Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

«Νεφώσεις» πάνω από τα «ήρεμα νερά» των ελληνοτουρκικών

Published

on

Ηδη από την πρώτη στιγμή της -κυριολεκτικά και μεταφορικά μετασεισμικής- ελληνοτουρκικής επαναπροσέγγισης που ξεκίνησε πέρυσι, έπειτα από το πολύνεκρο χτύπημα του Εγκέλαδου στη γείτονα, ήταν απολύτως σαφές ότι αυτή η διαδικασία θα κυλούσε υπό το βάρος δυσεπίλυτων διαφορών, ανοιχτών πληγών και εκκρεμοτήτων.

Στην ίδια τη Διακήρυξη των Αθηνών αναφέρεται άλλωστε, διόλου τυχαία, ότι τα μέρη δεσμεύονται μεν να καλλιεργούν πνεύμα αλληλεγγύης χωρίς όμως να θίγονται οι εκατέρωθεν νομικές θέσεις τους, ενώ και οι πολιτικές ηγεσίες στις δύο χώρες έχουν κατ’ επανάληψη παραδεχθεί δημόσια τους τελευταίους μήνες ότι υπάρχουν «γνωστές διαφορές», διαφορές οι οποίες φάνηκαν άλλωστε και κατά την επίσκεψη που πραγματοποίησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην Αγκυρα τον περασμένο Μάιο.

Στο πλαίσιο της κοινής συνέντευξης Τύπου που παραχώρησαν έπειτα από τη συνάντηση που είχαν στην τουρκική πρωτεύουσα την περασμένα άνοιξη, οι κ.κ. Μητσοτάκης και Ερντογάν βρέθηκαν να διαφωνούν για κατά βάση τέσσερα ζητήματα: τη μειονότητα στη Θράκη, τη Μονή της Χώρας που έγινε τζαμί με απόφαση της τουρκικής ηγεσίας, το Κυπριακό και… τη Χαμάς την οποία ο Τούρκος πρόεδρος έκρινε ότι έπρεπε να υπερασπιστεί ενώπιον της διεθνούς κοινότητας.

Με φόντο την επέτειο της συμπλήρωσης 50 ετών από την τουρκική εισβολή, το Κυπριακό δεν θα μπορούσε, βέβαια, παρά να επιστρέψει στο προσκήνιο ως «αγκάθι».

Κυριάκος Μητσοτάκης και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βρέθηκαν αμφότεροι στην Κύπρο στις 20 Ιουλίου, εκπέμποντας εκ διαμέτρου αντίθετα μηνύματα: ο μεν Ελληνας πρωθυπουργός υπέρ του σεβασμού των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, ο δε Τούρκος πρόεδρος στον αντίποδα υπέρ της απόκλισης από το πλαίσιο όσων έχουν ψηφιστεί στον ΟΗΕ.

«Δεν αποδεχόμαστε τετελεσμένα και η επιδίωξή μας παραμένει μία: Κυπριακή Δημοκρατία με μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια, σε μία διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, σε ένα ενιαίο κράτος όπου όλοι οι πολίτες θα είναι και Κύπριοι και Ευρωπαίοι, χωρίς ξένο στρατό κατοχής, χωρίς αναχρονιστικές εγγυήσεις όπως ακριβώς το προβλέπουν τα ψηφίσματα του ΟΗΕ αλλά και ο σεβασμός στο ευρωπαϊκό κεκτημένο», δήλωσε ο Έλληνας πρωθυπουργός το βράδυ του Σαββάτου από τη Λευκωσία.

«Δεν συμβιβαζόμαστε με τη διχοτόμηση […] Κύρια έγνοια και προτεραιότητά μου είναι ο τερματισμός της κατοχής, η απελευθέρωση και η επανένωση της πατρίδας μας», διακήρυξε ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, στο πλαίσιο της ιδίας εκδήλωσης για τη συμπλήρωση 50 ετών από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή.

Η θέση της ελληνικής και της κυπριακής ηγεσίας υπέρ της ΔΔΟ και της επανένωσης δεν εκπλήσσει, καθότι πάγια.

Αυτή που έχει αλλάξει ωστόσο, και μάλιστα σημαντικά, τα τελευταία χρόνια, είναι η στάση της τουρκικής ηγεσίας η οποία επιμένει πια σε μια «λύση» τύπου δύο κρατών και διχοτόμησης, βγαίνοντας έτσι πλήρως έξω από το πλαίσιο των σχετικών ψηφισμάτων του ΟΗΕ.

Από το 2019 και έπειτα

Από την κατάρρευση των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά το καλοκαίρι του 2017 και έπειτα, η Τουρκία δείχνει να σκληραίνει τη στάση της στο Κυπριακό, υιοθετώντας προσεγγίσεις περισσότερο μαξιμαλιστικές και αναθεωρητικές από εκείνες του παρελθόντος.

Τον Σεπτέμβριο του 2019, ο τότε ΥΠΕΞ της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, εισήλθε στο περίκλειστο Βαρώσι συνοδεία Τούρκων δημοσιογράφων, κάνοντας κάτι που δεν είχε κάνει άλλος -τόσο υψηλόβαθμος- Τούρκος αξιωματούχος μετά τον Αύγουστο του 1974.

Περίπου έναν χρόνο αργότερα, τον Οκτώβριο του 2020, σε μια περίοδο «προεκλογική» για τα κατεχόμενα, το κατοχικό καθεστώς θα προχωρούσε ένα βήμα παραπέρα ανοίγοντας μέρος της παραλίας του Βαρωσίου για «τον λαό και τους επισκέπτες», κάτι το οποίο επίσης δεν είχε ξαναγίνει μετά το 1974.

Τον Ιούλιο του 2021, ήταν η σειρά του Ερντογάν να μεταβεί στην κατεχόμενη Λευκωσία για να τιμήσει την τουρκική εισβολή, έχοντας στον πλευρό του όχι μόνο τον Τουρκοκύπριο Ερσίν Τατάρ αλλά και τον ηγέτη του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (MHP) Ντεβλέτ Μπαχτσελί ο οποίος είχε έρθει από την Τουρκία για να τον συνοδεύσει. Ερντογάν και Μπαχτσελί είχαν μάλιστα τότε επισκεφθεί και το σπίτι του Αλπαρσλάν Τουρκές στην κατεχόμενη Λευκωσία, ενώ ο Τούρκος πρόεδρος είχε στείλει σειρά από μηνύματα… υπέρ της «λύσης» των δύο κρατών.

Προσωπικές επιθέσεις

Τρία χρόνια μετά, η τουρκική ηγεσία επιμένει στη γραμμή της διχοτόμησης, την οποία έχει ξεκινήσει άλλωστε να χαράσσει εδώ και χρόνια στο Κυπριακό, με τον Ερντογάν να επαναλαμβάνει πια από την πλευρά του ότι «μία ομοσπονδιακή λύση δεν είναι δυνατή» και να βάζει στο στόχαστρο συγκεκριμένα τον Ελληνα υπουργό Εθνικής Αμυνας Νίκο Δένδια.

Η τουρκική «βεντέτα» με τον Ν. Δένδια πάει βέβαια αρκετά πίσω: σε εκείνη την επεισοδιακή συνέντευξη Τύπου που είχε λάβει χώρα στην Αγκυρα τον Απρίλιο του 2021, όταν οι κ.κ. Δένδιας και Τσαβούσολγου είχαν βρεθεί, ως ΥΠΕΞ τότε, να ανταλλάσσουν «πυρά» μπροστά στις κάμερες σχετικά με: τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) και τη Συνθήκη της Λωζάννης, το μεταναστευτικό και τον ελληνικό εναέριο χώρο που δεν συμπίπτει με τα ελληνικά χωρικά ύδατα, τις υπερπτήσεις τουρκικών μαχητικών πάνω από ελληνικά νησιά και την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη και την εμπλοκή της Ε.Ε. ως «τρίτου» στα ελληνοτουρκικά…

Τρία χρόνια μετά, ο ίδιος ο Ερντογάν προσωπικά (ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, κοντράρεται πια με τον εθνικιστή Μπαχτσελί στο εσωτερικό) αλλά και -πριν από αυτόν- το τουρκικό υπουργείο Αμυνας έσπευσαν να στοχοποιήσουν τον -ΥΕΘΑ πια- Νίκο Δένδια με την κατηγορία ότι ««κάνει καριέρα δημιουργώντας προβλήματα μεταξύ του τουρκικού και του ελληνικού λαού». Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Ερντογάν κάλεσε μάλιστα τον Κυριάκο Μητσοτάκη να «μαζέψει» τον υπουργό του.

Τι θα μπορούσε, άραγε, να επιθυμεί να επιτύχει η τουρκική πλευρά, μέσα από μια τέτοια κίνηση;

Οι πιθανές απαντήσεις, πολλές:

  • να «απαλλαγεί» από έναν «ενοχλητικό» υπουργό;
  • να σπείρει διχόνοια εντός της ελληνικής κυβέρνησης;
  • να παρουσιάσει το ελληνικό μέτωπο ως μη-αρραγές στο Κυπριακό;
  • να πιέσει προσωπικά τον ίδιο τον Κυρ. Μητσοτάκη;
  • ή μήπως να ανεβάσει τους τόνους της αντιπαράθεσης κάνοντας μια επικοινωνιακή επίδειξη ισχύος η οποία όμως δεν θα τορπιλίζει τις εν εξελίξει ελληνοτουρκικές επαφές (εάν «φταίει» μόνο ένας υπουργός, τότε το όποιο «πρόβλημα» παύει να είναι κεντρικό);

«Ματαιοπονούν»

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης ήταν, πάντως, σαφής στην απάντησή του:

«Το γεγονός ότι συζητούμε με την Τουρκία, δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε και πολύ περισσότερο ότι υποχωρούμε. Το αντίθετο […] Κάθε απειλή προς την Κύπρο, γίνεται απειλή για όλη την Ε.Ε. Είναι προφανές ότι τις απόψεις αυτές συμμερίζονται και εκφράζουν, στο σύνολό τους, όλα τα μέλη της Ελληνικής Κυβέρνησης. Συνεπώς, ματαιοπονούν όσοι προσπαθούν να ανακαλύψουν δήθεν διαχωρισμούς ανάμεσα στα κυβερνητικά στελέχη.»

Γιατί τώρα;

Πέρα από τους όποιους «δήθεν διαχωρισμούς» ωστόσο, υπάρχει παράλληλα και η απειλή του ντε-φάκτο «διαχωρισμού» της Κύπρου στην οποία επενδύει και την οποία προωθεί -με ανησυχητική συνέπεια είναι η αλήθεια τα τελευταία χρόνια- η πλευρά της Άγκυρας.

Η τουρκική ηγεσία προφανώς κρίνει ότι αυτό είναι ένα θέμα στο οποίο μπορεί να πιέσει στην παρούσα φάση, υπό το πρίσμα όσων μπορεί να ακολουθήσουν (βλ. μια νίκη Τραμπ στις ΗΠΑ) αλλά και όσων έχουν προηγηθεί διεθνώς τα τελευταία χρόνια (βλ. ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, νίκη Αζέρων στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, χάος στη Γάζα, ανάδυση χωρών του καλούμενου Παγκοσμίου Νότου που διεκδικούν ισχυρότερο ρόλο στον ΟΗΕ αλλά εκτός ΟΗΕ, μέσα από άλλα διεθνή σχήματα συνεργασίας)…

Κι όλα αυτά… δέκα χρόνια έπειτα από την ιστορική επίσκεψη που είχε πραγματοποιήσει στην Κύπρο -ως αντιπρόεδρος τότε των ΗΠΑ, τον Μάιο του 2014– ο νυν πρόεδρος Τζο Μπάιντεν…

Πηγή: Kathimerini

Off the Record

Τορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;

Avatar photo

Published

on

Ο διορισμός του Νίκου Τορναρίτη ως Ειδικού Πολιτικού Απεσταλμένου του Προέδρου για το Κυπριακό σε Ασία και Αφρική δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την εμπειρία που φέρνει μαζί του.

Δεκαετίες πολιτικής και κοινοβουλευτικής παρουσίας, μακρά ενασχόληση με το Κυπριακό και, κυρίως, ένα δίκτυο διεθνών επαφών που δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα, από πλευράς αξιοποίησης ανθρώπινου πολιτικού κεφαλαίου, η επιλογή έχει σαφή λογική.

Το παραπολιτικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.

Ο Νίκος Τορναρίτης δεν είναι απλώς ένας πρώην βουλευτής. Είναι ένα πρόσωπο με μακρά διαδρομή στον ΔΗΣΥ. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέγει ένα τέτοιο στέλεχος για μια αποστολή που συνδέεται άμεσα με την κορυφαία εθνική προτεραιότητα, το Κυπριακό.

Το ερώτημα λοιπόν μεταφέρεται στην Πινδάρου: πώς θα διαβαστεί η κίνηση;

Ως μια θεσμική επιλογή, όπου μπροστά στο Κυπριακό περισσεύουν οι κομματικές γραμμές; Ή ως ακόμη μία κίνηση Χριστοδουλίδη που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιεί πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του ΔΗΣΥ χωρίς να χρειάζεται πολιτική συμφωνία με την ηγεσία του κόμματος;

Η συγκυρία κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μόλις σήμερα ο Πρόεδρος επανήλθε δημόσια στις σχέσεις του με τον ΔΗΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπικό πρόβλημα με την ηγεσία ή στελέχη του κόμματος και θέτοντας το ερώτημα «πού διαφωνείτε;».

Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια με παραπολιτικό βάρος: τον Ιούλιο ο Τορναρίτης είχε διαψεύσει δημοσίευμα περί πρότασης για συμμετοχή του στο Υπουργικό, δηλώνοντας τότε ότι, εάν αποφάσιζε να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θα το έκανε δημόσια και με πλήρη διαφάνεια.

Δύο μήνες αργότερα, η πρόταση υπάρχει, είναι δημόσια και έγινε αποδεκτή.

Ο διορισμός, επομένως, μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: στο θεσμικό, ως αξιοποίηση ενός έμπειρου πολιτικού για το Κυπριακό· και στο πολιτικό, ως υπενθύμιση ότι τα στεγανά ανάμεσα στο Προεδρικό και τον συναγερμικό χώρο παραμένουν διαπερατά.

Και κάπου εδώ η μπάλα περνά στην Πινδάρου.

Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γιατί ο Χριστοδουλίδης επέλεξε τον Τορναρίτη.

Είναι τι θα πει τώρα ο ΔΗΣΥ για την επιλογή του.

–Sniper–

Continue Reading

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia