ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το ερώτημα για την Holguín για την UNFICYP και η υπόθεση της Μάμμαρι: γιατί δέχθηκαν επίθεση δύο Ελληνοκύπριοι αγρότες;
2 Ιανουαρίου 2026
Aziz Şah
Στις 30 Δεκεμβρίου, η Fileleftheros δημοσίευσε είδηση σύμφωνα με την οποία, τη Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου, δύο Ελληνοκύπριοι αγρότες που όργωναν τα χωράφια τους κοντά στη Ζώνη Ασφαλείας, στην περιοχή της Μάμμαρι, δέχθηκαν επίθεση από περισσότερους από 20 Τούρκους στρατιώτες και «αστυνομικούς», ενώ —όπως αναφέρεται— έγινε προσπάθεια να συλληφθούν.
Περίπου δύο μήνες νωρίτερα, το πρωί του Σαββάτου 8 Νοεμβρίου, είχε προηγηθεί άλλο περιστατικό στη Δένεια: Ελληνοκύπριος αγρότης, που εισήλθε με τρακτέρ στη Ζώνη για να οργώσει τη γη του, φέρεται να παρεμποδίστηκε από Τούρκους στρατιώτες, με την Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ να καταφθάνει στη συνέχεια στην περιοχή.
Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, σχολιάζοντας τότε το περιστατικό, το χαρακτήρισε «αρνητική εξέλιξη που δυναμιτίζει το καλό κλίμα» και διαβεβαίωσε ότι έγιναν άμεσα «όλες οι απαραίτητες ενέργειες» ώστε να μην επαναληφθούν αντίστοιχες κινήσεις.
Τι ακολούθησε; Αντί να εκτονωθεί, η ένταση κλιμακώθηκε: το μεμονωμένο επεισόδιο του Νοεμβρίου «μεγάλωσε» αισθητά τον Δεκέμβριο.
Στην Παλαιστίνη, επιθέσεις δυνάμεων κατοχής και εποίκων κατά αγροτών εν ώρα εργασίας είναι σχεδόν καθημερινό φαινόμενο — και συχνά καταλήγουν σε αρπαγή γης. Το άρθρο θέτει το ερώτημα: τι σημαίνει αυτό για την Κύπρο και ποια είναι η λειτουργία του μηχανισμού στη Ζώνη Ασφαλείας;
Η βασική θέση που προβάλλεται είναι ότι ο ρόλος της Ζώνης —όπως εφαρμόζεται στην πράξη— δεν περιορίζεται στη «διατήρηση ηρεμίας», αλλά συνδέεται με έναν ευρύτερο έλεγχο του πεδίου: να «πειθαρχεί» τον ΟΗΕ και την ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και να διευρύνει, σταδιακά, τα τετελεσμένα της κατοχής.
Στην Κύπρο υπάρχει ένα διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος: η Κυπριακή Δημοκρατία. Η Τουρκία κατέχει το 37% του εδάφους της. Και, όπως υποστηρίζεται, εδώ και 51 χρόνια δεν υπάρχει υπογεγραμμένη Συμφωνία Ανακωχής ούτε καθορισμένη Γραμμή Ανακωχής. Έτσι, η λεγόμενη «Ζώνη Ασφαλείας» περιγράφεται ως περιοχή πέραν της γραμμής που κατέλαβε ο τουρκικός στρατός, με αποτέλεσμα —κατά τον αρθρογράφο— να υφίσταται «διπλή κατοχή»: από την Τουρκία και από τον ΟΗΕ, μέσω του ειδικού καθεστώτος της Ζώνης.
Η εικόνα που περιγράφεται είναι συγκεκριμένη: αγρότες που προσπαθούν να καλλιεργήσουν τη δική τους γη, με τον στρατό κατοχής παρόντα στην περίμετρο και με την UNFICYP, στην πράξη, να τους εμποδίζει να σπείρουν ή να οργώσουν. Την ίδια στιγμή, σημειώνεται ότι μετανάστες που εισέρχονται μέσω Τουρκίας περνούν τη Ζώνη χωρίς ουσιαστική παρέμβαση, ενώ όταν πρόκειται για καλλιέργεια, «ο αγρότης βρίσκει απέναντί του τον ΟΗΕ».
Στο πλαίσιο αυτής της «ελεγχόμενης έντασης», όπως την ονομάζει, ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι επί δεκαετίες σημειώνονται περιοδικές επιθέσεις εναντίον Ελληνοκυπρίων αγροτών και αμάχων στη Ζώνη. Παράλληλα, επιμένει ότι η Τουρκία δεν δέχθηκε ούτε καν να υπογράψει Συμφωνία Ανακωχής ώστε να οριοθετηθεί γραμμή, ενώ συγκρίνει το γεγονός με άλλες περιπτώσεις όπου έχουν υπογραφεί συμφωνίες ανακωχής ακόμη και με αντιμαχόμενους που χαρακτηρίζονται «τρομοκρατικές οργανώσεις».
Το συμπέρασμα που επιχειρείται είναι αιχμηρό: μια δύναμη κατοχής που δεν αποδέχεται ούτε τα στοιχειώδη δεσμευτικά πλαίσια, μπορεί πράγματι να επιτρέψει «συνολική λύση»;
Στη συνέχεια, το κείμενο αναπτύσσει τη λογική ότι η απουσία καθορισμένου «συνόρου» ευνοεί τον κατακτητή, διότι αφήνει περιθώριο επέκτασης, παραπέμποντας σε ανάλογες στρατηγικές που εφαρμόστηκαν αλλού. Από αυτή τη σκοπιά, εξηγεί γιατί —κατά την εκτίμησή του— δεν υπάρχει πραγματικό σύνορο ανάμεσα στην κατεχόμενη και τη μη κατεχόμενη περιοχή: η Κύπρος δεν είναι «διχοτομημένη», αλλά «υπό κατοχή». Και η κατοχή, μαζί με την εποικιστική αποικιοκρατία, παρουσιάζεται ως φαινόμενο που «δεν αναγνωρίζει όρια».
Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι αυτό ακριβώς είναι που αρνούνται να αποδεχθούν η ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και οι ελληνοκυπριακές ελίτ: ότι, επιδιώκοντας τη διατήρηση ενός «καλού κλίματος», στην πράξη αποδέχονται την πραγματικότητα της κατοχής και προσπαθούν να διασφαλίσουν τη μετα-1974 τάξη πραγμάτων.
Και προσθέτει, παραφράζοντας το γνωστό απόφθεγμα του Τρότσκι, ότι ακόμη κι αν δεν ασχολείσαι με την κατοχή, η κατοχή θα ασχοληθεί μαζί σου — γιατί λειτουργεί σαν «καρκίνος», με «όγκο» την εποικιστική πολιτική.
Το ερώτημα «γιατί συνέβη στη Μάμμαρι;» συνδέεται, τέλος, με όσα αποδίδονται στον προσωπικό απεσταλμένο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Holguín. Σύμφωνα με το κείμενο, ο Holguín έχει διατυπώσει σε κλειστές συναντήσεις τη θέση ότι «δεν βλέπει πρόβλημα στην Κύπρο» και δεν κατανοεί «τι δουλειά έχει η Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ στο νησί».
Στο ίδιο δημοσίευμα της Fileleftheros αναφέρεται επίσης ότι ο νεαρός αγρότης, Γαβριήλ Γερόλεμος, δήλωσε πως το περιστατικό συνέβη εντός της Ζώνης Ασφαλείας και ότι οι στρατιώτες της UNFICYP που έφτασαν στο σημείο περιορίστηκαν στο να παρακολουθούν και να καταγράφουν όσα συνέβησαν, χωρίς να επέμβουν.
πηγή: https://www.cumhuriyetci.cy/2026/01/02/holguinin-bm-baris-gucu-ne-ise-yarar-sorusu-ve-tufan-erhurmanin-sartlari-mammaride-iki-kibrisli-rum-ciftci-neden-saldiriya-ugradi/
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
#exAformis
Όταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
του Χάρη Θεραπή
Η υπόθεση TAXAN δεν αφορά μόνο τον Μαρίνο Σιζόπουλο και τα υπόλοιπα πρόσωπα που κατονομάζονται στο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς. Αφορά, πρωτίστως, τη θεσμική αξιοπιστία της Νομικής Υπηρεσίας και την ικανότητα του κράτους να πείθει τους πολίτες ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί με συνέπεια, ανεξαρτησία και ίσα μέτρα απέναντι σε όλους.
Η συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι.
Την ώρα που η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το πόρισμα για το λεγόμενο «Κράτος Μαφία», με την ίδια την Κυβέρνηση να αναγκάζεται να αναζητήσει ανεξάρτητους ανακριτές λόγω της εξαίρεσης της ηγεσίας της Νομικής Υπηρεσίας, ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο ζήτημα καταλήγει ξανά στο ίδιο γραφείο.
Το πόρισμα της Αστυνομίας για την υπόθεση TAXAN αναμένεται να διαβιβαστεί στη Νομική Υπηρεσία, η οποία καλείται να αποφασίσει αν θα ασκήσει ποινικές διώξεις.
Το ερώτημα, όμως, είναι αμείλικτο.
Πώς μπορεί η ίδια ακριβώς ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας, που το 2022 είχε αποφανθεί ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία για ποινική δίωξη, να πείσει σήμερα ότι η νέα της απόφαση δεν θα σκιάζεται από τις επιλογές του παρελθόντος;
Η τότε θέση ήταν ξεκάθαρη: δεν υπήρχε επαρκής και ανεξάρτητη μαρτυρία.
Κι όμως, λίγα χρόνια αργότερα, η Αρχή κατά της Διαφθοράς, μέσω μιας εκτεταμένης έρευνας, εντόπισε στοιχεία και ενδείξεις που οδήγησαν σε διαπίστωση πιθανής διάπραξης σοβαρών ποινικών αδικημάτων, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει νέα αστυνομική διερεύνηση.
Το εύλογο ερώτημα δεν αφορά μόνο την ουσία της υπόθεσης.
Αφορά το πώς είναι δυνατόν στοιχεία που κρίθηκαν ικανά να οδηγήσουν σε νέα ποινική διερεύνηση να μην είχαν εντοπιστεί ή αξιολογηθεί στην πρώτη έρευνα.
Και ακόμη περισσότερο, γιατί τότε δεν ζητήθηκαν συμπληρωματικές ανακρίσεις ή περαιτέρω διερεύνηση.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική πληγή.
Η αξιοπιστία της Δικαιοσύνης δεν κρίνεται μόνο από τις τελικές αποφάσεις της. Κρίνεται από την ποιότητα των ερευνών, από τη συνέπεια των χειρισμών και από την εικόνα που εκπέμπει προς την κοινωνία.
Όταν οι ίδιες υποθέσεις επιστρέφουν μετά από λίγα χρόνια με διαφορετικά δεδομένα και διαφορετικές αξιολογήσεις, η εμπιστοσύνη των πολιτών δοκιμάζεται.
Και όταν αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο όπου η ίδια η Νομική Υπηρεσία βρίσκεται στο επίκεντρο έντονης δημόσιας αμφισβήτησης εξαιτίας άλλων σοβαρών υποθέσεων, η ανάγκη για απόλυτη διαφάνεια γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Ας είμαστε ξεκάθαροι.
Το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς δεν αποτελεί δικαστική απόφαση και κανείς δεν μπορεί να θεωρείται ένοχος πριν αποφανθούν τα αρμόδια δικαστήρια, εφόσον φυσικά ασκηθούν διώξεις.
Όμως η δημόσια λογοδοσία των θεσμών είναι εξίσου απαραίτητη.
Εάν η Νομική Υπηρεσία αποφασίσει αυτή τη φορά να προχωρήσει με ποινικές διώξεις, θα οφείλει να εξηγήσει τι ακριβώς άλλαξε σε σχέση με το 2022 και γιατί τότε δεν κρίθηκε αναγκαία μια πιο ουσιαστική διερεύνηση.
Εάν, από την άλλη, αποφασίσει εκ νέου να μην προχωρήσει, θα πρέπει να αιτιολογήσει με τρόπο που να μπορεί να πείσει μια κοινωνία η οποία παρακολουθεί πλέον με αυξανόμενη δυσπιστία τη λειτουργία των θεσμών.
Η ουσία δεν είναι αν η υπόθεση αφορά έναν πρώην αρχηγό κόμματος.
Ούτε αν οι καταγγελίες τελικά θα επιβεβαιωθούν ή θα καταρρεύσουν στο δικαστήριο.
Η ουσία είναι αν η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει μηχανισμούς που μπορούν να διερευνούν σοβαρές υποθέσεις χωρίς σκιές, χωρίς καθυστερήσεις και χωρίς να δημιουργείται η εντύπωση ότι οι ίδιοι θεσμοί καλούνται κάθε φορά να αξιολογήσουν τα δικά τους λάθη.
Η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να απονέμεται.
Πρέπει και να εμπνέει εμπιστοσύνη.
Και αυτή η εμπιστοσύνη, δυστυχώς, δεν ανακτάται με ανακοινώσεις. Ανακτάται μόνο όταν οι θεσμοί αποδεικνύουν στην πράξη ότι είναι πρόθυμοι να κάνουν και τη δύσκολη αυτοκριτική.
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Διπλωματικός Θρίαμβος της Τεχεράνης; Τα 14 Σημεία της Φερόμενης Συμφωνίας Ιράν – ΗΠΑ
του Αλέξη Λεκάκη Κερκυραίου
Το “Al Arabiya English,” η αγγλόφωνη διαδικτυακή υπηρεσία του κρατικού σαουδαραβικού ειδησεογραφικού δικτύου Al Arabiya, υποστηρίζει ότι έχει λάβει ένα αντίγραφο του Μνημονίου Κατανόησης μεταξύ του Ιράν και των ΗΠΑ που αναμένεται να υπογραφεί στην Ελβετία την ερχόμενη Παρασκευή. Σημειώνεται ότι το συγκεκριμένο ΜΜΕ δεν διάκειται γενικότερα θετικά απέναντι στην Ισλαμική Δημοκρατία. Για την ακρίβεια, είναι εξόχως εχθρικό απέναντί της. Κι, όμως, τα φερόμενα 14 σημεία της προκαταρκτικής συμφωνίας-πλαίσιο που προδημοσιεύει το “Al Arabiya English” παρουσιάζουν μια εικόνα διπλωματικού θριάμβου του Ιράν. Συγκεκριμένα:
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΠόρισμα καταπέλτης για το “Κράτος-Μαφία” για 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΤουρκική εφημερίδα κάνει λόγο για «ισραηλινή κατάληψη» στην Κύπρο
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΠόρισμα «Κράτος Μαφία»: Πρώτα ενημερώνεται ο Αναστασιάδης, μετά η δημοσιοποίηση
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΑννίτα Δημητρίου: Επανεκλογή στην Προεδρία της Βουλής με 29 ψήφους
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΜήνυμα ΔΗΠΑ προς Παπαδόπουλο: «Αναμένουμε την πρόσκληση» – Ανοικτοί σε συνεργασία αλλά με όρους
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΚατέρρευσε το αφήγημα της «Σάντη» – Εκτεθειμένος ο Δρουσιώτης, ανοίγει ο κύκλος των ευθυνών
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΣτο φως νέες λεπτομέρειες για την υπόθεση Χαμάς σε Ελλάδα και Κύπρο
-
MILITAIRE1 month agoΗ σκοτεινή Ευρώπη, μια ιστορία εγκλημάτων! Ηλίας Παπαναστασίου
-
50 +1 χρόνια μετά1 month agoΣτο καλό αγαπητέ Πάνο
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΟυκρανικό ΥΠΕΞ: Δεν παραιτήθηκε ο πρέσβης στην Κύπρο – Είχε ήδη δρομολογηθεί η ανάκλησή του






