ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Μπαχτσελί: «Αλαζονικές οι δηλώσεις Δένδια»
Eπίθεση κατά του Έλληνα Υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια και της τραγουδίστριας Δέσποινας Βανδή εξαπέλυσε ο ηγέτης του ακροδεξιού κόμματος MHP Ντεβλέτ Μπαχτσελί, χαρακτηρίζοντας τις δηλώσεις του Έλληνα Υπουργού «αλαζονικές».
Σε συνέντευξη Τύπου στα κεντρικά γραφεία του κόμματος είπε ότι «οι εκκλήσεις για εξομάλυνση ή για κανονικοποίηση από τη διοίκηση του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), η οποία έχει χάσει τον δρόμο της και την πορεία της, σπαρταρώντας μέσα στην έλλειψη πολιτικής, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα δηλητήριο κώνειο που προσφέρεται ως νερό ζέμζεμ». (Σ.Σ αναφορά που παραπέμπει στο νερό που ήπιε ο γιός του Προφήτη Ιμπραήμ στην έρημο).
Είπε ακόμη πως «το γεγονός ότι ο Πρόεδρος του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) επισκέφθηκε τον πρώην πρόεδρο Μουσταφά Ακιντζί, ο οποίος είχε πει ότι η λύση του Κυπριακού θα ήταν δυνατή με την παραχώρηση ενός μεριδίου γης της πατρίδας, δεν αποτελεί μόνο μια έλλειψη λογικής, αλλά και μια απροσεξία που ρίχνει σκιά στους εορτασμούς της 50ης επετείου».
Το γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του στη «νότια Κύπρο» – όπως χαρακτήρισε τις ελεύθερες περιοχές της ΚΔ – αναφέρθηκε σε μια λύση όπου δεν θα υπάρχει ο τουρκικός στρατός και οι εγγυήσεις της Τουρκίας είναι η «απτή αντιστοιχία του παραληρήματος της εξομάλυνσης που επιδιώκει και επιθυμεί το CHP στην Κύπρο» συνέχισε.
Ο ηγέτης του ακροδεξιού κόμματος υποστήριξε ότι «η Κύπρος δεν είναι απλά ένα νησί στο οποίο συνεχίζεται η ζωή, αλλά είναι και ένα μνημείο της ιστορικής ύπαρξης και της μαρτυρικής αδελφότητας του τουρκικού έθνους».
Η Κύπρος, συνέχισε, βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής όλων και αποτελεί το κέντρο βάρους των αγώνων που διεξάγονται μεταξύ των πολιτισμών και των εθνών από παλιά. «Δεν τελείωσαν ποτέ οι προκλήσεις, οι παρενοχλήσεις και οι παγίδες των σκοτεινών κύκλων που παραβλέπουν και αγνοούν τα κυριαρχικά δικαιώματα και τα ιστορικά κειμήλια των Τ/κ και μάλιστα αναζητούν ακόμα και ευκαιρίες για την καταστροφή της» είπε.
Ό,τι έγινε στην Κρήτη, το ίδιο σχεδιάστηκε και στην Κύπρο υποστήριξε, μεταξύ άλλων, λέγοντας ότι αν η Τουρκία δεν είχε παρέμβει πριν από 50 χρόνια, οι Τ/κ θα αντιμετώπιζαν τα ίδια δράματα, τα ίδια δεινά και τις ίδιες ανθρωπιστικές καταστροφές που βίωσαν οι άνθρωποι στο Χοτζαλί, στο Κιρκούκ, στο Ανατολικό Τουρκιστάν και στη Γάζα.
«Να μην νομίζουν ότι έχουμε ξεχάσει τις σφαγές στην Τασκένδη, στο Τασπινάρ, στο Σιντέ, στο Γκιουνιελί, στο Γιουβάλι, στο Πασακόι, τα Ματωμένα Χριστούγεννα, στη Λεμεσό, στην Αμμόχωστο, στην Κοφίνο, στο Λευκόνοικο, στη Μαράθα, στη Σανταλάρη, στην Αλόδα. Να μην νομίζουν ότι σβήστηκαν από τις μνήμες μας οι αιματηρές επιθέσεις εναντίον των αθώων μωρών, παιδιών, γυναικών και των καταπιεσμένων ομοεθνών μας» είπε.
Λέγοντας ότι «η Κύπρος είναι τουρκική, είναι πατρίδα των Τούρκων και πάντοτε θα παραμείνει έτσι» είπε ότι πριν από 50 χρόνια, δεν μπορούσαμε να μείνουμε σιωπηλοί και θεατές μπροστά στις κραυγές που ακούγονταν από το νησί και στις εκκλήσεις οδύνης από έναν αδελφό προς αδελφό και η Τουρκία έστειλε το πρωί της 20ης Ιουλίου 1974 στην Κύπρο τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και την «Αϊσέ σε διακοπές».
Αναφέρθηκε στην επίσκεψη Δένδια στην Κύπρο και στις δηλώσεις στις οποίες προέβη εκεί, λέγοντας πως «θα πρέπει να θεωρηθεί ως αγένεια, δειλία και καθαρή αυθάδεια. Το να αποκαλέσει τους εορτασμούς της 50ης επετείου ‘εορτασμούς ντροπής’ είναι παραλήρημα ενός εισβολέα, ο λάθος υπολογισμός ενός ξεδιάντροπου».
«Η Τ/κ κοινότητα με τη στάση της, τον δίκαιο αγώνα της, τις προσπάθειές της για την αναγνώριση με βάση το διεθνές δίκαιο και με την πλήρη στήριξη της Τουρκίας, θα συνεχίσει να εξοργίζει τους αντιπάλους» είπε.
«Η Βανδή επέδειξε ασέβεια»
Αναφερόμενος στην ακύρωση της συναυλίας από τη Δέσποινα Βανδή στη Σμύρνη, ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί είπε ότι «η ασέβεια που επέδειξε η Ελληνίδα τραγουδίστρια απέναντι στην τουρκική σημαία και στην αφίσα του Ατατούρκ στον Τσεσμέ της Σμύρνης και η δημιουργία μιας de facto κατάστασης σε κάποια νησιά που βρίσκονται υπό την κυριαρχία μας είναι ένα ακόμη παράδειγμα της πρωτόγονης και παρεμβατικής ανηθικότητας που πιέζει την υπομονή μας».
Ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί υποστήριξε ότι «ο βαθμός στον οποίο είναι δυνατό και πιθανό να δημιουργηθούν σχέσεις καλής γειτονίας με αυτή τη νοοτροπία πρέπει να εξεταστεί ξεχωριστά».
Ισχυρίστηκε ότι κάθε φορά, η ελληνοκυπριακή πλευρά ήταν αυτή που σαμποτάρισε τη λύση και αρνιόταν να καταλήξει σε συμφωνία. «Αυτοί που είναι κλειστοί στο όραμα των δύο κρατών, που δεν είναι ικανοποιημένοι με αυτό και που αγνοούν τα κεκτημένα δικαιώματα και το ισότιμο καθεστώς των Τ/κ, πλέον δεν βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη μας, δεν είναι συνομιλητές μας και συνομιλητές που θα συζητήσουμε σοβαρά» είπε.
Ο ηγέτης του ακροδεξιού κόμματος είπε ότι «ο ισχυρισμός του προέδρου του CHP ότι θα επιστρέψουν στη θέση της ομοσπονδίας και στη διαδικασία της ΕΕ στην Κύπρο είναι μια γκάφα».
Στην Κύπρο υπάρχουν «δύο κυριαρχικά κράτη» ισχυρίστηκε και αναφέρθηκε στο ψήφισμα που υιοθέτησε στις 18 Ιουλίου 2024 η Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση για την Κύπρο, λέγοντας πως δεν μπορεί να αναβληθεί άλλο η δήλωση ότι «το τουρκοκυπριακό κράτος παίρνει τη θέση που του αξίζει ως ανεξάρτητο και ισότιμο κυρίαρχο μέλος της διεθνούς κοινότητας».
Πρέπει, συνέχισε, οπωσδήποτε να επιβεβαιωθεί και να καταγραφεί η «κυριαρχική ισότητα» των Τ/κ με το ισότιμο καθεστώς της. «Η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να βάλει άμεσα ένα τέλος στην απομόνωση του τ/κ λαού, η οποία είναι και παράνομη και ενάντια στα ανθρώπινα δικαιώματα» κατά τον ισχυρισμό του.
Ανέφερε επίσης ότι πρέπει να αναγνωριστεί το «τουρκοκυπριακό κράτος» διαφορετικά, κάθε πρόταση θα είναι θνησιγενής, όπως είπε.
«Πλέον δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση. Τον Νοέμβριο του 2022, η τδβκ» – όπως αναφέρθηκε στο ψευδοκράτος – «έλαβε το καθεστώς του μέλους παρατηρητή στον Οργανισμό Τουρκογενών Κρατών και στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση των Τουρκογενών Κρατών, κάτι που αποτελεί ένα σοβαρό βήμα για την αναγνώρισή της στο διεθνές σύστημα».
«Η περαιτέρω πρόοδος αυτού του βήματος και η εδραίωσή του με μόνιμη ιδιότητα μέλους θα πρέπει να είναι το πιο καυτό θέμα της ημερήσιας διάταξης για το μέλλον» ανέφερε.
Είπε ότι η τ/κ κοινότητα «αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του τουρκικού κόσμου» και ευχαρίστησε τον Τούρκο Πρόεδρό Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τους ηγέτες των υπόλοιπων κρατών μελών του ΟΤΚ που κατέβαλαν μεγάλες, όπως είπε, προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση.
«Είναι πολύ σοβαρή εξέλιξη το γεγονός ότι η τουρκοκυπριακή κοινότητα εκπροσωπήθηκε επίσημα στη 15η Σύνοδο Κορυφής των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας που πραγματοποιήθηκε στην πρωτεύουσα της Γκάμπια τον περασμένο Μάιο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι Τ/κ δεν είναι ποτέ μόνοι, δεν είναι ποτέ χωρίς κανέναν, δεν είναι ποτέ ορφανοί», υποστήριξε.
Όπως είπε «η μητέρα πατρίδα Τουρκία όπως πάντα είναι έτοιμη και αποφασισμένη να αγκαλιάσει την τουρκοκυπριακή πατρίδα κάτω από όλες τις συνθήκες» ενώ αναφέρθηκε στο «όραμα της λύσης» του Ερσίν Τατάρ που μετέφερε στους συνομιλητές του, στη Γενεύη, το 2021, ως τη «μοναδική λύση» και τη «μόνη διέξοδο» για την εκδήλωση της κυριαρχικής ισότητας και του ίσου καθεστώτος.
«Εμείς υποστηρίζουμε πλήρως το όραμα της λύσης των δύο κρατών. Μια αντίληψη που αποφεύγει και παρακάμπτει τη διαπραγμάτευση για τα συμφέροντα και την ύπαρξη των δύο λαών στο νησί, καθώς και για τα ίσα κυριαρχικά τους δικαιώματα, δεν μπορεί να θεωρηθεί πως εξυπηρετεί την ειρήνη» είπε.
Ανέφερε ακόμη ότι «ειρήνη στην Κύπρο σημαίνει ειρήνη στην Ανατολική Μεσόγειο. Για εμάς σε αυτό το ειρηνικό περιβάλλον, δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το δίκαιο διαμοιρασμό των πιθανών υπόγειων πόρων της Μεσογείου με βάση το δίκαιο και το νόμο». Όποιες και αν είναι οι συνθήκες, συνέχισε «η Τουρκία θα διατηρήσει με αποφασιστικότητα μέχρι τέλους, την ισχυρή αλληλεγγύη της προς την τδβκ και θα διατηρήσει επιμελώς τις γέφυρες φιλίας και αδελφοσύνης».
Μεταξύ άλλων, είπε ότι «οι προσπάθειες να μετατραπεί η νότια Κύπρος σε κέντρο εφοδιασμού του Ισραήλ και οι προσπάθειες της ελληνοκυπριακής διοίκησης για τη δημιουργία ναυτικής βάσης στη Λάρνακα σε ένδειξη αλληλεγγύης προς την Ελλάδα δεν σημαίνουν τίποτα άλλο από την κλιμάκωση της αστάθειας και την υποστήριξη της σφαγής στη Γάζα».
Καταληκτικά ανέφερε ότι η ιστορική, πολιτιστική και στρατηγική βάση που δημιούργησε η Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί απάντηση σε κάθε είδους παρεμβατικές φιλοδοξίες και πρέπει να οχυρωθεί στρατιωτικά αν χρειαστεί.
«Όσοι απορρίπτουν τις διαπραγματεύσεις στη βάση της κυριαρχικής ισότητας θα πρέπει να γνωρίζουν ότι το τουρκοκυπριακό κράτος και η Τουρκία δεν είναι χωρίς εναλλακτικές λύσεις», κατέληξε.
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Τορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;
Ο διορισμός του Νίκου Τορναρίτη ως Ειδικού Πολιτικού Απεσταλμένου του Προέδρου για το Κυπριακό σε Ασία και Αφρική δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την εμπειρία που φέρνει μαζί του.
Δεκαετίες πολιτικής και κοινοβουλευτικής παρουσίας, μακρά ενασχόληση με το Κυπριακό και, κυρίως, ένα δίκτυο διεθνών επαφών που δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα, από πλευράς αξιοποίησης ανθρώπινου πολιτικού κεφαλαίου, η επιλογή έχει σαφή λογική.
Το παραπολιτικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.
Ο Νίκος Τορναρίτης δεν είναι απλώς ένας πρώην βουλευτής. Είναι ένα πρόσωπο με μακρά διαδρομή στον ΔΗΣΥ. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέγει ένα τέτοιο στέλεχος για μια αποστολή που συνδέεται άμεσα με την κορυφαία εθνική προτεραιότητα, το Κυπριακό.
Το ερώτημα λοιπόν μεταφέρεται στην Πινδάρου: πώς θα διαβαστεί η κίνηση;
Ως μια θεσμική επιλογή, όπου μπροστά στο Κυπριακό περισσεύουν οι κομματικές γραμμές; Ή ως ακόμη μία κίνηση Χριστοδουλίδη που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιεί πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του ΔΗΣΥ χωρίς να χρειάζεται πολιτική συμφωνία με την ηγεσία του κόμματος;
Η συγκυρία κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μόλις σήμερα ο Πρόεδρος επανήλθε δημόσια στις σχέσεις του με τον ΔΗΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπικό πρόβλημα με την ηγεσία ή στελέχη του κόμματος και θέτοντας το ερώτημα «πού διαφωνείτε;».
Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια με παραπολιτικό βάρος: τον Ιούλιο ο Τορναρίτης είχε διαψεύσει δημοσίευμα περί πρότασης για συμμετοχή του στο Υπουργικό, δηλώνοντας τότε ότι, εάν αποφάσιζε να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θα το έκανε δημόσια και με πλήρη διαφάνεια.
Δύο μήνες αργότερα, η πρόταση υπάρχει, είναι δημόσια και έγινε αποδεκτή.
Ο διορισμός, επομένως, μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: στο θεσμικό, ως αξιοποίηση ενός έμπειρου πολιτικού για το Κυπριακό· και στο πολιτικό, ως υπενθύμιση ότι τα στεγανά ανάμεσα στο Προεδρικό και τον συναγερμικό χώρο παραμένουν διαπερατά.
Και κάπου εδώ η μπάλα περνά στην Πινδάρου.
Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γιατί ο Χριστοδουλίδης επέλεξε τον Τορναρίτη.
Είναι τι θα πει τώρα ο ΔΗΣΥ για την επιλογή του.
–Sniper–
voulitv
Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

*by Euripides L. Evriviades
Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy
What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?
Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.
Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.
Consider the pieces.
Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.
Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.
No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.
Once seen, the pattern is difficult to unsee.
It did not begin with Trump
But this did not begin with Trump.
In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.
The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.
This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.
America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.
The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.
American leadership worked because others had a stake in the system too.
The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.
Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.
Then look east.
Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.
Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.
Power beyond the battlefield
Twenty-first-century power extends beyond geography.
Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.
And above all, the dollar.
After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.
The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.
Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.
The pieces begin to connect.
The pieces begin to connect
Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.
Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.
None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.
Grand strategy does not require choreography.
Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.
The price of primacy
But therein lies the paradox.
American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.
Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.
Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.
As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.
Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.
Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.
The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.
The danger lies elsewhere.
The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.
America may win many of the transactions.
The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.
*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.
Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency
Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;
Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.
Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.
Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.
Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.
Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.
Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.
Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.
Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.
Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.
Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.
Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.
Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.
Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.
Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.
Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.
Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.
Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.
Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.
Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.
Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.
Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.
Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.
Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.
Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.
-
Off the Record4 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: Ορμώμενος εξ Αργάκας, ξανακτυπά
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 month agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
-
Off the Record3 weeks agoΔΗΣΥ: Η Αννίτα λέει «όχι», ο Αβέρωφ «ίσως» και ο Παμπορίδης… σιωπά
-
Off the Record3 weeks agoΠερί Προεδρικής λιμουζίνας
-
Off the Record1 month agoΓκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος
-
Off the Record1 month agoΠολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ4 weeks agoMecca and the new Middle East: what it means for Cyprus
-
voulitv1 week agoΧριστοδουλίδης 2028: Χρειάζεται το ΕΛΑΜ, αλλά πόσο κοντά το αντέχει;
-
Off the Record1 week agoΨάχνουν τον νέο Χριστοδουλίδη. Ο παλιός είναι ακόμη στο Προεδρικό!






