ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
«Νεφώσεις» πάνω από τα «ήρεμα νερά» των ελληνοτουρκικών
Ηδη από την πρώτη στιγμή της -κυριολεκτικά και μεταφορικά μετασεισμικής- ελληνοτουρκικής επαναπροσέγγισης που ξεκίνησε πέρυσι, έπειτα από το πολύνεκρο χτύπημα του Εγκέλαδου στη γείτονα, ήταν απολύτως σαφές ότι αυτή η διαδικασία θα κυλούσε υπό το βάρος δυσεπίλυτων διαφορών, ανοιχτών πληγών και εκκρεμοτήτων.
Στην ίδια τη Διακήρυξη των Αθηνών αναφέρεται άλλωστε, διόλου τυχαία, ότι τα μέρη δεσμεύονται μεν να καλλιεργούν πνεύμα αλληλεγγύης χωρίς όμως να θίγονται οι εκατέρωθεν νομικές θέσεις τους, ενώ και οι πολιτικές ηγεσίες στις δύο χώρες έχουν κατ’ επανάληψη παραδεχθεί δημόσια τους τελευταίους μήνες ότι υπάρχουν «γνωστές διαφορές», διαφορές οι οποίες φάνηκαν άλλωστε και κατά την επίσκεψη που πραγματοποίησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην Αγκυρα τον περασμένο Μάιο.
Στο πλαίσιο της κοινής συνέντευξης Τύπου που παραχώρησαν έπειτα από τη συνάντηση που είχαν στην τουρκική πρωτεύουσα την περασμένα άνοιξη, οι κ.κ. Μητσοτάκης και Ερντογάν βρέθηκαν να διαφωνούν για κατά βάση τέσσερα ζητήματα: τη μειονότητα στη Θράκη, τη Μονή της Χώρας που έγινε τζαμί με απόφαση της τουρκικής ηγεσίας, το Κυπριακό και… τη Χαμάς την οποία ο Τούρκος πρόεδρος έκρινε ότι έπρεπε να υπερασπιστεί ενώπιον της διεθνούς κοινότητας.
Με φόντο την επέτειο της συμπλήρωσης 50 ετών από την τουρκική εισβολή, το Κυπριακό δεν θα μπορούσε, βέβαια, παρά να επιστρέψει στο προσκήνιο ως «αγκάθι».
Κυριάκος Μητσοτάκης και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βρέθηκαν αμφότεροι στην Κύπρο στις 20 Ιουλίου, εκπέμποντας εκ διαμέτρου αντίθετα μηνύματα: ο μεν Ελληνας πρωθυπουργός υπέρ του σεβασμού των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, ο δε Τούρκος πρόεδρος στον αντίποδα υπέρ της απόκλισης από το πλαίσιο όσων έχουν ψηφιστεί στον ΟΗΕ.
«Δεν αποδεχόμαστε τετελεσμένα και η επιδίωξή μας παραμένει μία: Κυπριακή Δημοκρατία με μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια, σε μία διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, σε ένα ενιαίο κράτος όπου όλοι οι πολίτες θα είναι και Κύπριοι και Ευρωπαίοι, χωρίς ξένο στρατό κατοχής, χωρίς αναχρονιστικές εγγυήσεις όπως ακριβώς το προβλέπουν τα ψηφίσματα του ΟΗΕ αλλά και ο σεβασμός στο ευρωπαϊκό κεκτημένο», δήλωσε ο Έλληνας πρωθυπουργός το βράδυ του Σαββάτου από τη Λευκωσία.
«Δεν συμβιβαζόμαστε με τη διχοτόμηση […] Κύρια έγνοια και προτεραιότητά μου είναι ο τερματισμός της κατοχής, η απελευθέρωση και η επανένωση της πατρίδας μας», διακήρυξε ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, στο πλαίσιο της ιδίας εκδήλωσης για τη συμπλήρωση 50 ετών από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή.
Η θέση της ελληνικής και της κυπριακής ηγεσίας υπέρ της ΔΔΟ και της επανένωσης δεν εκπλήσσει, καθότι πάγια.
Αυτή που έχει αλλάξει ωστόσο, και μάλιστα σημαντικά, τα τελευταία χρόνια, είναι η στάση της τουρκικής ηγεσίας η οποία επιμένει πια σε μια «λύση» τύπου δύο κρατών και διχοτόμησης, βγαίνοντας έτσι πλήρως έξω από το πλαίσιο των σχετικών ψηφισμάτων του ΟΗΕ.
Από το 2019 και έπειτα
Από την κατάρρευση των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά το καλοκαίρι του 2017 και έπειτα, η Τουρκία δείχνει να σκληραίνει τη στάση της στο Κυπριακό, υιοθετώντας προσεγγίσεις περισσότερο μαξιμαλιστικές και αναθεωρητικές από εκείνες του παρελθόντος.
Τον Σεπτέμβριο του 2019, ο τότε ΥΠΕΞ της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, εισήλθε στο περίκλειστο Βαρώσι συνοδεία Τούρκων δημοσιογράφων, κάνοντας κάτι που δεν είχε κάνει άλλος -τόσο υψηλόβαθμος- Τούρκος αξιωματούχος μετά τον Αύγουστο του 1974.
Περίπου έναν χρόνο αργότερα, τον Οκτώβριο του 2020, σε μια περίοδο «προεκλογική» για τα κατεχόμενα, το κατοχικό καθεστώς θα προχωρούσε ένα βήμα παραπέρα ανοίγοντας μέρος της παραλίας του Βαρωσίου για «τον λαό και τους επισκέπτες», κάτι το οποίο επίσης δεν είχε ξαναγίνει μετά το 1974.
Τον Ιούλιο του 2021, ήταν η σειρά του Ερντογάν να μεταβεί στην κατεχόμενη Λευκωσία για να τιμήσει την τουρκική εισβολή, έχοντας στον πλευρό του όχι μόνο τον Τουρκοκύπριο Ερσίν Τατάρ αλλά και τον ηγέτη του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (MHP) Ντεβλέτ Μπαχτσελί ο οποίος είχε έρθει από την Τουρκία για να τον συνοδεύσει. Ερντογάν και Μπαχτσελί είχαν μάλιστα τότε επισκεφθεί και το σπίτι του Αλπαρσλάν Τουρκές στην κατεχόμενη Λευκωσία, ενώ ο Τούρκος πρόεδρος είχε στείλει σειρά από μηνύματα… υπέρ της «λύσης» των δύο κρατών.
Προσωπικές επιθέσεις
Τρία χρόνια μετά, η τουρκική ηγεσία επιμένει στη γραμμή της διχοτόμησης, την οποία έχει ξεκινήσει άλλωστε να χαράσσει εδώ και χρόνια στο Κυπριακό, με τον Ερντογάν να επαναλαμβάνει πια από την πλευρά του ότι «μία ομοσπονδιακή λύση δεν είναι δυνατή» και να βάζει στο στόχαστρο συγκεκριμένα τον Ελληνα υπουργό Εθνικής Αμυνας Νίκο Δένδια.
Η τουρκική «βεντέτα» με τον Ν. Δένδια πάει βέβαια αρκετά πίσω: σε εκείνη την επεισοδιακή συνέντευξη Τύπου που είχε λάβει χώρα στην Αγκυρα τον Απρίλιο του 2021, όταν οι κ.κ. Δένδιας και Τσαβούσολγου είχαν βρεθεί, ως ΥΠΕΞ τότε, να ανταλλάσσουν «πυρά» μπροστά στις κάμερες σχετικά με: τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) και τη Συνθήκη της Λωζάννης, το μεταναστευτικό και τον ελληνικό εναέριο χώρο που δεν συμπίπτει με τα ελληνικά χωρικά ύδατα, τις υπερπτήσεις τουρκικών μαχητικών πάνω από ελληνικά νησιά και την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη και την εμπλοκή της Ε.Ε. ως «τρίτου» στα ελληνοτουρκικά…
Τρία χρόνια μετά, ο ίδιος ο Ερντογάν προσωπικά (ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, κοντράρεται πια με τον εθνικιστή Μπαχτσελί στο εσωτερικό) αλλά και -πριν από αυτόν- το τουρκικό υπουργείο Αμυνας έσπευσαν να στοχοποιήσουν τον -ΥΕΘΑ πια- Νίκο Δένδια με την κατηγορία ότι ««κάνει καριέρα δημιουργώντας προβλήματα μεταξύ του τουρκικού και του ελληνικού λαού». Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Ερντογάν κάλεσε μάλιστα τον Κυριάκο Μητσοτάκη να «μαζέψει» τον υπουργό του.
Τι θα μπορούσε, άραγε, να επιθυμεί να επιτύχει η τουρκική πλευρά, μέσα από μια τέτοια κίνηση;
Οι πιθανές απαντήσεις, πολλές:
- να «απαλλαγεί» από έναν «ενοχλητικό» υπουργό;
- να σπείρει διχόνοια εντός της ελληνικής κυβέρνησης;
- να παρουσιάσει το ελληνικό μέτωπο ως μη-αρραγές στο Κυπριακό;
- να πιέσει προσωπικά τον ίδιο τον Κυρ. Μητσοτάκη;
- ή μήπως να ανεβάσει τους τόνους της αντιπαράθεσης κάνοντας μια επικοινωνιακή επίδειξη ισχύος η οποία όμως δεν θα τορπιλίζει τις εν εξελίξει ελληνοτουρκικές επαφές (εάν «φταίει» μόνο ένας υπουργός, τότε το όποιο «πρόβλημα» παύει να είναι κεντρικό);
«Ματαιοπονούν»
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης ήταν, πάντως, σαφής στην απάντησή του:
«Το γεγονός ότι συζητούμε με την Τουρκία, δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε και πολύ περισσότερο ότι υποχωρούμε. Το αντίθετο […] Κάθε απειλή προς την Κύπρο, γίνεται απειλή για όλη την Ε.Ε. Είναι προφανές ότι τις απόψεις αυτές συμμερίζονται και εκφράζουν, στο σύνολό τους, όλα τα μέλη της Ελληνικής Κυβέρνησης. Συνεπώς, ματαιοπονούν όσοι προσπαθούν να ανακαλύψουν δήθεν διαχωρισμούς ανάμεσα στα κυβερνητικά στελέχη.»
Γιατί τώρα;
Πέρα από τους όποιους «δήθεν διαχωρισμούς» ωστόσο, υπάρχει παράλληλα και η απειλή του ντε-φάκτο «διαχωρισμού» της Κύπρου στην οποία επενδύει και την οποία προωθεί -με ανησυχητική συνέπεια είναι η αλήθεια τα τελευταία χρόνια- η πλευρά της Άγκυρας.
Η τουρκική ηγεσία προφανώς κρίνει ότι αυτό είναι ένα θέμα στο οποίο μπορεί να πιέσει στην παρούσα φάση, υπό το πρίσμα όσων μπορεί να ακολουθήσουν (βλ. μια νίκη Τραμπ στις ΗΠΑ) αλλά και όσων έχουν προηγηθεί διεθνώς τα τελευταία χρόνια (βλ. ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, νίκη Αζέρων στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, χάος στη Γάζα, ανάδυση χωρών του καλούμενου Παγκοσμίου Νότου που διεκδικούν ισχυρότερο ρόλο στον ΟΗΕ αλλά εκτός ΟΗΕ, μέσα από άλλα διεθνή σχήματα συνεργασίας)…
Κι όλα αυτά… δέκα χρόνια έπειτα από την ιστορική επίσκεψη που είχε πραγματοποιήσει στην Κύπρο -ως αντιπρόεδρος τότε των ΗΠΑ, τον Μάιο του 2014– ο νυν πρόεδρος Τζο Μπάιντεν…
Πηγή: Kathimerini
#exAformis
Όταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
του Χάρη Θεραπή
Η υπόθεση TAXAN δεν αφορά μόνο τον Μαρίνο Σιζόπουλο και τα υπόλοιπα πρόσωπα που κατονομάζονται στο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς. Αφορά, πρωτίστως, τη θεσμική αξιοπιστία της Νομικής Υπηρεσίας και την ικανότητα του κράτους να πείθει τους πολίτες ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί με συνέπεια, ανεξαρτησία και ίσα μέτρα απέναντι σε όλους.
Η συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι.
Την ώρα που η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το πόρισμα για το λεγόμενο «Κράτος Μαφία», με την ίδια την Κυβέρνηση να αναγκάζεται να αναζητήσει ανεξάρτητους ανακριτές λόγω της εξαίρεσης της ηγεσίας της Νομικής Υπηρεσίας, ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο ζήτημα καταλήγει ξανά στο ίδιο γραφείο.
Το πόρισμα της Αστυνομίας για την υπόθεση TAXAN αναμένεται να διαβιβαστεί στη Νομική Υπηρεσία, η οποία καλείται να αποφασίσει αν θα ασκήσει ποινικές διώξεις.
Το ερώτημα, όμως, είναι αμείλικτο.
Πώς μπορεί η ίδια ακριβώς ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας, που το 2022 είχε αποφανθεί ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία για ποινική δίωξη, να πείσει σήμερα ότι η νέα της απόφαση δεν θα σκιάζεται από τις επιλογές του παρελθόντος;
Η τότε θέση ήταν ξεκάθαρη: δεν υπήρχε επαρκής και ανεξάρτητη μαρτυρία.
Κι όμως, λίγα χρόνια αργότερα, η Αρχή κατά της Διαφθοράς, μέσω μιας εκτεταμένης έρευνας, εντόπισε στοιχεία και ενδείξεις που οδήγησαν σε διαπίστωση πιθανής διάπραξης σοβαρών ποινικών αδικημάτων, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει νέα αστυνομική διερεύνηση.
Το εύλογο ερώτημα δεν αφορά μόνο την ουσία της υπόθεσης.
Αφορά το πώς είναι δυνατόν στοιχεία που κρίθηκαν ικανά να οδηγήσουν σε νέα ποινική διερεύνηση να μην είχαν εντοπιστεί ή αξιολογηθεί στην πρώτη έρευνα.
Και ακόμη περισσότερο, γιατί τότε δεν ζητήθηκαν συμπληρωματικές ανακρίσεις ή περαιτέρω διερεύνηση.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική πληγή.
Η αξιοπιστία της Δικαιοσύνης δεν κρίνεται μόνο από τις τελικές αποφάσεις της. Κρίνεται από την ποιότητα των ερευνών, από τη συνέπεια των χειρισμών και από την εικόνα που εκπέμπει προς την κοινωνία.
Όταν οι ίδιες υποθέσεις επιστρέφουν μετά από λίγα χρόνια με διαφορετικά δεδομένα και διαφορετικές αξιολογήσεις, η εμπιστοσύνη των πολιτών δοκιμάζεται.
Και όταν αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο όπου η ίδια η Νομική Υπηρεσία βρίσκεται στο επίκεντρο έντονης δημόσιας αμφισβήτησης εξαιτίας άλλων σοβαρών υποθέσεων, η ανάγκη για απόλυτη διαφάνεια γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Ας είμαστε ξεκάθαροι.
Το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς δεν αποτελεί δικαστική απόφαση και κανείς δεν μπορεί να θεωρείται ένοχος πριν αποφανθούν τα αρμόδια δικαστήρια, εφόσον φυσικά ασκηθούν διώξεις.
Όμως η δημόσια λογοδοσία των θεσμών είναι εξίσου απαραίτητη.
Εάν η Νομική Υπηρεσία αποφασίσει αυτή τη φορά να προχωρήσει με ποινικές διώξεις, θα οφείλει να εξηγήσει τι ακριβώς άλλαξε σε σχέση με το 2022 και γιατί τότε δεν κρίθηκε αναγκαία μια πιο ουσιαστική διερεύνηση.
Εάν, από την άλλη, αποφασίσει εκ νέου να μην προχωρήσει, θα πρέπει να αιτιολογήσει με τρόπο που να μπορεί να πείσει μια κοινωνία η οποία παρακολουθεί πλέον με αυξανόμενη δυσπιστία τη λειτουργία των θεσμών.
Η ουσία δεν είναι αν η υπόθεση αφορά έναν πρώην αρχηγό κόμματος.
Ούτε αν οι καταγγελίες τελικά θα επιβεβαιωθούν ή θα καταρρεύσουν στο δικαστήριο.
Η ουσία είναι αν η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει μηχανισμούς που μπορούν να διερευνούν σοβαρές υποθέσεις χωρίς σκιές, χωρίς καθυστερήσεις και χωρίς να δημιουργείται η εντύπωση ότι οι ίδιοι θεσμοί καλούνται κάθε φορά να αξιολογήσουν τα δικά τους λάθη.
Η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να απονέμεται.
Πρέπει και να εμπνέει εμπιστοσύνη.
Και αυτή η εμπιστοσύνη, δυστυχώς, δεν ανακτάται με ανακοινώσεις. Ανακτάται μόνο όταν οι θεσμοί αποδεικνύουν στην πράξη ότι είναι πρόθυμοι να κάνουν και τη δύσκολη αυτοκριτική.
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Μεταξύ Άγκυρας και Τουρκοκυπρίων: Ο Έρχιουρμαν χάνει την πολιτική ισορροπία
Σε έντονο πολιτικό κλοιό πιέσεων βρίσκεται ο κατοχικός ηγέτης, Τουφάν Έρχιουρμαν. Από τη μία πλευρά δέχεται επικρίσεις από πρώην συνεργάτες του στο Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα, αλλά και από ψηφοφόρους που τον είχαν στηρίξει για τις θέσεις του στο Κυπριακό και οι οποίοι πλέον διαπιστώνουν ότι ακολουθεί πολιτική που προσομοιάζει με εκείνη των πολιτικών του αντιπάλων.
Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία, παρότι δεν φαίνεται να έχει παράπονα από τη συνεργασία μαζί του, δεν δείχνει να του έχει πλήρη εμπιστοσύνη, κάτι που αποτυπώνεται σε διάφορες κινήσεις της. Στην πράξη, η Άγκυρα φαίνεται να τον παρακάμπτει, να μην τον ενημερώνει και να μην τον λαμβάνει ουσιαστικά υπόψη στις συζητήσεις που αφορούν το Κυπριακό. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με πληροφορίες, το αντιλαμβάνεται και ο ίδιος ο κ. Έρχιουρμαν, ο οποίος εκφράζει τη δυσαρέσκειά του.
Είναι ξεκάθαρο ότι οι εκάστοτε εγκάθετοι της Άγκυρας διαθέτουν περιορισμένα περιθώρια αυτόνομης δράσης. Στο παρελθόν, ο μόνος που επιχείρησε, έστω και σε μία περίπτωση, να διατυπώσει διαφορετικές θέσεις προκαλώντας την αντίδραση του Τούρκου Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, ήταν ο Μουσταφά Ακιντζί. Στην ουσία, ο Τουφάν Έρχιουρμαν, τον οποίο ούτε οι ξένοι συνομιλητές του θεωρούν ότι μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο ή να ασκήσει επιρροή, δεν εκφράζει διαφορετικές απόψεις από εκείνες που προωθεί η Άγκυρα.
Ο Έρχιουρμαν επιλέγει να κινείται πίσω από γενικές και αόριστες διατυπώσεις. Αποφεύγει να τοποθετηθεί ξεκάθαρα για τη μορφή λύσης του Κυπριακού, επαναλαμβάνοντας ότι εκείνο που έχει σημασία είναι το περιεχόμενο της λύσης και όχι η ονομασία της. Η στάση αυτή θεωρείται συνειδητή επιλογή, καθώς επιδιώκει να αποφύγει τόσο τις αντιδράσεις στο εσωτερικό της τουρκοκυπριακής κοινότητας όσο και τις αντιδράσεις από την Τουρκία. Σε πρόσφατες τηλεοπτικές εμφανίσεις του, αναφέρθηκε στη θέση της Τουρκίας περί «κυριαρχικής ισότητας» και «ίσου διεθνούς καθεστώτος». Όπως δήλωσε, «πρόκειται για ένα εννοιολογικό πλαίσιο που τέθηκε μετά το Κραν Μοντανά, το περιεχόμενο του οποίου, ωστόσο, δεν έχει συζητηθεί ή συμπληρωθεί επαρκώς μέχρι σήμερα». Με αυτή τη διατύπωση, αποφεύγει να απορρίψει τους όρους που προωθεί η Άγκυρα, τους οποίους είχε υιοθετήσει με ιδιαίτερη ένταση και ο Ερσίν Τατάρ και οι οποίοι παραπέμπουν σε λύση δύο κρατών.
Τουρκία, Έρχιουρμαν και ψευδοκράτος
Η τουρκική πλευρά συνεχίζει να κινείται στη λογική μιας χωριστής αυτόνομης περιοχής στα κατεχόμενα και μιας μορφής συγκυριαρχίας σε διάφορες πτυχές της λειτουργίας του κράτους. Μέσα από συνομοσπονδιακές προσεγγίσεις, εγείρει ζητήματα συνδιαχείρισης, όπως αυτό του φυσικού αερίου, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι μια τέτοια συνεργασία μπορεί να ξεκινήσει ακόμη και χωρίς συνολική λύση του Κυπριακού.
Είναι σαφές ότι η Άγκυρα διατηρεί στενότερα κανάλια επικοινωνίας με την ψευδοκυβέρνηση, την οποία και στηρίζει ενεργά. Σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να επιθυμεί η σημερινή «αντιπολίτευση», δηλαδή το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα, να αναλάβει την ηγεσία του κατοχικού καθεστώτος, προκρίνοντας αντ’ αυτού μια κατάσταση πολιτικής ισορροπίας. Παράλληλα, είναι εμφανές ότι η προώθηση μεγάλων έργων υποδομής από την Τουρκία στα κατεχόμενα συνδέεται και με την ενίσχυση της ψευδοκυβέρνησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η «συμφωνία» που αναμένεται να υπογραφεί την 1η Ιουλίου για τη μεταφορά φυσικού αερίου από την Τουρκία προς τις κατεχόμενες περιοχές. Στο πλαίσιο αυτό, τα κατεχόμενα αναμένεται να επισκεφθεί ο Αντιπρόεδρος της Τουρκίας, Cevdet Yılmaz. Σύμφωνα με τον ψευδοπρωθυπουργό Ουνάλ Ουστέλ, κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 2026 θα αρχίσει η πόντιση των αγωγών και θα ξεκινήσει επίσημα η υλοποίηση του έργου, το οποίο αναμένεται να ολοκληρωθεί το αργότερο έως το 2029.
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Νέα εξέλιξη στην υπόθεση Αριστοτέλους – Το Υπουργικό εισηγείται εκ νέου διαθεσιμότητα
Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε τη Δευτέρα να εισηγηθεί την εκ νέου θέση σε διαθεσιμότητα της Άννας Αριστοτέλους, σύμφωνα με πληροφορίες του ΚΥΠΕ.
Όπως αναφέρουν οι ίδιες πληροφορίες, το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά τη διάρκεια έκτακτης συνεδρίας που πραγματοποιήθηκε το πρωί της Δευτέρας, αποφάσισε να υποβάλει εισήγηση προς την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (ΕΔΥ), προκειμένου η κ. Αριστοτέλους να τεθεί εκ νέου σε διαθεσιμότητα.
Υπενθυμίζεται ότι το Διοικητικό Δικαστήριο ακύρωσε την προηγούμενη εβδομάδα την απόφαση της ΕΔΥ, βάσει της οποίας η πρώην Διευθύντρια των Κεντρικών Φυλακών, Άννα Αριστοτέλους, είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα από τις 5 Δεκεμβρίου 2025 έως την ολοκλήρωση της ποινικής υπόθεσης που εκκρεμεί εις βάρος της και σχετίζεται με έγγραφα των Κεντρικών Φυλακών.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του Δικαστηρίου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η αρμόδια αρχή για να εισηγηθεί τη διαθεσιμότητα της αιτήτριας δεν ήταν το Υπουργικό Συμβούλιο αλλά η Προεδρία της Δημοκρατίας, καθώς η κ. Αριστοτέλους εξακολουθούσε να υπηρετεί στην Προεδρία όταν κατατέθηκε η σχετική πρόταση προς την ΕΔΥ.
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, «στις 28.11.2025 που υπεβλήθη η πρόταση από το Υπουργικό Συμβούλιο, η αιτήτρια εξακολουθούσε να υπηρετεί στην Προεδρία και δεν είχε ακόμα αναλάβει καθήκοντα Γενικού Διευθυντή», ενώ προστίθεται ότι «αρμόδια αρχή, για να εισηγηθεί την διαθεσιμότητα της αιτήτριας, ήταν η Προεδρία της Δημοκρατίας και όχι το Υπουργικό Συμβούλιο».
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΒουλευτικές εκλογές 2026 – Αναλυτικά αποτελέσματα και κατανομή εδρών
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ2 weeks agoΠόρισμα καταπέλτης για το “Κράτος-Μαφία” για 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα
-
Off the Record1 month agoΟ Φούλης εν όπως τον σκαλαπούνταρο… εδείχτηκεν τους ούλλους!
-
Βουλευτικές Εκλογές 20261 month agoΌσα πρέπει να ξέρετε πριν ψηφίσετε!
-
EKLOGES20261 month agoΒουλευτικές Εκλογές 2026 – Ζωντανή Αναμετάδοση Αποτελεσμάτων από το ΡΙΚ
-
Βουλευτικές Εκλογές 20261 month agoΣάλος από πρόταση υποψήφιου του ΕΛΑΜ για παρακολούθηση κομμάτων
-
Βουλευτικές Εκλογές 20261 month agoΤι δεν επιτρέπεται από την Παρασκευή μέχρι την ημέρα των εκλογών
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ2 weeks agoΠόρισμα «Κράτος Μαφία»: Πρώτα ενημερώνεται ο Αναστασιάδης, μετά η δημοσιοποίηση
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ2 weeks agoΜήνυμα ΔΗΠΑ προς Παπαδόπουλο: «Αναμένουμε την πρόσκληση» – Ανοικτοί σε συνεργασία αλλά με όρους
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ2 weeks agoΤουρκική εφημερίδα κάνει λόγο για «ισραηλινή κατάληψη» στην Κύπρο






