Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Γενικός Λογιστής: Σχέδιο για κεντρική διαχείριση έργων στον δημόσιο τομέα

Avatar photo

Published

on

Ολοκληρώθηκε μελέτη για τη δημιουργία μηχανισμού διαχείρισης έργων, η οποία θα τεθεί σε διαβούλευση με τα Υπουργεία Οικονομικών και Μεταφορών, καθώς και με το Υφυπουργείο Έρευνας και Καινοτομίας, ανέφερε ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου την Πέμπτη ο Γενικός Λογιστής Ανδρέας Αντωνιάδης.

Η συζήτηση αφορούσε τις προσπάθειες βελτίωσης των διαδικασιών προσφοροδότησης και υλοποίησης δημοσίων συμβάσεων, με αντικείμενο στην ημερήσια διάταξη τον έλεγχο της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για το 2023 σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης σύμβασης για την προμήθεια και εγκατάσταση μη στρατιωτικών συστημάτων προστασίας κρίσιμων υποδομών από μη επανδρωμένα αεροχήματα. Στη σύντομη εισαγωγή του, ο Γενικός Ελεγκτής Ανδρέας Παπακωνσταντίνου σημείωσε ότι την τελευταία δεκαετία η Αστυνομία επιχείρησε χωρίς επιτυχία να προμηθευτεί τα συστήματα αυτά, προσθέτοντας πως στην πιο πρόσφατη απόπειρα το σύστημα που δοκιμάστηκε δεν λειτούργησε.

Παράλληλα, έκανε λόγο για ανεπαρκή προγραμματισμό και ελλιπή παρακολούθηση του έργου, με αποτέλεσμα απώλειες σε διοικητικό κόστος και εργατοώρες, αλλά και παραμονή της ανάγκης ανικανοποίητης, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι, σύμφωνα με τις αρμόδιες υπηρεσίες, έχουν ληφθεί εναλλακτικά μέτρα.

Από την πλευρά του, ο Ανώτερος Πρώτος Ελεγκτής Τεχνικού Ελέγχου Ευάγγελος Θεοδωρίδης ανέφερε ότι ο τελευταίος σχετικός διαγωνισμός πραγματοποιήθηκε το 2021 και παρουσίαζε ομοιότητες με εκείνον του 2018 σε ορισμένες κρίσιμες υποδομές.

Πρόσθεσε ότι ο έλεγχος της ΕΥ ξεκίνησε ήδη από το στάδιο των εγγράφων, με εισηγήσεις για χρονοδιαγράμματα και για την απουσία συμβολαίου συντήρησης. Όπως είπε, κάποιες από αυτές υιοθετήθηκαν, άλλες μερικώς και άλλες απορρίφθηκαν, όπως η απαίτηση εμπειρίας του προσφοροδότη στην εγκατάσταση αντίστοιχων συστημάτων σε χώρες της ΕΕ ή στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Σε ό,τι αφορά τη συντήρηση, επεσήμανε ότι η ΕΥ είχε υπογραμμίσει την ανάγκη πρόβλεψης σχετικού συμβολαίου από το στάδιο του διαγωνισμού και ενίσχυσης των ασφαλιστικών δικλείδων, κάτι που δεν έγινε δεκτό, με την Αστυνομία να αντιπροτείνει την υποβολή δεσμευτικών τιμών για ανταλλακτικά.

Ανέφερε ακόμη ότι υπήρξε προσφυγή από ανεπιτυχόντα προσφοροδότη, ο οποίος αμφισβήτησε την καταλληλότητα του επιλεγέντος αναδόχου για τεχνικούς λόγους, προσφυγή που απορρίφθηκε. Τελικά, όπως είπε, το σύστημα δεν πέτυχε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις και η σύμβαση τερματίστηκε τον Απρίλιο του 2025, χωρίς όμως οικονομική ζημιά, λόγω κατάσχεσης της εγγυητικής.

Στη συνέχεια, ο Γενικός Λογιστής Ανδρέας Αντωνιάδης ανέφερε ότι το όνομα του αποτυχόντα αναδόχου αναρτήθηκε στο μητρώο αποκλεισμού δημοσίων συμβάσεων, ώστε να αποκλειστεί από μελλοντικές διαδικασίες προσφοροδότησης.

Σε γενικότερη αναφορά για τις δημόσιες συμβάσεις, σημείωσε ότι 45 επαγγελματίες λειτουργοί αγορών απέκτησαν πιστοποίηση ύστερα από διετή εκπαίδευση και συνιστάται η αξιοποίησή τους στις σχετικές διαδικασίες, προσθέτοντας ότι η Αστυνομία θα ενταχθεί στον δεύτερο κύκλο εκπαίδευσης από το 2026.

Πρόσθεσε επίσης ότι ολοκληρώθηκε η μελέτη για τη σύσταση μηχανισμού διαχείρισης έργων, η οποία θα τεθεί σε διαβούλευση με τα αρμόδια Υπουργεία Οικονομικών και Μεταφορών και το Υφυπουργείο Έρευνας και Καινοτομίας.

Επεσήμανε ακόμη ότι το Γενικό Λογιστήριο δεν διαθέτει την απαιτούμενη τεχνογνωσία για καθαρά τεχνικά ζητήματα δημοσίων συμβάσεων, υπογραμμίζοντας ότι οι συντάκτες των εγγράφων πρέπει να είναι καταρτισμένοι και ότι, όπου απαιτείται εξειδίκευση, θα πρέπει να αγοράζονται υπηρεσίες.

Ο νέος Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, Γιώργος Παντελή, ανέφερε ότι το Υπουργείο συμφωνεί κατ’ ουσίαν με τα συμπεράσματα της έκθεσης.

Μίλησε επίσης για αδυναμίες στα έγγραφα του διαγωνισμού, παρά τον ποιοτικό έλεγχο που είχε προηγηθεί, αλλά και για προβλήματα που παρουσιάστηκαν στη συνέχεια κατά την υλοποίηση της σύμβασης.

Συμπλήρωσε ότι το Υπουργικό Συμβούλιο έχει αποφασίσει διαδικασία απόκτησης συστήματος μέσω αρμόδιας επιτροπής με εκπροσώπους κυρίως του Υπουργείου Μεταφορών και ότι η σχετική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη.

Σε σύντομη παρέμβαση, εκπρόσωπος της Αστυνομίας διαβεβαίωσε την Επιτροπή ότι έχουν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ασφαλή φύλαξη των κρίσιμων υποδομών.

Ακολούθησαν δύο ερωτήσεις από τις βουλεύτριες του Δημοκρατικού Συναγερμού Ρίτα Σούπερμαν και Σάβια Ορφανίδου σχετικά με τη συνεργασία των υπηρεσιών με το Γενικό Λογιστήριο για την ολοκλήρωση των συμβάσεων, αλλά και με το ενδεχόμενο αλλαγών στα ποιοτικά κριτήρια προστασίας των αρμόδιων αρχών έναντι προσφοροδότη που αδυνατεί να ολοκληρώσει έργο.

Απαντώντας, ο κ. Αντωνιάδης ανέφερε ότι υπάρχει ολοκληρωμένο πακέτο δράσεων με ορίζοντα τριετίας, σημειώνοντας ότι τα νομοθετικά έχουν ολοκληρωθεί και ότι προχωρούν τα διαδικαστικά, όπως τα πρότυπα έγγραφα και τα πληροφοριακά συστήματα.

Ο Διευθυντής Λογιστικών Υπηρεσιών Φίλιππος Κατράνης υπογράμμισε ότι η ουσία του προβλήματος εντοπίζεται στο στάδιο της προετοιμασίας και ότι είναι κρίσιμο η προετοιμασία και η κατανόηση της αγοράς να γίνονται σωστά και στον απαιτούμενο χρόνο, προσθέτοντας χαρακτηριστικά πως «αντί να εστιάζουμε στην προκήρυξη, πρέπει να επικεντρωνόμαστε στο πώς θα καλυφθεί η ανάγκη».

Στις δηλώσεις του μετά τη συνεδρίαση, ο Πρόεδρος της Επιτροπής, βουλευτής ΔΗΚΟ Ζαχαρίας Κουλίας, επανέλαβε ότι η Αστυνομία επιχείρησε δύο φορές να προμηθευτεί σύστημα χωρίς επιτυχία, γεγονός που, όπως είπε, αναδεικνύει σοβαρή αδυναμία στον τρόπο λειτουργίας των προσφορών στον δημόσιο τομέα.

Πρόσθεσε ότι το Γενικό Λογιστήριο, λαμβάνοντας υπόψη αυτή την αδυναμία, ετοιμάζει –σε προχωρημένο στάδιο– διαδικασία βάσει της οποίας οι υπηρεσίες και τα υπουργεία που προκηρύσσουν τέτοιους διαγωνισμούς θα τελούν υπό την εποπτεία και καθοδήγηση ενός κεντρικού συστήματος αγορών και προμηθειών, ώστε να αποφεύγονται παρόμοιες αποτυχίες.

«Η ισχύουσα νομοθεσία είναι ιδιαίτερα περίπλοκη και πολυσύνθετη, άρα απαιτεί έναν κεντρικό καθοδηγητή, ιδίως σε εξειδικευμένα συστήματα. Είναι αδύνατον το κράτος να διαθέτει μόνιμα τέτοιους εμπειρογνώμονες, όμως σε ειδικά θέματα μπορούν να αγοράζονται υπηρεσίες για να στηρίζεται η αρμόδια αρχή και να τίθενται οι αναγκαίες ασφαλιστικές δικλείδες», σημείωσε.

Σε ερώτηση για το αν θα πρέπει να καθιερωθεί υποχρέωση δήλωσης πόθεν έσχες για όσους συμμετέχουν σε διαδικασίες προσφοροδότησης, ο κ. Κουλίας απάντησε ότι απαιτούνται ασφαλιστικές δικλείδες και ότι, σύμφωνα με την πληροφόρηση που έχει, τα ζητήματα αυτά ήδη λαμβάνονται υπόψη.

Continue Reading

Off the Record

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

Avatar photo

Published

on

Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.

Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.

Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.

Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;

Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.

Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες

Avatar photo

Published

on

της Κατερίνας Χατζηστυλλή* 

Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.

Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία

Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.

Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.

Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.

Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης

Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.

Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.

Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.

Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή

Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.

Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.

Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις

Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.

Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.

Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.

Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.

Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.

 

*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου

 

Continue Reading

voulitv

52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν

Avatar photo

Published

on

Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.

Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.

Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.

Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.

Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.

Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.

Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.

Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;

Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.

Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.

Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.

Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.

Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.

Continue Reading
Advertisement
Off the Record4 days ago

Το Στενό, το πετρέλαιο και η αξία της συγκράτησης

Off the Record4 days ago

Οι φιλοδοξίες στον ΔΗΣΥ και η μάχη για το 2028

Off the Record2 weeks ago

Οι Ελληνοκύπριοι τζογαδόροι αιμοδοτούν τον Αττίλα

Άρθρα Χάρη Θεραπή2 weeks ago

Κατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων

Off the Record2 weeks ago

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ2 weeks ago

Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες

Off the Record3 weeks ago

Η ώρα της αμερικανικής ευθύνης στο Κυπριακό

voulitv4 weeks ago

52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν

Off the Record4 weeks ago

Ντόναλντ Τραμπ: Αναξιόπιστος απέναντι στους παραδοσιακούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών

Off the Record1 month ago

Προεδρικές Εκλογές 2028: Τα πρόσωπα, οι ισορροπίες και τα πιθανά σενάρια

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia