Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Καβγάς, ως είθισται, για ΑΗΚ και Cyta

Published

on

Εν μέσω έντονων αντιπαραθέσεων, μεταξύ βουλευτών, όπως συνηθίζεται σχεδόν κάθε χρόνο, η Ολομέλεια της Βουλής ενέκρινε χθες τους προϋπολογισμούς της Cyta και της ΑΗΚ. Για τη Cyta κατά πλειοψηφία τα κόμματα ενέκριναν και τροπολογία με την οποία δεσμεύεται η αγορά υπηρεσιών από φυσικά και νομικά πρόσωπα. Ο προϋπολογισμός της Cyta εγκρίθηκε ο ομόφωνα ενώ της ΑΗΚ κατά πλειοψηφία (καταψήφισε ο βουλευτής Κωστής Ευσταθίου).

Πριν την έγκριση του προϋπολογισμού της ΑΗΚ υπήρξε αντιπαράθεση για το υψηλό κόστος της ενέργειας στην Κύπρο, για τη μη έλευση του φυσικού αερίου και για την ανεπάρκεια χώρων αποθήκευσης ηλεκτρισμού. Επίσης, ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ κατηγόρησαν αλλήλους για την προσπάθεια της Κυβέρνησης Αναστασιάδη να ιδιωτικοποιήσει τη Cyta.

Το ακριβό ρεύμα και η ΑΗΚ

Ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ Στέφανος Στεφάνου δήλωσε πωςακόμη στην Κύπρο δεν υπάρχει ολοκληρωμένος σχεδιασμός για τα ζητήματα ενέργειας. Όπως είπε, δεν υπάρχει συνεννόηση και συνεργασία μεταξύ των εμπλεκομένων. «Το ΑΚΕΛ θέλει να κτυπήσει τον κώδωνα του κινδύνου για ζητήματα ενεργειακής επάρκειας» σημείωσε. Είπε πως στην Κύπρο πληρώνουμε ακριβό ρεύμα λόγω της μη έλευσης του φυσικού αερίου, τονίζοντας πως κανένας δεν γνωρίζει πότε θα έρθει. Ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ είπε πως δεν θα χρησιμοποιηθούν τα μηχανήματα στο Βασιλικό, τα οποία κόστισαν €150 εκατ., λόγω της μη έλευσης του φυσικού αερίου.

Αναφερόμενος στον ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό Δεκέλειας, είπε ότι θα πρέπει να ληφθεί απόφαση για εκσυγχρονισμό της, προσθέτοντας πως θα πρέπει να προχωρήσουν οι επενδύσεις σύντομα. Υπέδειξε, παράλληλα, πως η ΑΗΚ θα πρέπει να στηριχθεί και να στηρίξει τον εαυτό της, καθώς αποτελεί τον βασικό ενεργειακό άξονα της χώρας. Είπε, επίσης, πως το ΑΚΕΛ κατάθεσε πρόταση νόμου έτσι ώστε η παραχώρηση γης για φωτοβολταϊκά να γίνεται μέσω διαφανών διαγωνισμών, για να μην αδικείται η ΑΗΚ.

Ο βουλευτής του ΔΗΣΥ Κυριάκος Χατζηγιάννης είπε πως απουσιάζει ο συνολικός στρατηγικός σχεδιασμός. «Το ποιος είπε πως πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί η Δεκέλεια ανατρέξετε στις δηλώσεις του υπουργού και του ΔΣ της ΑΗΚ» είπε. Υπέδειξε, παράλληλα, πως δεν αποτελεί προτεραιότητα όλοι να στραφούν στις ΑΠΕ, αλλά στην αποθήκευση και στη χρήση του υδρογόνου. Εξέφρασε και τη δυσαρέσκεια του για την πρόθεση της ΑΗΚ να επιβάλει αύξηση στη διατίμηση του ηλεκτρισμού.

Ο πρόεδρος του ΔΗΚΟ Νικόλας Παπαδόπουλος είπε πως όλοι πρέπει να απολογηθούν στους Κύπριους καταναλωτές γιατί δεν έγινε κάτι διαχρονικά, με αποτέλεσμα η Κύπρος να είναι η 3η πιο ακριβή χώρα στην ΕΕ σε ό,τι αφορά τους εμπορικούς καταναλωτές. Είπε, επίσης, πως δεν υπάρχει ανταγωνισμός στην παραγωγή ηλεκτρισμού στην Κύπρου, γι’ αυτό είναι στα ύψη οι τιμές του ηλεκτρισμού. Σύμφωνα με τον κ. Παπαδόπουλο, όλη η πολιτική του κράτους είναι χτισμένη σε ολιγωπώλια που κρατούν ψηλά τις τιμές του ρεύματος. Τέλος, χαιρέτησε τις προσπάθειες της Κυβέρνησης για μείωση του ενεργειακού κόστους.

Ο πρόεδρος της ΕΔΕΚ Μαρίνος Σιζόπουλος δήλωσε πως το κόστος από τους ρύπους προστίθεται στους λογαριασμούς της ΑΗΚ. Είπε επίσης πως το ΦΠΑ θα πρέπει να μπαίνει στην αρχική κατανάλωση του πολίτη, τονίζοντας πως σήμερα η Κυβέρνηση έχει εξαγγείλει πρόγραμμα φωτοβολταϊκών. Αναφερόμενος στη διακοπή της επιδότησης του ηλεκτρισμού, είπε πως αυτό έγινε γιατί η κυπριακή οικονομία ήταν υπό αξιολόγηση από πιστοληπτικούς οίκους.

Ο βουλευτής της ΔΗΠΑ Αλέκος Τρυφωνίδης, είπε, πως η ΑΗΚ εμποδίστηκε να αναπτύξει το δίκτυο και δεν μπορεί να μεταφέρει ηλεκτρισμό από ΑΠΕ. Αναφέρθηκε και στην αποφασιστικότητα του υπουργού Ενέργειας για την υλοποίηση του τερματικού στο Βασιλικό. Από την πλευρά του, ο βουλευτής των Οικολόγων Χαράλαμπος Θεόπεμπτου δήλωσε πως είναι κρίμα ο κόσμος να υπάρχει τόσο μεγάλη αδράνεια από τη χώρα για το ζήτημα της ενέργειας.

Αντιπαράθεση για κέρδη και ιδιωτικοποίηση της Cyta

Σε σχέση με τη Cyta, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ διασταύρωσαν τα ξίφη τους για την προσπάθεια που είχε καταβάλει η Κυβέρνηση Αναστασιάδη να ιδιωτικοποιήσει την Αρχή. Όλα άρχισαν με την τοποθέτηση του βουλευτή του ΔΗΣΥ Ευθύμιου Δίπλαρου, ο οποίος εξέφρασε την περηφάνια του για τις υπηρεσίες που προσφέρει η Αρχή αλλά και το έργο που έχουν επιτελέσει τα Διοικητικά Συμβούλια.

«Είναι υγιής οργανισμός και έχει καλύτερες υπηρεσίες. Θα στηρίξουμε τη Cyta γιατί είναι η πρώτη και η καλύτερη» τόνισε.

Από την πλευρά του, ο βουλευτής του ΑΚΕΛ Χρίστος Χριστοφίδης σημείωσε πως η Cyta παρέμεινε ημικρατικός οργανισμός γιατί κάποιοι, όπως είπε, απέτρεψαν την ιδιωτικοποίηση.

Για να εισπράξει απάντηση από τον κ. Δίπλαρο, ο οποίος υποστήριξε πως άλλοι είχαν οδηγήσει τον οργανισμό σε πτώχευση, επισημαίνοντας πως εάν δεν ήταν τα συμβούλια επί διακυβέρνησης ΔΗΣΥ δεν θα υπήρχε αυτό το καλό έργο του οργανισμού.

Άμεση ήταν η παρέμβαση του Γενικού Γραμματέα του ΑΚΕΛ, ο οποίος είπε πως ντρέπεται και η ντροπή στη Βουλή, τονίζοντας πως πριν χρόνια ο Αβέρωφ Νεοφύτου, ως πρόεδρος του ΔΗΣΥ, υποστήριζε πως η Αρχή σε συνθήκες ανταγωνισμού δεν είχε ζωή πέραν των πέντε χρόνων και ότι το κράτος δεν μπορεί να συμμετέχει στις στρατηγικές δραστηριότητες της Cyta.

Σημείωσε πως η Αρχή έκανε καλή δουλεία γιατί κάποιοι σταμάτησαν τα σχέδια αποκρατικοποίησης.

Ο βουλευτής του ΔΗΣΥ Χάρης Γεωργιάδης ανέφερε από πλευράς του πως η ανάκαμψη της Cyta οφείλεται στους ανθρώπους της, οι οποίοι έκαναν καλή δουλειά. Εκ νέου παρέμβαση έκανε ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ, ο οποίος είπε πως τώρα ο κ. Γεωργιάδης εκθειάζει τους εργαζόμενους, ενώ τότε, όταν αντιδρούσαν οι εργαζόμενοι, υποστήριζε πως αντιδρούν γιατί επηρεάζονται τα εργασιακά τους κεκτημένα.

Πηγή: Philenews

Off the Record

Τορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;

Avatar photo

Published

on

Ο διορισμός του Νίκου Τορναρίτη ως Ειδικού Πολιτικού Απεσταλμένου του Προέδρου για το Κυπριακό σε Ασία και Αφρική δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την εμπειρία που φέρνει μαζί του.

Δεκαετίες πολιτικής και κοινοβουλευτικής παρουσίας, μακρά ενασχόληση με το Κυπριακό και, κυρίως, ένα δίκτυο διεθνών επαφών που δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα, από πλευράς αξιοποίησης ανθρώπινου πολιτικού κεφαλαίου, η επιλογή έχει σαφή λογική.

Το παραπολιτικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.

Ο Νίκος Τορναρίτης δεν είναι απλώς ένας πρώην βουλευτής. Είναι ένα πρόσωπο με μακρά διαδρομή στον ΔΗΣΥ. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέγει ένα τέτοιο στέλεχος για μια αποστολή που συνδέεται άμεσα με την κορυφαία εθνική προτεραιότητα, το Κυπριακό.

Το ερώτημα λοιπόν μεταφέρεται στην Πινδάρου: πώς θα διαβαστεί η κίνηση;

Ως μια θεσμική επιλογή, όπου μπροστά στο Κυπριακό περισσεύουν οι κομματικές γραμμές; Ή ως ακόμη μία κίνηση Χριστοδουλίδη που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιεί πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του ΔΗΣΥ χωρίς να χρειάζεται πολιτική συμφωνία με την ηγεσία του κόμματος;

Η συγκυρία κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μόλις σήμερα ο Πρόεδρος επανήλθε δημόσια στις σχέσεις του με τον ΔΗΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπικό πρόβλημα με την ηγεσία ή στελέχη του κόμματος και θέτοντας το ερώτημα «πού διαφωνείτε;».

Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια με παραπολιτικό βάρος: τον Ιούλιο ο Τορναρίτης είχε διαψεύσει δημοσίευμα περί πρότασης για συμμετοχή του στο Υπουργικό, δηλώνοντας τότε ότι, εάν αποφάσιζε να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θα το έκανε δημόσια και με πλήρη διαφάνεια.

Δύο μήνες αργότερα, η πρόταση υπάρχει, είναι δημόσια και έγινε αποδεκτή.

Ο διορισμός, επομένως, μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: στο θεσμικό, ως αξιοποίηση ενός έμπειρου πολιτικού για το Κυπριακό· και στο πολιτικό, ως υπενθύμιση ότι τα στεγανά ανάμεσα στο Προεδρικό και τον συναγερμικό χώρο παραμένουν διαπερατά.

Και κάπου εδώ η μπάλα περνά στην Πινδάρου.

Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γιατί ο Χριστοδουλίδης επέλεξε τον Τορναρίτη.

Είναι τι θα πει τώρα ο ΔΗΣΥ για την επιλογή του.

–Sniper–

Continue Reading

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia