Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

«Πρόεδρε, απειλούν τις οικογένειές μας» – Αποκαλυπτική επιστολή από τους 38 μόνιμους δημόσιους κατήγορους

Published

on

Το αίτημά τους για τήρηση μέτρων ασφαλείας με στόχο την προστασία των ίδιων και των οικογενειών τους από εγκληματικές ενέργειες, επαναφέρουν οι δημόσιοι κατήγοροι, με αφορμή τις τελευταίες επιθέσεις κακοποιών στοιχείων σε βάρος δυο συναδέλφων τους, τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο, αντίστοιχα.

Όπως είναι σε θέση να γνωρίζει ο «Φ», μέσω διάφορων διαβημάτων με αποδέκτες τους επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας και επιστολής τους που, όπως πληροφορούμαστε, στάλθηκε στην Προεδρία της Δημοκρατίας στις 19 του περασμένου Ιανουαρίου, έθεσαν επιτακτικά το εν λόγω ζήτημα.

Στην επιστολή με αποδέκτη τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, επισημαίνουν την ανάγκη για λήψη μέτρων που θα αποσκοπούν στην ασφάλειά τους. Αναφέρονται, συγκεκριμένα, σε μέτρα όπως εγκατάσταση κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης (CCTV), συστημάτων συναγερμού, τοποθέτηση ειδικών περιφράξεων σε οικίες και αστυνόμευση.

Εντός του περασμένου μήνα, μάλιστα, αντιπροσωπία αποτελούμενη από δημόσιους κατηγόρους από διάφορες επαρχίες, διευθέτησαν και είχαν συνάντηση με ανώτατους αξιωματούχους της Νομικής Υπηρεσίας. Στην εν λόγω συνάντηση συμμετείχαν ο Γενικός Εισαγγελέας, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας και δυο εισαγγελείς της Δημοκρατίας.

Από πλευράς των λειτουργών της Δικαιοσύνης τέθηκε και το ζήτημα της ασφάλειάς τους στη βάση γεγονότων και δεδομένων, με τα ανώτατα στελέχη της Γενικής Εισαγγελίας να δίδουν τη δέσμευση ότι τα αιτήματά τους θα προωθηθούν με στόχο αυτά να ικανοποιηθούν.

«Καθημερινά σε κίνδυνο»

Στην επιστολή τους προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, επεξηγείται γιατί τα τελευταία χρόνια τίθεται πολύ σοβαρό θέμα ασφάλειας. Μεταξύ άλλων σημειώνουν: « (…) ενώ αρχικά οι Δημόσιοι Κατήγοροι χειρίζονταν ποινικές υποθέσεις ενώπιον Επαρχιακών Δικαστηρίων, τουλάχιστον περί την τελευταία δεκαετία διεκπεραιώνουν επιπρόσθετα υποθέσεις ενώπιον Κακουργιοδικείων όπως και όλες τις υποθέσεις ενώπιον του Εφετείου τις οποίες έχουν χειριστεί σε πρωτόδικο επίπεδο. Σύμφωνα δε με το Σχέδιο Υπηρεσίας τους, οι Δημόσιοι Κατήγοροι της Νομικής Υπηρεσίας οφείλουν να παρουσιάζουν “οποιαδήποτε ποινική υπόθεση” τους ανατίθεται από τον Γενικό Εισαγγελέα “ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου στη Δημοκρατία”. Λόγω του ότι οι ποινικές υποθέσεις ενέχουν την πιθανότητα φυλάκισης των Κατηγορουμένων, οι οποίοι πολλές φορές έχουν ροπή προς το έγκλημα, αλλά και του γεγονότος ότι οι Δημόσιοι Κατήγοροι καλούνται να διαχειριστούν καθημερινά ένα τεράστιο όγκο ποινικών υποθέσεων, οι Δημόσιοι Κατήγοροι εκτίθενται καθημερινά σε κίνδυνο. Συγκεκριμένα, οι Δημόσιοι Κατήγοροι γίνονται δέκτες απειλών κατά της ζωής όχι μόνο των ιδίων αλλά και των οικογενειών τους, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές στις οποίες προκαλούνται ζημιές στις περιουσίες τους από εγκληματίες ακριβώς λόγω των ποινικών υποθέσεων που έχουν χειριστεί. Δηλαδή, η φύση αλλά και ο όγκος των ποινικών υποθέσεων επιφέρουν μαζί το χαρακτηριστικό της επικινδυνότητας για τους Δημόσιους Κατηγόρους που είναι εντεταλμένοι να τις προωθήσουν ενώπιον της Δικαιοσύνης».

Στην επιστολή γίνεται εκτενής αναφορά και στην βομβιστική επίθεση εναντίον της Δημόσιας Κατηγόρου της Εισαγγελίας Πάφου κατά τον Δεκέμβριο του 2023. Βάσει των όσων σημειώνονται, το εν λόγω συμβάν «αποτελεί σοβαρότατο παράδειγμα της επικινδυνότητας του επαγγέλματος των Δημοσίων Κατηγόρων, εφόσον απειλήθηκε άμεσα τόσο η ζωή της ίδιας όσο και των μελών της οικογένειας της. Ο δε τρόπος, τόπος και χρόνος που έγινε η επίθεση καταδεικνύει προσχεδιασμό από μέρους των δραστών, οι οποίοι φαίνεται να είχαν τα χειρότερα κίνητρα με την τοποθέτηση ειδικού εκρηκτικού μηχανισμού υψηλής ισχύος στην οικία της Δημόσιας Κατηγόρου κατά τη διάρκεια της νύχτας και ενώ εκείνη βρισκόταν στο σημείο της έκρηξης (…) Το γεγονός ότι η συνάδελφος επέζησε της έκρηξης ήταν καθαρά θέμα τύχης».

Αναφορά γίνεται σε «ανάλογη βομβιστική επίθεση που έχει συμβεί ξανά κατά το 2016 εναντίον άλλης Δημόσιας Κατηγόρου, η οποία ήταν επίσης τοποθετημένη στην Εισαγγελία της Επαρχίας Πάφου», αλλά και στο περιστατικό με τον εμπρησμό οχήματος συναδέλφου τους στις 16 Ιανουαρίου, επίσης, στην επαρχία Πάφου. Ταυτόχρονα, εκφράζεται απογοήτευση για το γεγονός ότι η Πολιτεία δεν έπραξε κάτι ουσιαστικό από το 2016, οπότε είχε τεθεί το ζήτημα της ασφάλειας των δημόσιων κατηγόρων: «Η Πολιτεία επί της ουσίας έμεινε άπρακτη εφόσον, ενώ είχαν συζητηθεί και τότε μέτρα προστασίας, εντούτοις κανένα από αυτά δεν υλοποιήθηκε μέχρι σήμερα».

Το θεωρούν άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μισθολογική αναβάθμιση

Στην επιστολή τους προς τον Πρόεδρο οι δημόσιοι κατήγοροι θέτουν και το θέμα με τη μισθολογική τους αναβάθμιση. Σημειώνουν χαρακτηριστικά: «Παράλληλα με το ζήτημα της ασφάλειας, τίθεται και το ζήτημα της αναβάθμισης της μισθοδοτικής κλίμακας των Δημοσίων Κατηγόρων. Τα δυο αυτά ζητήματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, εφόσον η λήψη ενισχυτικών μέτρων σε αμφότερους τους τομείς οδηγεί στην ενδυνάμωση της ανεξαρτησίας των Δημοσίων Κατηγόρων, η οποία είναι απαραίτητη για την απονομή της Ποινικής Δικαιοσύνης».

Μάλιστα, επιχειρηματολογούν, αναφερόμενοι σε συστάσεις που είχαν γίνει από ξένους εμπειρογνώμονες. Οι τελευταίοι, με βάση τα όσα σημειώνονται, είχαν αναδείξει την ανάγκη για μισθολογική αναβάθμιση των δημόσιων κατηγόρων, όμως οι συστάσεις τους αξιοποιήθηκαν για να αναβαθμιστούν άλλα στελέχη της Νομικής Υπηρεσίας. Είναι αρκούντως κατατοπιστικά τα όσα αναφέρονται στην επιστολή: «Παρά τις συστάσεις των ανεξάρτητων Ιρλανδών εμπειρογνωμόνων ,αλλά και κυριότερα τις συστάσεις της GRECO, στις οποίες οφείλει να ανταποκριθεί η Κυπριακή Δημοκρατία, μέχρι σήμερα οι μισθοδοτικές κλίμακες των Δημοσίων Κατηγόρων δεν έχουν αναβαθμιστεί ως έπρεπε. Σύμφωνα με την υφιστάμενη δομή του Τμήματος Δημόσιων Κατηγόρων υπάρχουν 4 θέσεις Ανώτερων Δημόσιων Κατηγόρων (Κλίμακα Α13), 13 θέσεις Δημόσιων Κατήγορων A΄ (Κλίμακα Α11) και 21 θέσεις Δημόσιων Κατηγόρων (Συνδυασμένες Κλίμακες Α8-10-11), σύνολο δηλαδή 38 άτομα μόνιμο προσωπικό. Οι αναφερόμενες κλίμακες συνιστούν άνιση μεταχείριση των Δημόσιων Κατηγόρων συγκριτικά με τους Δικηγόρους της Δημοκρατίας, οι οποίοι ανέρχονται σε συνολικά 122 άτομα μόνιμο προσωπικό. Συγκεκριμένα, οι κλίμακες εισδοχής των Δικηγόρων της Δημοκρατίας ξεκινούν από τις Συνδυασμένες Κλίμακες Α9-11-12 και οι κλίμακες προαγωγής τους έχουν εξομοιωθεί με αυτές των Επαρχιακών Δικαστών στη βάση των συστάσεων της GRECO, οι οποίες όμως συστάσεις αφορούσαν αποκλειστικά τους Δημόσιους Κατηγόρους. Δηλαδή, οι εν λόγω κλίμακες προαγωγής των Δικηγόρων της Δημοκρατίας έχουν αναθεωρηθεί ως ακολούθως: Δικηγόροι της Δημοκρατίας Δ΄ από την Κλίμακα Α13 στην Α16, Ανώτεροι Δικηγόροι της Δημοκρατίας από τις κλίμακες Α15 και Α16 στον πάγιο μισθό των €92.858 και Εισαγγελείς της Δημοκρατίας από την κλίμακα Α16 στον πάγιο μισθό των €96.665. Είναι δε προφανές ότι οι υφιστάμενες κλίμακες των δημόσιων κατηγόρων δεν παρέχουν μισθούς και προοπτικές ανέλιξης που να αρμόζουν στο λειτούργημα που επιτελούν. Δεν νοείται το κράτος να έχει τόσες απαιτήσεις από τους δημόσιους κατήγορους, να τους θεωρεί “Δημόσιες Αρχές, οι οποίες ενεργούν για λογαριασμό της κοινωνίας και για το Δημόσιο Συμφέρον”, ενώ το κράτος να είναι αβάσιμα, ανεπίτρεπτα και αποθαρρυντικά φειδωλό στους μισθούς και την αναβάθμιση των δημόσιων κατηγόρων».

Πηγή: Philenews

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε

Avatar photo

Published

on

Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.

Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.

Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.

Αφορά το 2028.

Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του

Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.

Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.

Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.

Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.

Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου

Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.

Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.

Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.

Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:

Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.

Και το ΑΚΕΛ;

Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.

Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.

Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.

Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.

Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.

Οι διορισμοί ήταν η αφορμή

Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.

ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.

Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.

Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.

Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.

Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο

Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.

Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.

Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.

Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.

Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.

Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.

Continue Reading

Off the Record

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

Avatar photo

Published

on

Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.

Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.

Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.

Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;

Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.

Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες

Avatar photo

Published

on

της Κατερίνας Χατζηστυλλή* 

Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.

Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία

Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.

Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.

Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.

Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης

Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.

Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.

Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.

Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή

Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.

Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.

Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις

Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.

Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.

Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.

Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.

Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.

 

*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου

 

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia