Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Πως διαμορφώνεται το σκηνικό των προεδρικών εκλογών του 2023!

Avatar photo

Published

on

Το πως διαμορφώνεται το σκηνικό των προεδρικών εκλογών του 2023 –σε μια πρωτοφανή, από σκοπιάς προωρότητας, μακρά προεκλογική- έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει τουλάχιστον ως προς τα κεντρικά πρόσωπα. Οι Μάριος Ηλιάδης και Γιώργος Κολοκασίδης έχουν ήδη εξαγγείλει την υποψηφιότητά τους.

Ο Αχιλλέας Δημητριάδης βρίσκεται, εδώ και μήνες, σε διαβουλεύσεις ενώ ο Αβέρωφ Νεοφύτου είναι –πέραν της τυπικής επικύρωσης- ο πρώτος υποψήφιος του ενός εκ των δύο μεγάλων κομμάτων. Την εικόνα συμπληρώνουν οι Γιώργος Παμπορίδης και Νίκος Χριστοδουλίδης, με αμφότερους να ενδιαφέρονται, όπως δήλωσαν δημοσίως, να είναι υποψήφιοι. Ένα χρόνο και ένα μήνα πριν τις εκλογές, επί της αρχής, έξι υποψήφιοι και εν δυνάμει υποψήφιοι για τον προεδρικό θώκο (με τους δύο μάλιστα πρώην υπουργούς της κυβέρνησης Αναστασιάδη) είναι ένα πρωτοφανές ποιοτικό χαρακτηριστικό στη σύγχρονη, εκλογική, ιστορία της Κύπρου. Και με την εικόνα, στην αντιπολίτευση, να εστιάζει στις κινήσεις του ΑΚΕΛ και του Νικόλα Παπαδόπουλου (όπως και του ΔΗΚΟ, της ΔΗΠΑ, της ΕΔΕΚ, των Οικολόγων, την φαινομενικά αυτόνομη κάθοδο ΕΛΑΜ με δικό του υποψήφιο, κτλ) αυτό που καθίσταται σαφές είναι πως ναι μεν όλοι οι δρώντες του πολιτικού συστήματος έχουν ριχτεί στη μάχη για το παιχνίδι της εξουσίας, ωστόσο ο αγώνας για την επικράτηση, 13-14 μήνες σχεδόν πριν τις εκλογές, αναμένεται μακρύς.

Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά

Πέραν των κλασικών εργαλείων όπως η δημοφιλία, το ιδεολογικό πλαίσιο, η παράσταση νίκης, τα επιμέρους skillsets ή οι προεκλογικές δεσμεύσεις/προγραμματικές θέσεις, στην τρέχουσα συγκυρία προκύπτουν κάποια χαρακτηριστικά που θα ξεδιαλύνουν, καθ’ οδόν για το 2023, την επιβιωσιμότητα των υποψηφίων –και κατά πόσο θα αποδειχθούν… long runners μέχρι να λάβουν το τελικό χρίσμα (με ή χωρίς την επίσημη στήριξη κομμάτων).

Αυτά εδράζονται:

• Στην στρατηγική πρώτου ή δεύτερου γύρου. Με την πρώτη διάσταση (πχ ένα ενιαίο μέτωπο αντιπολίτευσης εναντίον του ΔΗΣΥ) να δημιουργεί ζητήματα δυναμικής εκλογικής συμπεριφοράς (πχ ένας υποψήφιος που περνάει άνετα στον δεύτερο γύρο και κερδίζει, εξίσου άνετα, τον υποψήφιο του ΔΗΣΥ) και την δεύτερη να επαναφέρει την μικροπολιτική τακτική της συνδιαλλαγής ή συναλλαγής στον δεύτερο γύρο. Η στρατηγική αυτή αφορά, κατεξοχήν και παραδοσιακά, τα δύο μεγάλα κόμματα

• Στον τρόπο ξεδίπλωσης της προγραμματικής συμφωνίας στήριξης υποψηφίων από κόμματα. Επειδή ότι περιγράφεται ως άνω ως συνδιαλλαγή VS συναλλαγή –ιδίως στη Κύπρο- λειτουργεί πάντα πέραν του ποιός υποψήφιος έχει διείσδυση ανεξαρτήτως κομμάτων πχ στον δεύτερο γύρο. Ακριβώς γιατί συνδέεται παραπάνω με την κινητοποίηση των πελατειακών δικτύων και τον κυνισμό μεταξύ πρώτης και δεύτερης Κυριακής

• Στα όρια του διπόλου ανεξαρτησίας VS κομματικού πατριωτισμού. Πτυχή που αναδείχθηκε ιδίως με τις εξελίξεις στο εσωτερικό του ΔΗΣΥ. Οι εκλογές του 2023 θα δώσουν ικανοποιητική απάντηση ως προς τα όρια αντοχής των κομματικών αρχηγών VS των αφηγημάτων ανεξαρτησίας, στην περίπτωση της Κεντροδεξιάς, επί του συνόλου του κομματικού πατριωτισμού της εκλογικής βάσης στη Κύπρο και στο κατά πόσο, ιδίως για την Αριστερά, μπορεί να υπάρξει υπέρβαση ως προς την επιλογή υποψηφίου με έντονα κεντροδεξιά χαρακτηριστικά. Σε αυτή την διάσταση σημασία αποκτάει και ο χρόνος με τις τελικές καταλήξεις ως προς τους υποψηφίους να λαμβάνουν υπόψη τους και τον χρόνο μετά την επόμενη πενταετία (σ.σ. η σκέψη για το 2028)

• Στη μετατόπιση των βασικών θεμάτων πολιτικής (Οικονομία, Κυπριακό, Υγεία/Πανδημία, Διαφθορά/Δικαιοσύνη, κοκ) με την τάση στην τρέχουσα συγκυρία να δείχνει πως πχ το Κυπριακό δεν αποτελεί –όπως σε άλλες εκλογικές διαδικασίες- βασικό διαμορφωτικό χαρακτηριστικό με το οποίο η εκλογική βάση ψηφίζει

Που κινούνται

Το τελευταίο ποιοτικό χαρακτηριστικό δείχνει να αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον κι ως προς την μονοδιάστατη ή πολυθεματική –μέχρι στιγμής- επικοινωνιακή πολιτική όσων έχουν ήδη επιδοθεί σε καμπάνια –προεκλογική ή σε επίπεδο διαβούλευσης. Ξεχωρίζουν πχ το μήνυμα της προεκλογικής του κ. Ηλιάδη σε σχέση με την διαφάνεια, το πολιτικό μανιφέστο του κ. Δημητριάδη σε σχέση με το «τίμιο κράτος» και την διάσταση του Κυπριακού και ο χαρακτήρας της υποψηφιότητας του κ. Κολοκασίδη που αφορά στην απόρριψη της ΔΔΟ ως μορφής λύσης του Κυπριακού. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν οι εξελίξεις εντός ΔΗΣΥ στον άξονα πολιτικής αντιπαράθεσης Νεοφύτου-Χριστοδουλίδη με τον πρώτο να εστιάζει στην κομματική Ορθοδοξία έναντι του δευτέρου που συντηρεί το αφήγημα μιας εν δυνάμει ανεξάρτητης υποψηφιότητας. Η περίπτωση Αχιλλέα Δημητριάδη και Γιώργου Παμπορίδη, παρά τις μεταξύ των διαφορετικές επιμέρους προελεύσεις και πορείες, αποκτάει ενδιαφέρον υπό το βάρος της εξέτασης, από το ΑΚΕΛ, της στήριξής των. Ενώ, τέλος, η περίπτωση του Νικόλα Παπαδόπουλου, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω, αποτελεί ενδιαφέρουσα περιπτωσιολογία για σειρά λόγων.

Το πως έχουν κινηθεί μέχρι στιγμής όλοι οι βασικοί υποψήφιοι καταδεικνύει πάντως πως –ανεξάρτητοι ή μη- προσδοκούν στην στήριξη ή στην διάσπαση ενός ή περισσοτέρων κομμάτων προκειμένου να επιβιώσουν, ως τέλος με αξιώσεις, αναφορικά με την υποψηφιότητά τους –τάση που υποδεικνύει πως το κόμμα, ως θεσμός του πολιτικού συστήματος στη Κύπρο, μπορεί μεν να βρίσκεται σε υποχώρηση ως προς την εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων ωστόσο παραμένει βασικό κριτήριο ανάδειξης –και τελικής επικράτησης- στις προεδρικές εκλογές.

Οι παγίδες


Όπως ανέφερε και το ρεπορτάζ της «Κ» για τα δύσκολα διλήμματα τα οποία έχει να αντιμετωπίσει ο Νικόλας Παπαδόπουλος, οι αντικειμενικές δυσκολίες –πέραν της εκλογικής απόδοσης- δείχνουν να τέμνουν οριζόντια όλους τους υποψηφίους και να συνδιαμορφώνουν την στρατηγική τους. Η περίπτωση του κ. Παπαδόπουλου μάλιστα είναι χαρακτηριστική λόγω της αρχικής δήλωσης πως το ΔΗΚΟ θα βρίσκεται με την πλευρά του νικητή στις εκλογές του 2023. Για τον Αβέρωφ Νεοφύτου το ζήτημα της δημοφιλίας και ο τρόπος που χειρίστηκε την εν δυνάμει υποψηφιότητα Χριστοδουλίδη με αναγωγή της υποψηφιότητά του σε ένα ζήτημα κομματικού πατριωτισμού αναδεικνύονται ήδη σε ακανθώδη ζητήματα. Αντίστοιχα, για τον Νίκο Χριστοδουλίδη η ξεκάθαρα επικοινωνιακή λογική της αναγωγής όλων των ζητημάτων σε κάτι «αόριστα σύγχρονο» προκειμένου να προωθήσει το αφήγημα της ανεξάρτητης υποψηφιότητας του εμπεριέχει το ρίσκο του «ξεφουσκώματος» για την συνέχεια.

Η περίπτωση του Γιώργου Παμπορίδη αποκτά ενδιαφέρον υπό το βάρος του… safepass από την βάση του ΑΚΕΛ –ενώ το ίδιο ισχύει για τον Αχιλλέα Δημητριάδη –και κάθε όνομα που, θεωρητικά, πέφτει στο τραπέζι του ενδιαφέροντος του εν λόγω κόμματος.
Τέλος δεν πρέπει κάποιος να θεωρεί δεδομένο πως τα όσα ονόματα, που έχουν μπει στο κάδρο των προεδρικών, θα ολοκληρώσουν την διαδικασία μέχρι την ημέρα που θα βρεθούν ενώπιον του Γενικού Εφόρου Εκλογών. Κι αυτό όχι μόνο διότι ο χρόνος, στην πολιτική, είναι πεπερασμένος αλλά και γιατί, πάντα, το σύνολο των πολιτικών εξελίξεων «επί του εδάφους»:

– μπορεί να δικαιώσει ή να καταρρίψει θεαματικά επιμέρους αφηγήματα ή θέσεις
-μπορεί να λειτουργήσει συγκυριακά υπέρ ή εναντίον προσώπων και δυναμικών και τέλος
-εμπεριέχει πάντα την στιγμή της αλήθειας, η οποία –πέραν της κόπωσης στην εν λόγω μακρά προεκλογική- τεστάρεται μέσω της δημόσιας αντιπαράθεσης των πραγματικών υποψηφίων, της δουλειάς των πραγματικών επιτελείων (μηχανισμών), του budget και της, κάπως παλιομοδίτικης, πόλωσης.

ΠΗΓΗ : kathimerini.com.cy

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε

Avatar photo

Published

on

Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.

Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.

Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.

Αφορά το 2028.

Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του

Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.

Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.

Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.

Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.

Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου

Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.

Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.

Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.

Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:

Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.

Και το ΑΚΕΛ;

Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.

Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.

Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.

Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.

Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.

Οι διορισμοί ήταν η αφορμή

Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.

ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.

Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.

Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.

Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.

Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο

Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.

Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.

Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.

Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.

Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.

Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.

Continue Reading

Off the Record

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

Avatar photo

Published

on

Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.

Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.

Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.

Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;

Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.

Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες

Avatar photo

Published

on

της Κατερίνας Χατζηστυλλή* 

Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.

Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία

Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.

Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.

Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.

Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης

Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.

Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.

Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.

Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή

Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.

Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.

Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις

Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.

Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.

Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.

Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.

Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.

 

*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου

 

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia