ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Τι μας διδάσκει η Βενεζουέλα για την ασφάλεια της Κύπρου

της Ανδρούλλας Καμιναρά
Όταν η νομιμότητα γίνεται επιλεκτική και ο φυσικός πλούτος δεν συνοδεύεται από διαφάνεια και ανεξάρτητους θεσμούς, οι μικρές χώρες είναι οι πρώτες που πληρώνουν το τίμημα.
Όταν το διεθνές δίκαιο παύει να είναι φραγμός
Οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα δεν είναι μια ακόμη «μακρινή» κρίση της Λατινικής Αμερικής. Είναι μια δοκιμή για το αν το διεθνές δίκαιο εξακολουθεί να λειτουργεί ως φραγμός στην αυθαιρεσία των ισχυρών ή αν μετατρέπεται σε εργαλείο κατά βούληση. Για χώρες όπως η Κύπρος, που στηρίζουν την ασφάλεια και την επιβίωσή τους στη νομιμότητα και όχι στην ισχύ, το διακύβευμα είναι υπαρξιακό.
Στο Συμβούλιο ασφαλείας των ΗΕ στις 5 Ιανουαρίου 2026, ο Γενικός Γραμματέας δήλωσε ότι «παραμένω βαθιά ανήσυχος ότι οι κανόνες του διεθνούς δικαίου δεν έγιναν σεβαστοί σε σχέση με τη στρατιωτική ενέργεια της 3ης Ιανουαρίου». Στο ίδιο Συμβούλιο ο Jeffrey Sachs είπε: «Η ειρήνη και η επιβίωση της ανθρωπότητας εξαρτώνται από το κατά πόσον ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών θα συνεχίσει να αποτελεί ζωντανό θεμέλιο του διεθνούς δικαίου ή θα οδηγηθεί στην απαξίωση.»
Μονομερής επέμβαση και επικίνδυνα προηγούμενα
Η επιλογή των Ηνωμένων Πολιτειών να προχωρήσουν σε ενέργειες που καταλήγουν στη σύλληψη και μεταφορά του Προέδρου Μαδούρο στη Νέα Υόρκη, ώστε να δικαστεί με βάση το αμερικανικό δίκαιο, συνιστά ποιοτική τομή. Δεν πρόκειται απλώς για πολιτική πίεση ή κυρώσεις, αλλά για ευθεία αμφισβήτηση της αρχής της κρατικής κυριαρχίας και για δημιουργία προηγουμένου που υπονομεύει τον ρόλο του ΟΗΕ.
Από τη δημοκρατική εκλογή στον αυταρχισμό
Ο Ούγκο Τσάβες εξελέγη δημοκρατικά το 1998, αλλά σταδιακά η διακυβέρνηση διολίσθησε προς τον αυταρχισμό, με αποδυνάμωση θεσμών και συγκέντρωση εξουσίας. Οι εθνικοποιήσεις στον ενεργειακό τομέα μετά το 2007, χωρίς επαρκή σχεδιασμό και θεσμικές εγγυήσεις, επιτάχυναν την οικονομική κατάρρευση. Με τον Νικολάς Μαδούρο, ο αυταρχισμός παγιώθηκε και η ανθρωπιστική κρίση έλαβε πρωτοφανείς διαστάσεις.
Όταν η «νομιμότητα» γίνεται θέμα χρόνου
Όμως, το γεγονός ότι το καθεστώς Μαδούρο υπήρξε αυταρχικό δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την κατάργηση των κανόνων. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η δημόσια δήλωση του Πρωθυπουργού της Ελλάδας, Κυριάκου Μητσοτάκη, ότι «δεν είναι η ώρα να κρίνουμε τη νομιμότητα». Για χώρες όπως η Κύπρος, μια τέτοια προσέγγιση εκπέμπει ένα επικίνδυνο μήνυμα: ότι οι κανόνες δεν είναι καθολικοί, αλλά εφαρμόζονται επιλεκτικά, μόνο όταν είναι πολιτικά βολικό.
Ο φυσικός και ορυκτός πλούτος ως κατάρα χωρίς θεσμούς
Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως, καθώς και κρίσιμα ορυκτά στρατηγικής σημασίας. Κι όμως, η παραγωγική της ικανότητα έχει καταρρεύσει. Η εμπειρία της χώρας αποδεικνύει ότι ο φυσικός και ορυκτός πλούτος, όταν δεν συνοδεύεται από διαφάνεια, λογοδοσία και ισχυρούς θεσμούς, δεν αποτελεί ευλογία αλλά κατάρα. Αντί να παράγει ευημερία, τροφοδοτεί διαφθορά, αυταρχισμό και κρατική αποσύνθεση.
Σε ότι αφορά το μέλλον, ειδικοί αναλυτές υπολογίζουν ότι θα πάρει τουλάχιστον 5-10 χρόνια για να αυξηθεί η παραγωγή πετρελαίου της Βενεζουέλας, ακόμα και εάν αναληφθεί από Αμερικανές εταιρίες γιατί χρειάζονται μεγάλες επενδύσεις εκσυγχρονισμού, χρειάζεται εξειδικευμένο προσωπικό που τώρα δεν υπάρχει και θα πάρει χρόνο για να αποκτηθεί εμπιστοσύνη για να έρθουν ξένες εταιρίες και να επενδύσουν εκεί.
Η ανθρωπιστική διάσταση πίσω από τους αριθμούς
Το 2018, ως υπεύθυνη για την ανθρωπιστική βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρέθηκα στα σύνορα Κολομβίας–Βενεζουέλας. Στην περιοχή της Cúcuta όπου η γέφυρα Simón Bolivar ενώνει τις δύο χώρες, χιλιάδες άνθρωποι περνούσαν καθημερινά για ένα πιάτο φαγητό. Άνθρωποι που περπατούσαν νηστικοί για μέρες χωρίς να έχουν φάει, έμεναν 1-2 για να μπορέσουν να φάνε στα λαϊκά συσσίτια που είχαν στηθεί, έπαιρναν λίγη τροφή και επέστρεφαν πίσω στα χωριά τους για να τη μοιραστούν με όσους δεν μπορούσαν να κάνουν το ίδιο ταξίδι. Όταν τα σύνορα έκλεισαν, πολλοί οδηγήθηκαν σε παράνομες και επικίνδυνες διαδρομές, σε εκμετάλλευση και σε συνθήκες σύγχρονης δουλείας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ECHO για το 2025, περίπου το 56% του πληθυσμού ζει σε συνθήκες ακραίας φτώχιας. Στα τελευταία 10 χρόνια, περίπου 8 εκατομμύρια Βενεζουελάνοι έχουν φύγει από την χώρα δηλαδή το ¼ του πληθυσμού – με 7 στους 8 από αυτούς να είναι σε γειτονικές χώρες της Λατινικής Αμερικής – και από αυτούς που έχουν μείνει 7.9 εκατ. χρειαζόντουσαν ανθρωπιστική βοήθεια για να επιβιώσουν. Τα συστήματα υγείας και εκπαίδευσης τους έχουν καταρρεύσει. Χαρακτηριστικό στοιχείο για την ακρίβεια που υπάρχει είναι ότι, οι ανάγκες σίτισης της μέσης οικογένειας είναι περίπου 250% περισσότερες από τον μέσο μισθό.
Δυστυχώς, η πιθανότητα να βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο των Βενεζουελάνων στα επόμενα χρόνια μετά από τα πρόσφατα γεγονότα είναι πολύ μικρή.
Από τη Βενεζουέλα στη Γροιλανδία: η λογική της ισχύος
Η περίπτωση της Γροιλανδίας καταδεικνύει τη μετατόπιση του διεθνούς πλαισίου. Οι δημόσιες αναφορές του Προέδρου Τραμπ σε πιθανή «απόκτηση» της Γροιλανδίας –μιας αυτόνομης οντότητας εντός του Βασίλειου της Δανίας – δείχνουν πόσο εύκολα η ισχύς επιχειρεί να υποκαταστήσει τους κανόνες, ακόμη και εντός της ευρωατλαντικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Στις 6 Ιανουαρίου, όταν οι χώρες coalition of the willing συναντήθηκαν στο Παρίσι για την Ουκρανία εξέδωσαν και ανακοίνωση για την Γροιλανδία τονίζοντας ότι ανήκει μόνο στους κατοίκους της.
Ποιες άλλες χώρες να ανησυχούν τώρα? Ιράν, Κολομβία, Κούβα… Και δεν είναι θέμα μόνο το τί θέλουν οι ΗΠΑ, είναι και θέμα το τί θέλει να κάνει και προς τα που να επεκταθεί και το Ισραήλ, αφού οι ΗΠΑ αποδεδειγμένα παρέχουν πλήρη κάλυψη σε όλες τις επεκτατικές ενέργειες του Ισραήλ. Και σε ότι αφορά την Ρωσία και την Κίνα, εάν είναι να χρησιμοποιηθεί η ίδια λογική, τι θα συμβεί με τις άλλες γειτονικές χώρες της Ρωσίας και τι θα γίνει με το Ταιβάν ? Και τι γίνεται με την Τουρκία και τις ενέργειες της στο Αιγαίο?
Το μάθημα για την Κύπρο: ασφάλεια μέσω κανόνων
Για την Κύπρο, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο. Σε έναν κόσμο όπου η νομιμότητα γίνεται επιλεκτική, η στρατηγική της Κύπρου οφείλει να βασίζεται στη συνεργασία και τη συμμαχία με χώρες που αποδεδειγμένα σέβονται το διεθνές δίκαιο και τους θεσμούς όπως ακριβώς πράττει και η ευρωπαϊκή οικογένεια στην οποία ανήκουμε — και όχι το αντίθετο.
Το μάθημα της Βενεζουέλας για την Κύπρο είναι σαφές: η κυπριακή εδαφική ακεραιότητα και η ΑΟΖ και ο ενεργειακός πλούτος της πλούτος μπορούν να αποτελέσουν ασφάλεια μόνο αν στηρίζονται σε διαφάνεια, ισχυρούς θεσμούς και απόλυτη προσήλωση στο διεθνές δίκαιο, μέσα από συμμαχίες με χώρες που αποδεδειγμένα το σέβονται.
Η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια να ισορροπεί ανάμεσα στη νομιμότητα και την αυθαιρεσία. Η ξεκάθαρη ευθυγράμμιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και με άλλα κράτη που σέβονται έμπρακτα τους κανόνες δεν είναι ιδεολογική επιλογή· είναι στρατηγική επιβίωσης.
*Η Ανδρούλλα Καμιναρά είναι Υποψήφια βουλεύτρια ΑΛΜΑ Λευκωσίας. 40+ χρόνια στη δημόσια διοίκηση & διπλωματία. Πρώτη γυναίκα Πρέσβειρα ΕΕ στο Πακιστάν.
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
TO GSI OR NOT TO GSI;

*του Στέλιου Γ. Προκοπίου
Διεθνολόγου – Υποψ. Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων
Πολλές φορές στο παρελθόν έχουμε αναφέρει την αναγκαιότητα για την Κυπριακή Δημοκρατία να συμμετέχει σε συνεταιρισμούς και συμμαχίες με διάφορα περιφερειακά και μη κράτη, τα οποία διατηρούν φιλικές σχέσεις ή μοιράζονται κοινά στρατηγικά συμφέροντα με τη χώρα μας, με στόχο την ενίσχυση της γεωπολιτικής της θέσης, την προώθηση των εθνικών της συμφερόντων και κυρίως την θωράκιση της ασφάλειάς της, σε ένα ιδιαίτερα ρευστό και απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.
Η ανάγκη αυτή, καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική υπό τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα, όπου η ισχύς των κρατών δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το μέγεθος ή τον πληθυσμό τους, αλλά και από τη συμμετοχή τους σε δίκτυα συνεργασίας, κοινές υποδομές και στρατηγικές πρωτοβουλίες που δημιουργούν δεσμούς αμοιβαίου συμφέροντος και αυξάνουν την ανθεκτικότητά τους απέναντι στις διεθνείς προκλήσεις.
Μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, το έργο του Great Sea Interconnector (GSI) αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για ένα έργο ενεργειακής υποδομής, αλλά για μια στρατηγική πρωτοβουλία που εντάσσει την Κύπρο σε ένα πλέγμα συνεργασίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ελλάδας και Ισραήλ, αναβαθμίζοντας ουσιαστικά τον γεωπολιτικό της ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο και υπερβαίνει τα στενά όρια ενός ενεργειακού έργου, αποκτώντας έτσι ευρύτερη πολιτική και γεωπολιτική αξία.
Παρότι η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στο οικονομικό κόστος του έργου και στις πιθανές επιπτώσεις που ενδέχεται να μετακυλισθούν στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, η πραγματική του σημασία δεν περιορίζεται στην ενεργειακή του διάσταση. Πρόκειται αναμφίβολα για ζητήματα σημαντικά, τα οποία μπορούν να αξιολογηθούν με μεγαλύτερη εξειδίκευση από τους αρμόδιους τεχνοκράτες και ειδικούς. Ωστόσο, η οικονομική διάσταση του έργου δεν θα πρέπει να εξετάζεται αποκομμένη από τις ευρύτερες γεωπολιτικές του προεκτάσεις. Η αξιολόγηση του κόστους και των πιθανών επιβαρύνσεων είναι ασφαλώς απαραίτητη και πρέπει να γίνεται με σοβαρότητα και τεκμηρίωση, χωρίς όμως να επισκιάζει τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές δυνατότητες του έργου.
Σε μια εποχή κατά την οποία η ενέργεια, η ασφάλεια και οι διεθνείς συμμαχίες αλληλοσυνδέονται όλο και περισσότερο, ο GSI μπορεί να εξελιχθεί σε ένα έργο με επιπτώσεις που θα ξεπερνούν κατά πολύ τον τομέα της ηλεκτροδότησης.
Η προοπτική αυτή συνδέεται άμεσα με το σημαντικότερο διαχρονικό πλεονέκτημα της Κύπρου, τη γεωγραφική της θέση. Η γεωγραφία όμως από μόνη της δεν αρκεί. Απαιτούνται υποδομές που να μετατρέπουν αυτό το φυσικό πλεονέκτημα σε πραγματική πολιτική και οικονομική αξία. Ο Great Sea Interconnector μπορεί να επιτελέσει ακριβώς αυτόν τον ρόλο, αναβαθμίζοντας τη θέση της χώρας ως γέφυρας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ανατολικής Μεσογείου και ενισχύοντας τη διαπραγματευτική της βαρύτητα.
Στη σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα, κράτη που συμμετέχουν σε κρίσιμες υποδομές μεταφοράς ενέργειας, αποκτούν επιρροή δυσανάλογη προς το μέγεθός τους, ακριβώς επειδή καθίστανται απαραίτητα για την εύρυθμη λειτουργία ευρύτερων περιφερειακών δικτύων.
Εξίσου σημαντική, είναι η διάσταση των διεθνών συνεργασιών που δημιουργούνται μέσα από τέτοιες υποδομές. Οι πολιτικές συμμαχίες μεταβάλλονται συχνά ανάλογα με τις διεθνείς εξελίξεις, όμως οι μεγάλες διακρατικές επενδύσεις δημιουργούν σχέσεις αμοιβαίου συμφέροντος. Όταν διαφορετικά κράτη επενδύουν σημαντικούς πόρους σε ένα κοινό έργο, αποκτούν παράλληλα ισχυρό κίνητρο να διαφυλάξουν τη σταθερότητα και την ασφάλειά του.
Για την Κυπριακή Δημοκρατία, η συμμετοχή σε ένα τέτοιο σχήμα συνεργασίας με την Ελλάδα και το Ισραήλ, σε συνδυασμό με την άμεση στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς το έργο, ενισχύει το διπλωματικό της αποτύπωμα και δημιουργεί προϋποθέσεις για περαιτέρω συνεργασίες στους τομείς της ενέργειας, της τεχνολογίας, των επενδύσεων, αλλά κυρίως στους τομείς ασφάλειας και άμυνας.
Φυσικά, κανένα έργο τέτοιας εμβέλειας δεν στερείται κινδύνων και προκλήσεων. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι η ολοκλήρωση ενός έργου που συνδέει άμεσα την Κύπρο με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο, μέσω της Ελλάδας, δεν ενισχύει μόνο την ενεργειακή ασφάλεια του νησιού, εξού και στο παρελθόν είχε προβεί σε απαράδεκτες προκλήσεις, με στόχο να αποτρέψει την συνέχιση του έργου.
Με άλλα λόγια, η αξία του έργου δεν περιορίζεται στα χιλιόμετρα του καλωδίου που θα τοποθετηθούν στον βυθό της Μεσογείου, αλλά επεκτείνεται στο πλέγμα συμφερόντων, συνεργασιών και αλληλεξαρτήσεων που δημιουργεί γύρω από την Κυπριακή Δημοκρατία και ακριβώς αυτή η διάσταση είναι που προσδίδει στο έργο ευρύτερη στρατηγική και γεωπολιτική σημασία.
Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση για τον Great Sea Interconnector δεν μπορεί να εξαντλείται αποκλειστικά σε λογιστικούς υπολογισμούς ή σε βραχυπρόθεσμες οικονομικές ανησυχίες. Τα μεγάλα στρατηγικά έργα αξιολογούνται όχι μόνο με βάση το άμεσο οικονομικό τους κόστος, αλλά και από τη δυνατότητά τους να διαμορφώνουν τις στρατηγικές επιλογές και τις προοπτικές μιας χώρας για τις επόμενες δεκαετίες. Για τον λόγο αυτό, παρά τις δυσκολίες, τις αβεβαιότητες και τις προκλήσεις που αναμφίβολα υπάρχουν, το έργο πρέπει να αξιολογηθεί με όρους μακροπρόθεσμου εθνικού και στρατηγικού συμφέροντος το οποίο θα διαμορφώσει, σε σημαντικό βαθμό, τις δυνατότητες και τις επιλογές της χώρας για τις επόμενες γενιές.
voulitv
Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

*by Euripides L. Evriviades
Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy
What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?
Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.
Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.
Consider the pieces.
Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.
Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.
No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.
Once seen, the pattern is difficult to unsee.
It did not begin with Trump
But this did not begin with Trump.
In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.
The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.
This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.
America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.
The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.
American leadership worked because others had a stake in the system too.
The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.
Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.
Then look east.
Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.
Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.
Power beyond the battlefield
Twenty-first-century power extends beyond geography.
Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.
And above all, the dollar.
After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.
The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.
Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.
The pieces begin to connect.
The pieces begin to connect
Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.
Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.
None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.
Grand strategy does not require choreography.
Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.
The price of primacy
But therein lies the paradox.
American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.
Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.
Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.
As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.
Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.
Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.
The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.
The danger lies elsewhere.
The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.
America may win many of the transactions.
The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.
*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.
Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency
Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;
Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.
Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.
Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.
Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.
Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.
Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.
Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.
Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.
Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.
Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.
Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.
Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.
Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.
Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.
Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.
Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.
Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.
Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.
Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.
Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.
Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.
Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.
Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.
Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.
-
Off the Record3 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: Ορμώμενος εξ Αργάκας, ξανακτυπά
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή3 weeks agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
-
Off the Record2 weeks agoΔΗΣΥ: Η Αννίτα λέει «όχι», ο Αβέρωφ «ίσως» και ο Παμπορίδης… σιωπά
-
Off the Record1 week agoΠερί Προεδρικής λιμουζίνας
-
Off the Record1 month agoΓκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος
-
Off the Record4 weeks agoΠολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο
-
Off the Record1 month agoΤο Στενό, το πετρέλαιο και η αξία της συγκράτησης
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 weeks agoMecca and the new Middle East: what it means for Cyprus
-
Off the Record1 month agoΟι φιλοδοξίες στον ΔΗΣΥ και η μάχη για το 2028












