ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
«Νεφώσεις» πάνω από τα «ήρεμα νερά» των ελληνοτουρκικών
Ηδη από την πρώτη στιγμή της -κυριολεκτικά και μεταφορικά μετασεισμικής- ελληνοτουρκικής επαναπροσέγγισης που ξεκίνησε πέρυσι, έπειτα από το πολύνεκρο χτύπημα του Εγκέλαδου στη γείτονα, ήταν απολύτως σαφές ότι αυτή η διαδικασία θα κυλούσε υπό το βάρος δυσεπίλυτων διαφορών, ανοιχτών πληγών και εκκρεμοτήτων.
Στην ίδια τη Διακήρυξη των Αθηνών αναφέρεται άλλωστε, διόλου τυχαία, ότι τα μέρη δεσμεύονται μεν να καλλιεργούν πνεύμα αλληλεγγύης χωρίς όμως να θίγονται οι εκατέρωθεν νομικές θέσεις τους, ενώ και οι πολιτικές ηγεσίες στις δύο χώρες έχουν κατ’ επανάληψη παραδεχθεί δημόσια τους τελευταίους μήνες ότι υπάρχουν «γνωστές διαφορές», διαφορές οι οποίες φάνηκαν άλλωστε και κατά την επίσκεψη που πραγματοποίησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην Αγκυρα τον περασμένο Μάιο.
Στο πλαίσιο της κοινής συνέντευξης Τύπου που παραχώρησαν έπειτα από τη συνάντηση που είχαν στην τουρκική πρωτεύουσα την περασμένα άνοιξη, οι κ.κ. Μητσοτάκης και Ερντογάν βρέθηκαν να διαφωνούν για κατά βάση τέσσερα ζητήματα: τη μειονότητα στη Θράκη, τη Μονή της Χώρας που έγινε τζαμί με απόφαση της τουρκικής ηγεσίας, το Κυπριακό και… τη Χαμάς την οποία ο Τούρκος πρόεδρος έκρινε ότι έπρεπε να υπερασπιστεί ενώπιον της διεθνούς κοινότητας.
Με φόντο την επέτειο της συμπλήρωσης 50 ετών από την τουρκική εισβολή, το Κυπριακό δεν θα μπορούσε, βέβαια, παρά να επιστρέψει στο προσκήνιο ως «αγκάθι».
Κυριάκος Μητσοτάκης και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βρέθηκαν αμφότεροι στην Κύπρο στις 20 Ιουλίου, εκπέμποντας εκ διαμέτρου αντίθετα μηνύματα: ο μεν Ελληνας πρωθυπουργός υπέρ του σεβασμού των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, ο δε Τούρκος πρόεδρος στον αντίποδα υπέρ της απόκλισης από το πλαίσιο όσων έχουν ψηφιστεί στον ΟΗΕ.
«Δεν αποδεχόμαστε τετελεσμένα και η επιδίωξή μας παραμένει μία: Κυπριακή Δημοκρατία με μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια, σε μία διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, σε ένα ενιαίο κράτος όπου όλοι οι πολίτες θα είναι και Κύπριοι και Ευρωπαίοι, χωρίς ξένο στρατό κατοχής, χωρίς αναχρονιστικές εγγυήσεις όπως ακριβώς το προβλέπουν τα ψηφίσματα του ΟΗΕ αλλά και ο σεβασμός στο ευρωπαϊκό κεκτημένο», δήλωσε ο Έλληνας πρωθυπουργός το βράδυ του Σαββάτου από τη Λευκωσία.
«Δεν συμβιβαζόμαστε με τη διχοτόμηση […] Κύρια έγνοια και προτεραιότητά μου είναι ο τερματισμός της κατοχής, η απελευθέρωση και η επανένωση της πατρίδας μας», διακήρυξε ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, στο πλαίσιο της ιδίας εκδήλωσης για τη συμπλήρωση 50 ετών από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή.
Η θέση της ελληνικής και της κυπριακής ηγεσίας υπέρ της ΔΔΟ και της επανένωσης δεν εκπλήσσει, καθότι πάγια.
Αυτή που έχει αλλάξει ωστόσο, και μάλιστα σημαντικά, τα τελευταία χρόνια, είναι η στάση της τουρκικής ηγεσίας η οποία επιμένει πια σε μια «λύση» τύπου δύο κρατών και διχοτόμησης, βγαίνοντας έτσι πλήρως έξω από το πλαίσιο των σχετικών ψηφισμάτων του ΟΗΕ.
Από το 2019 και έπειτα
Από την κατάρρευση των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά το καλοκαίρι του 2017 και έπειτα, η Τουρκία δείχνει να σκληραίνει τη στάση της στο Κυπριακό, υιοθετώντας προσεγγίσεις περισσότερο μαξιμαλιστικές και αναθεωρητικές από εκείνες του παρελθόντος.
Τον Σεπτέμβριο του 2019, ο τότε ΥΠΕΞ της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, εισήλθε στο περίκλειστο Βαρώσι συνοδεία Τούρκων δημοσιογράφων, κάνοντας κάτι που δεν είχε κάνει άλλος -τόσο υψηλόβαθμος- Τούρκος αξιωματούχος μετά τον Αύγουστο του 1974.
Περίπου έναν χρόνο αργότερα, τον Οκτώβριο του 2020, σε μια περίοδο «προεκλογική» για τα κατεχόμενα, το κατοχικό καθεστώς θα προχωρούσε ένα βήμα παραπέρα ανοίγοντας μέρος της παραλίας του Βαρωσίου για «τον λαό και τους επισκέπτες», κάτι το οποίο επίσης δεν είχε ξαναγίνει μετά το 1974.
Τον Ιούλιο του 2021, ήταν η σειρά του Ερντογάν να μεταβεί στην κατεχόμενη Λευκωσία για να τιμήσει την τουρκική εισβολή, έχοντας στον πλευρό του όχι μόνο τον Τουρκοκύπριο Ερσίν Τατάρ αλλά και τον ηγέτη του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (MHP) Ντεβλέτ Μπαχτσελί ο οποίος είχε έρθει από την Τουρκία για να τον συνοδεύσει. Ερντογάν και Μπαχτσελί είχαν μάλιστα τότε επισκεφθεί και το σπίτι του Αλπαρσλάν Τουρκές στην κατεχόμενη Λευκωσία, ενώ ο Τούρκος πρόεδρος είχε στείλει σειρά από μηνύματα… υπέρ της «λύσης» των δύο κρατών.
Προσωπικές επιθέσεις
Τρία χρόνια μετά, η τουρκική ηγεσία επιμένει στη γραμμή της διχοτόμησης, την οποία έχει ξεκινήσει άλλωστε να χαράσσει εδώ και χρόνια στο Κυπριακό, με τον Ερντογάν να επαναλαμβάνει πια από την πλευρά του ότι «μία ομοσπονδιακή λύση δεν είναι δυνατή» και να βάζει στο στόχαστρο συγκεκριμένα τον Ελληνα υπουργό Εθνικής Αμυνας Νίκο Δένδια.
Η τουρκική «βεντέτα» με τον Ν. Δένδια πάει βέβαια αρκετά πίσω: σε εκείνη την επεισοδιακή συνέντευξη Τύπου που είχε λάβει χώρα στην Αγκυρα τον Απρίλιο του 2021, όταν οι κ.κ. Δένδιας και Τσαβούσολγου είχαν βρεθεί, ως ΥΠΕΞ τότε, να ανταλλάσσουν «πυρά» μπροστά στις κάμερες σχετικά με: τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) και τη Συνθήκη της Λωζάννης, το μεταναστευτικό και τον ελληνικό εναέριο χώρο που δεν συμπίπτει με τα ελληνικά χωρικά ύδατα, τις υπερπτήσεις τουρκικών μαχητικών πάνω από ελληνικά νησιά και την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη και την εμπλοκή της Ε.Ε. ως «τρίτου» στα ελληνοτουρκικά…
Τρία χρόνια μετά, ο ίδιος ο Ερντογάν προσωπικά (ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, κοντράρεται πια με τον εθνικιστή Μπαχτσελί στο εσωτερικό) αλλά και -πριν από αυτόν- το τουρκικό υπουργείο Αμυνας έσπευσαν να στοχοποιήσουν τον -ΥΕΘΑ πια- Νίκο Δένδια με την κατηγορία ότι ««κάνει καριέρα δημιουργώντας προβλήματα μεταξύ του τουρκικού και του ελληνικού λαού». Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Ερντογάν κάλεσε μάλιστα τον Κυριάκο Μητσοτάκη να «μαζέψει» τον υπουργό του.
Τι θα μπορούσε, άραγε, να επιθυμεί να επιτύχει η τουρκική πλευρά, μέσα από μια τέτοια κίνηση;
Οι πιθανές απαντήσεις, πολλές:
- να «απαλλαγεί» από έναν «ενοχλητικό» υπουργό;
- να σπείρει διχόνοια εντός της ελληνικής κυβέρνησης;
- να παρουσιάσει το ελληνικό μέτωπο ως μη-αρραγές στο Κυπριακό;
- να πιέσει προσωπικά τον ίδιο τον Κυρ. Μητσοτάκη;
- ή μήπως να ανεβάσει τους τόνους της αντιπαράθεσης κάνοντας μια επικοινωνιακή επίδειξη ισχύος η οποία όμως δεν θα τορπιλίζει τις εν εξελίξει ελληνοτουρκικές επαφές (εάν «φταίει» μόνο ένας υπουργός, τότε το όποιο «πρόβλημα» παύει να είναι κεντρικό);
«Ματαιοπονούν»
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης ήταν, πάντως, σαφής στην απάντησή του:
«Το γεγονός ότι συζητούμε με την Τουρκία, δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε και πολύ περισσότερο ότι υποχωρούμε. Το αντίθετο […] Κάθε απειλή προς την Κύπρο, γίνεται απειλή για όλη την Ε.Ε. Είναι προφανές ότι τις απόψεις αυτές συμμερίζονται και εκφράζουν, στο σύνολό τους, όλα τα μέλη της Ελληνικής Κυβέρνησης. Συνεπώς, ματαιοπονούν όσοι προσπαθούν να ανακαλύψουν δήθεν διαχωρισμούς ανάμεσα στα κυβερνητικά στελέχη.»
Γιατί τώρα;
Πέρα από τους όποιους «δήθεν διαχωρισμούς» ωστόσο, υπάρχει παράλληλα και η απειλή του ντε-φάκτο «διαχωρισμού» της Κύπρου στην οποία επενδύει και την οποία προωθεί -με ανησυχητική συνέπεια είναι η αλήθεια τα τελευταία χρόνια- η πλευρά της Άγκυρας.
Η τουρκική ηγεσία προφανώς κρίνει ότι αυτό είναι ένα θέμα στο οποίο μπορεί να πιέσει στην παρούσα φάση, υπό το πρίσμα όσων μπορεί να ακολουθήσουν (βλ. μια νίκη Τραμπ στις ΗΠΑ) αλλά και όσων έχουν προηγηθεί διεθνώς τα τελευταία χρόνια (βλ. ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, νίκη Αζέρων στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, χάος στη Γάζα, ανάδυση χωρών του καλούμενου Παγκοσμίου Νότου που διεκδικούν ισχυρότερο ρόλο στον ΟΗΕ αλλά εκτός ΟΗΕ, μέσα από άλλα διεθνή σχήματα συνεργασίας)…
Κι όλα αυτά… δέκα χρόνια έπειτα από την ιστορική επίσκεψη που είχε πραγματοποιήσει στην Κύπρο -ως αντιπρόεδρος τότε των ΗΠΑ, τον Μάιο του 2014– ο νυν πρόεδρος Τζο Μπάιντεν…
Πηγή: Kathimerini
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.
Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency
Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;
Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.
Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.
Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.
Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.
Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.
Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.
Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.
Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.
Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.
Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.
Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.
Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.
Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.
Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.
Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.
Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.
Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.
Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.
Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.
Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.
Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.
Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.
Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.
Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.
Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.
Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.
Αφορά το 2028.
Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του
Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.
Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.
Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.
Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.
Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.
Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου
Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.
Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.
Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.
Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:
Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.
Και το ΑΚΕΛ;
Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.
Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.
Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.
Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.
Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.
Οι διορισμοί ήταν η αφορμή
Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.
ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.
Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.
Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.
Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.
Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο
Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.
Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.
Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.
Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.
Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.
Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 month agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
Off the Record1 week agoΑβέρωφ Νεοφύτου: Ορμώμενος εξ Αργάκας, ξανακτυπά
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή2 weeks agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ4 weeks agoΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
-
Off the Record1 month agoΗ ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ1 month agoΗ πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
-
Off the Record4 days agoΔΗΣΥ: Η Αννίτα λέει «όχι», ο Αβέρωφ «ίσως» και ο Παμπορίδης… σιωπά
-
Off the Record4 weeks agoΓκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος
-
Off the Record1 month agoΟι Ελληνοκύπριοι τζογαδόροι αιμοδοτούν τον Αττίλα
-
Off the Record3 weeks agoΠολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο






