπλωματικούς κύκλους ως μία θετική κίνηση από πλευράς της Λευκωσίας. Πέραν όμως αυτού, εγείρονται ερωτήματα για το αν ο πρόεδρος είναι πράγματι έτοιμος, αν οι δηλώσεις του δεν περιορίζονται στο να κερδίσει επικοινωνιακούς πόντους από κύκλους στο εσωτερικό, ή απλώς αν θέλει να εκθέσει την Τουρκία. Η εκτός των διπλωματικών θεσμίων κίνησή του να ανακοινώσει την ημερομηνία προτού αυτή κλειδώσει έτυχε διαφόρων ερμηνειών. Κάποιοι επιμένουν πως ήταν γκάφα στη θέρμη του να κερδίσει επικοινωνιακούς πόντους και να χειροκροτηθεί από το αυστηρό ακροατήριο των Βαρωσιωτών. Η μέχρι τώρα πορεία του προέδρου στην πολιτική αποδεικνύει άλλωστε την ανάγκη του να γίνει αγαπητός, και ότι αρέσκεται σε επικοινωνιακές κινήσεις που του προσθέτουν πολιτικούς πόντους. Υπάρχουν οι κύκλοι που εκτιμούν πως ο πρόεδρος γνώριζε για την άρνηση του Ερσίν Τατάρ και ήθελε να εκθέσει την άλλη πλευρά βγάζοντας τον εαυτό του από το κάδρο του blame game. Υπήρξαν όμως και οι καχύποπτοι που θεωρούν πως ήταν μία κίνηση καθαρά υπολογιστική, με στόχο να «σκοτώσει» τη διαδικασία. Μεσούσης της θερινής ραστώνης και της απουσίας της όποιας αντιπολίτευσης, την πιο σκληρή κριτική του έκανε ο τέως πρόεδρος του ΔΗΣΥ Αβέρωφ Νεοφύτου καταγγέλλοντάς τον για τρικ επικοινωνίας.

Μία συνάντηση

Τις προηγούμενες μέρες βεβαίως, ο τέως πρόεδρος του ΔΗΣΥ είχε μετά από δική του πρωτοβουλία συνάντηση με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας ούτως ώστε να τον ενημερώσει για τις επαφές που έκανε ο ίδιος με διεθνείς παράγοντες και για όσα γνωρίζει γύρω από τις επικείμενες εξελίξεις. Μία ενημέρωση που επανέλαβε στη συνέχεια με την πρόεδρο του ΔΗΣΥ Αννίτα Δημητρίου. Δεδομένης και της αρχικής στήριξης που έδωσε ο κ. Νεοφύτου στον Νίκο Χριστοδουλίδη –όταν ο τελευταίος ανακοίνωσε την ημερομηνία και προτού αντιληφθεί ότι επρόκειτο για βολιδοσκόπηση– η συνάντηση φαίνεται να έγινε σε καλό κλίμα, το οποίο ανατράπηκε στη συνέχεια με το ναυάγιο της τριμερούς.

Το όλο περιστατικό άνοιξε ωστόσο δύο ζητήματα για τον Νίκο Χριστοδουλίδη. Αφενός, το ζήτημα της αξιοπιστίας του στο εσωτερικό και αφετέρου, τη σχέση εμπιστοσύνης με τα Ηνωμένα Έθνη. Κυβερνητικές πηγές σημειώνουν πως τα Ηνωμένα Έθνη δεν δυσφόρησαν από την ανακοίνωση της ημερομηνίας καθώς αντιλαμβάνονται εν μέρει και την ανάγκη της Λευκωσίας να αποδείξει πως το αδιέξοδο δεν οφείλεται στη δική μας πλευρά. Υπάρχουν ωστόσο και πολιτικοί κύκλοι που εκτιμούν ότι όλο αυτό έκανε ζημιά στη σχέση των δύο πλευρών. Η κυβέρνηση θα πρέπει άλλωστε να αντιμετωπίσει την ψυχρή σχέση που υπάρχει αυτή τη στιγμή με την Ειρηνευτική Δύναμη και τον Κόλιν Στιούαρτ. Μία σχέση που διασαλεύτηκε εξαιτίας της στάσης της κυβέρνησης στο ζήτημα των μεταναστών που έχουν εγκλωβιστεί στη Νεκρή Ζώνη και για τους οποίους δεν προτίθεται να κάνει κάτι, ανοίγοντας επιπλέον μέτωπα για το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία αγνοεί διεθνείς συμβάσεις.

Συνεργασίες στην κόκκινη ζώνη

Οι προθέσεις του Νίκου Χριστοδουλίδη θα διαπιστωθούν τον Σεπτέμβριο δεδομένου ότι θα επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες που θέλουν σύγκληση συνάντησης στο τέλος Σεπτέμβριο. Σε αυτό το πλαίσιο θα δοκιμαστούν οι πραγματικές προθέσεις του προέδρου και σίγουρα η σχέση του με τους συγκυβερνώντες. Κομματικοί κύκλοι από τα κόμματα της συγκυβέρνησης βλέπουν χωρίς επιφυλάξεις πάντως τις τελευταίες δηλώσεις του προέδρου, επιμένοντας πως δεν άλλαξε προσέγγιση στο Κυπριακό. Όπως λέγεται στο παρασκήνιο, ο πρόεδρος έχει δώσει τις δικές του διασφαλίσεις σε κύκλους που βλέπουν με επιφυλάξεις την κινητοποίηση στο Κυπριακό, και αυτό ίσως να συμβάλλει στον εφησυχασμό τους. Εκτιμούν ότι η τακτική του εμπίπτει στην προσπάθεια να εκτεθεί η Τουρκία. Σίγουρα πάντως εξελίξεις στο Κυπριακό σε συνδυασμό με έναν τολμηρό πρόεδρο, ανοίγει παράλληλα ζητήματα στη συγκυβέρνηση. Θα μείνουν άραγε ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ στη συγκυβέρνηση εάν υπάρξουν τολμηρά βήματα, ή θα αποτελέσει την κατάλληλη αφορμή που χρειάζονται για την αποχώρησή τους; Υπενθυμίζεται ότι η ΕΔΕΚ είχε αντιδράσει πρόσφατα όταν το πρώην στέλεχός τους και νυν υπουργός Μαρία Παναγιώτου μίλησε σε εκδήλωση υπέρ της ΔΔΟ, καταδεικνύοντας την παραδοξότητα αυτής της συγκατοίκησης. Το ΔΗΚΟ από την άλλη, είχε αντιδράσει έντονα με την δημοσιοποίηση των 14 μέτρων για τους Τ/κ σε σημείο που δεν θα παρευρισκόταν στον απολογισμό τού ενός έτους. Η αρχικά καλή σχέση προέδρου – Νικόλα Παπαδόπουλου έχει διασαλευτεί από την περίοδο των διορισμών στους ημικρατικούς οργανισμούς μέχρι και σήμερα. Στο κόμμα του Κέντρου θεωρούν πως ο Νίκος Χριστοδουλίδης όχι μόνο τους αγνοεί, αλλά και τους υποσκάπτει όταν μιλά για κομματοκρατία. Δεν είναι τυχαίο ότι εντός του ΔΗΚΟ, ελάχιστα είναι τα στελέχη που βλέπουν θετικά τη συγκυβέρνηση, όπως διαφάνηκε στην πρόσφατη συνεδρία της Κεντρικής Επιτροπής. Και αν ληφθεί υπόψη το μεγάλο συνέδριο που προετοιμάζει το κόμμα ως απάντηση στην ήττα των ευρωεκλογών, αναμένεται με ενδιαφέρον να διαφανεί τόσο η θέση στελεχών για την κυβέρνηση όσο και οι θέσεις του κόμματος. Με δεδομένο άλλωστε ότι ξεκινά η προεκλογική για το 2026, λίγοι είναι εκείνοι που θα στηρίξουν την κυβέρνηση το επόμενο διάστημα, καθώς είναι γενικώς παραδεχτό στους εν λόγω κύκλους ότι κάτι τέτοιο θα τους πλήξει εκλογικά. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης συνεπώς, θα έχει να αντιμετωπίσει δυσκολίες ενόψει των βουλευτικών, είτε μείνουν τα εν λόγω κόμματα στη συγκυβέρνηση είτε φύγουν. Όχι μόνο από τα στελέχη που θα κρατούν αποστάσεις, αλλά γιατί –όπως όλα δείχνουν– και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, αναμένεται να εντείνουν την αντιπολιτευτική τους στάση, στο ενδεχόμενο που δεν υπάρξουν εξελίξεις στο Κυπριακό. Το πώς θα κινηθεί ο ΔΗΣΥ είναι ένα ερώτημα. Το βέβαιο είναι πως η στάση της χαλαρής αντιπολίτευσης φαίνεται να ευνοεί όλους, ενώ το ενδεχόμενο συγκυβέρνησης –δεδομένου ότι δεν θα υπάρξουν σοβαρές εξελίξεις– απομακρύνεται. Το κύριο πρόσωπο που φέρεται να ευνοούσε κάτι τέτοιο ήταν το περιβάλλον του τέως προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος πλέον έχει πολύ αποστασιοποιημένες σχέσεις με τον Νίκο Χριστοδουλίδη.

Οι επόμενες εκλογές συνεπώς, είναι ήδη στο πλάνο των κομμάτων. Δεν ήταν τυχαίες οι κινήσεις των συγκυβερνώντων στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η Δημοκρατική Παράταξη θέλησε με κάθε τρόπο να συνεργαστεί με τον ΔΗΣΥ, θυσιάζοντας και το ενδεχόμενο καθόδου με τον δικό της υποψήφιο στον Δήμο Λευκωσίας Μαρίνο Κλεάνθους, και ο ΔΗΣΥ με την πλευρά του θυσίασε τον Δήμο Στροβόλου για να κρατήσει κοντά του τη ΔΗΠΑ. Και το Δημοκρατικό Κόμμα όμως φάνηκε να βλέπει ιδιαίτερα θετικά το αποτέλεσμα της συνεργασίας που είχε με το ΑΚΕΛ σε δήμους. Όπως σημειώνουν κομματικοί κύκλοι και επιβεβαιώνεται από τις τελευταίες δηλώσεις του γ.γ. του ΑΚΕΛ Στέφανου Στεφάνου, μπήκαν οι βάσεις για μετέπειτα συνεργασία, είτε για την προεδρία της Βουλής το 2026, είτε για τις προεδρικές του 2028, δεδομένου ότι το ΑΚΕΛ αποκλείει επί του παρόντος και μετά το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, κάθοδο με δικό του υποψήφιο.

Η τραυματισμένη εικόνα

Αυτές οι κινήσεις καταδεικνύουν πως τα κόμματα του Κέντρου είτε ότι έχουν εκτιμήσει πως ο Νίκος Χριστοδουλίδης είναι πρόεδρος μίας θητείας και θα πρέπει να βρουν τις εναλλακτικές τους για το 2028, είτε ότι δεν προτίθενται να τον στηρίξουν στο ενδεχόμενο επαναδιεκδίκησης. Το μεγάλο ερώτημα σε αυτό είναι αφενός, αν ο Νίκος Χριστοδουλίδης μπορεί να ανατρέψει το παιχνίδι και αφετέρου, αν ευνοεί τα κόμματα του Ενδιάμεσου ένας Νίκος Χριστοδουλίδης που επανακάμπτει και διεκδικεί για το 2028.

Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, αμέσως μετά τις διπλές εκλογές έχει αλλάξει την επικοινωνιακή του τακτική. Έχει γίνει πιο εξωστρεφής, έχει επιλέξει πολύ προσεκτικά σε ποια ΜΜΕ και σε ποιους δημοσιογράφους θα μιλήσει, έχει παρουσία σε εκδηλώσεις, ποδοσφαιρικούς αγώνες και έντονη κάλυψη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Έχει επιλέξει παράλληλα το πετυχημένο μοντέλο του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για να ενημερώσει ο ίδιος τους πολίτες για κυβερνητικά μέτρα και προτάσεις. Με λίγα λόγια επιχειρεί να έχει απευθείας επαφή με τους πολίτες, χωρίς διαμεσολαβητές είτε τα κόμματα είτε τα παραδοσιακά ΜΜΕ. Η κύρια αντίληψη που φαίνεται να επικρατεί στο Προεδρικό είναι πως όπως κατάφερε το 2023 να κερδίσει τις εκλογές χωρίς την στήριξη –τουλάχιστον επίσημα– ενός εκ των δύο μεγάλων κομμάτων, ίσως να τα καταφέρει πρώτα να επανακάμψει και στη συνέχεια να βάλει πλώρη για το 2028. Η αίσθηση αυτή φαίνεται να ενισχύθηκε μετά την νίκη Φειδία Παναγιώτου και την ήττα των παραδοσιακών κομμάτων. Σίγουρα το κομματικό σύστημα έχει να διαχειριστεί τα δικά του προβλήματα, όμως την ίδια στιγμή ένας Νίκος Χριστοδουλίδης χωρίς την στήριξη οποιουδήποτε κόμματος, χωρίς τη δημιουργία ενός δικού του οργανωμένου συνόλου θα δυσκολευτεί το επόμενο διάστημα. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης του σήμερα, δεν είναι ο ίδιος με αυτόν του 2023. Όχι μόνο επειδή οι συγκυρίες ήταν τέτοιες το 2023 που τον ευνοήσαν, αλλά και γιατί πλέον έχει να διαχειριστεί μία τραυματισμένη εικόνα. Είτε γιατί φθάρηκε αναπόφευκτα από τη διακυβέρνηση, είτε γιατί οι χειρισμοί του έχουν πλήξει την αξιοπιστία του. Το επόμενο διάστημα θα είναι κρίσιμο για τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, όχι μόνο στο να διαχειριστεί τα μεγάλα ζητήματα του τόπου όπως είναι το Κυπριακό, αλλά και στο να αποφασίσει τι πρόεδρος είναι, ποιο είναι το διακύβευμά του πέραν από την επικοινωνιακή του τακτική, και τι θέλει να αφήσει ως κληροδότημα.

Off the Record

Τορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;

Avatar photo

Published

on

Ο διορισμός του Νίκου Τορναρίτη ως Ειδικού Πολιτικού Απεσταλμένου του Προέδρου για το Κυπριακό σε Ασία και Αφρική δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την εμπειρία που φέρνει μαζί του.

Δεκαετίες πολιτικής και κοινοβουλευτικής παρουσίας, μακρά ενασχόληση με το Κυπριακό και, κυρίως, ένα δίκτυο διεθνών επαφών που δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα, από πλευράς αξιοποίησης ανθρώπινου πολιτικού κεφαλαίου, η επιλογή έχει σαφή λογική.

Το παραπολιτικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.

Ο Νίκος Τορναρίτης δεν είναι απλώς ένας πρώην βουλευτής. Είναι ένα πρόσωπο με μακρά διαδρομή στον ΔΗΣΥ. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέγει ένα τέτοιο στέλεχος για μια αποστολή που συνδέεται άμεσα με την κορυφαία εθνική προτεραιότητα, το Κυπριακό.

Το ερώτημα λοιπόν μεταφέρεται στην Πινδάρου: πώς θα διαβαστεί η κίνηση;

Ως μια θεσμική επιλογή, όπου μπροστά στο Κυπριακό περισσεύουν οι κομματικές γραμμές; Ή ως ακόμη μία κίνηση Χριστοδουλίδη που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιεί πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του ΔΗΣΥ χωρίς να χρειάζεται πολιτική συμφωνία με την ηγεσία του κόμματος;

Η συγκυρία κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μόλις σήμερα ο Πρόεδρος επανήλθε δημόσια στις σχέσεις του με τον ΔΗΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπικό πρόβλημα με την ηγεσία ή στελέχη του κόμματος και θέτοντας το ερώτημα «πού διαφωνείτε;».

Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια με παραπολιτικό βάρος: τον Ιούλιο ο Τορναρίτης είχε διαψεύσει δημοσίευμα περί πρότασης για συμμετοχή του στο Υπουργικό, δηλώνοντας τότε ότι, εάν αποφάσιζε να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θα το έκανε δημόσια και με πλήρη διαφάνεια.

Δύο μήνες αργότερα, η πρόταση υπάρχει, είναι δημόσια και έγινε αποδεκτή.

Ο διορισμός, επομένως, μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: στο θεσμικό, ως αξιοποίηση ενός έμπειρου πολιτικού για το Κυπριακό· και στο πολιτικό, ως υπενθύμιση ότι τα στεγανά ανάμεσα στο Προεδρικό και τον συναγερμικό χώρο παραμένουν διαπερατά.

Και κάπου εδώ η μπάλα περνά στην Πινδάρου.

Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γιατί ο Χριστοδουλίδης επέλεξε τον Τορναρίτη.

Είναι τι θα πει τώρα ο ΔΗΣΥ για την επιλογή του.

–Sniper–

Continue Reading

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia