Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Πώς οι «λαμπρατζιές» άνοιξαν ξανά τον φάκελο «νεανική παραβατικότητα»

Published

on

Η παραβατικότητα των νέων είναι ένα ζήτημα που απασχολεί την κυπριακή κοινωνία. Πού οφείλεται η έκρηξη που βιώνουμε τελευταία; Χειροπιαστό παράδειγμα είναι οι βανδαλισμοί το σαββατοκυρίακο του Πάσχα, μετά από τα οποία η Αστυνομία πέρασε χειροπέδες και σε ανηλίκους. Μάλιστα για την περίπτωση των βανδαλισμών σε σχολείο, κλήθηκε σε Αστυνομικό Σταθμό με τους γονείς του ανήλικος ηλικίας 10 ετών για να δώσει κατάθεση, ο οποίος φέρεται να εμπλέκεται στην υπόθεση. Υπενθυμίζεται ότι νεαροί συνελήφθησαν για σύγκρουση πέραν των 100 κουκουλοφόρων χούλιγκαν με αντιοχλαγωγική ομάδα της Αστυνομίας στον Ύψωνα, όπου πυρπόλησαν όχημα της Δύναμης, επίσης για προσπάθεια να καεί σπίτι ηλικιωμένου στο Κίτι, καθώς και για βανδαλισμούς σε δημοτικό σχολείο στα Λιβάδια (έκαψαν τραπέζια και παγκάκια στην αυλή του σχολείου και προκάλεσαν ζημιές σε αίθουσα διδασκαλίας). Την ίδια ώρα σημειώθηκαν περιστατικά βανδαλισμών από νέους και σε άλλες περιοχές, τα οποία δεν έτυχαν προβολής όπως τα πιο πάνω, διότι δεν ήταν της ίδιας έκτασης και έντασης.

«Είναι διαχρονικό το φαινόμενο των βανδαλισμών, δηλαδή της πρόκλησης σκόπιμης ζημιάς σε ξένη περιουσία από ομάδες ανηλίκων, ωστόσο από επιστημονικής άποψης, είτε η παραβατικότητα σημειώνεται μέσα στο σχολείο είτε έξω στην κοινότητα, φαίνεται να υπάρχει σήμερα μια σχετική αύξηση», δήλωσε στην «Κ» ο αναπληρωτής καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Παναγιώτης Σταυρινίδης. «Αυτό καταγράφεται από φορείς, όπως ερευνητικά εργαστήρια, τα οποία διευθύνουμε σε διαφορα πανεπιστήμια, εικάζω – χωρίς να είμαι ο πλέον αρμόδιος – ότι μια αντίστοιχη αύξηση μπορεί να παρατηρείται και στις καταγραφές των θεσμικών φορέων, όπως είναι, είτε το Υπουργείο Δικαιοσύνης, είτε σε ό,τι αφορά τα σχολεία το Παρατηρητήριο για τη βία του Υπουργείου Παιδείας. Είναι όμως, ένα υπαρκτό φαινόμενο στην Κύπρο, και είναι ανησυχητικό», πρόσθεσε.

«Είναι διαχρονικό το φαινόμενο των βανδαλισμών, δηλαδή της πρόκλησης σκόπιμης ζημιάς σε ξένη περιουσία από ομάδες ανηλίκων, ωστόσο από επιστημονικής άποψης, είτε η παραβατικότητα σημειώνεται μέσα στο σχολείο είτε έξω στην κοινότητα, φαίνεται να υπάρχει σήμερα μια σχετική αύξηση», ανάφερε στην «Κ» ο αναπληρωτής καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Παναγιώτης Σταυρινίδης. Φωτογραφία αρχείου.

Η επίδειξη δύναμης και οι νεανικές συμμορίες

Από την πλευρά του, ο δήμαρχος Πάφου Φαίδωνας Φαίδωνος, μεταφέροντας την έκταση του προβλήματος σε δημόσιους χώρους ενός δήμου, μίλησε στην «Κ» για ένα φαινόμενο, το οποίο η Ευρώπη έζησε πριν από 20 – 30 χρόνια, κατά την περίοδο της μαζικής αστικοποίησης των πόλεων. Σημείωσε ότι τα τελευταία χρόνια έκανε την έμφάνισή του και στην Κύπρο, μέσα από γκράφιτι στους τοίχους και ζημιές, όταν πολλοί νεαροί καταστρέφουν δημόσια περιουσία σε μία επίδειξη δύναμης. Σύμφωνα με τον κ. Φαίδωνος, εμφανίστηκαν οι πρώτες νεανικές συμμορίες, οι οποίες ανταγωνίζονται στους βανδαλισμούς, στο να σπάσουν φώτα, στο να γράψουν στους τοίχους. Την ίδια ώρα τόνισε ότι αυτό το φαινόμενο ενισχύεται και από κάποιους οργανωμένους ή μη οπαδούς των μεγάλων κυπριακών και ελλαδικών ομάδων.

«Αυτό το φαινόμενο πρέπει να προβληματίσει πρώτα και πάνω απ’ όλα το Υπουργείο Παιδείας, και, κατά δεύτερον την Αστυνομία. Δεν είναι θέμα καταστολής, αλλά είναι θέμα παιδείας. Και πρέπει να προβληματιστούμε, διότι για αυτά τα φαινόμενα κάτι έγινε λάθος πριν από 10 – 15 χρόνια, για να εισπράξουμε και να ”θερίσουμε” αυτά τα αποτελέσματα σήμερα», ανάφερε ο δήμαρχος Πάφου.

Τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο των βανδαλισμών έκανε την έμφάνισή του και στην Κύπρο, μέσα από γκράφιτι στους τοίχους και ζημιές, όταν πολλοί νεαροί καταστρέφουν δημόσια περιουσία σε μία επίδειξη δύναμης, δήλωσε στην «Κ» ο δήμαρχος Πάφου, Φαίδωνας Φαίδωνος. Φωτογραφία αρχείου.

Συνδυασμός παραγόντων

Για τους παράγοντες εκείνους που οδηγούν τους εφήβους σε επεισόδια, όπως αυτά του Πάσχα, ο δρ Σταυρινίδης τόνισε ότι στις πιο πολλές περιπτώσεις νεαρών, η παραβατική συμπεριφορά ωθείται από έναν συνδυασμό παραγόντων. «Οι δικές μας οι έρευνες, δείχνουν ότι για πολύ λίγα περιστατικά μπορεί να απομονωθεί μόνο ένας παράγοντας και να πούμε, για παράδειγα, ότι ευθύνεται κάτι άσχημο, το οποίο συμβαίνει μέσα στο σπίτι ή ευθύνεται μία παθολογία η οποία βρίσκεται μέσα στο παιδί ή ευθύνονται οι συνομήλικοι και οι επιρροές που ασκούν προς τα παιδιά που γίνονται δράστες. Σπάνια απομονώνεται ένας μόνο παράγοντας από αυτούς. Τις πιο πολλές φορές βλέπουμε δυστυχώς μία ταυτόχρονη διασύνδεση πολλών παραγόντων επικινδυνότητας. Την ίδια στιγμή που ένα παιδί μπορεί να είναι επιρρεπές προς την παραβατική συμπεριφορά. Και τι εννοούμε να είναι επιρρεπές; Να έχει εμφανίσει πρότερη αντικοινωνική συμπεριφορά, να έχει προβλήματα διαγωγής, να είναι πολύ παρορμητικό, να έχει δυσκολίες ελέγχου της συμπεριφοράς. Όλα αυτά δημιουργούν ένα πλαίσιο επικινδυνότητας. Αν αυτά έρθουν τώρα και κουμπώσουν, μαζί με κάτι, το οποίο μπορεί να συμβαίνει μέσα στο σπίτι, όπως μία αναστάτωση ή μία μορφή βίας ή άλλη μορφή δημιουργίας στρες, και ταυτόχρονα το παιδί αρχίσει να κοινωνικοποιείται με άλλα παιδιά, τα οποία επίσης εμφανίζουν αντικοινωνικές συμπεριφορές, ο συνδυασμός αυτών των ταυτόχρονων παραγόντων είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσει κάποια παιδιά σε αντικοινωνικές πράξεις», σημείωσε.

Ο μηχανισμός της μίμησης στον διαδικτυακό κόσμο

Κληθείς να σχολιάσει εάν ένα φαινόμενο της εποχής μας, η ανάρτηση των βίντεο στο διαδίκτυο, συνέτεινε στην αύξηση του φαινομένου, ο δρ Σταυρινίδης σχολίασε:

«Πάντοτε και πριν από την ανάπτυξη της διαδικτυακής επαφής των ανηλίκων, υπήρχε ο μηχανισμός της μίμησης, δηλαδή του να παρατηρεί ένα παιδί κάτι, το οποίο κάνουν άλλα παιδια και στη συνέχεια να τα μιμείται. Αυτό που έχει αλλάξει σήμερα, είναι ότι η παρατήρηση δε γίνεται κατ’ ανάγκη στο φυσικό περιβάλλον, όπως είναι η αυλή ενός σχολείου ή η γειτονιά, αλλά γίνεται στις οθόνες και τον διαδικτυακό κόσμο. Αυτό μεγεθύνει το πλαίσιο, από το οποίο πολλά παιδιά αντλούν αντικοινωνικές παρατηρήσεις. Ιδιαίτερα δε, όταν αυτά τα διαβόητα βίντεο συνοδεύονται από επιφωνήματα χαράς και επιβράβευσης των παιδιών που κάνουν κάτι πολύ άσχημο. Τότε είναι πολύ εύκολο για κάποια επιρρεπή παιδιά, αυτό να θεωρηθεί ως κάτι, το οποίο πρέπει και τα ίδια να κάνουν. Με αυτό τον τρόπο, βλέπουμε να προβαίνουν σε αντικοινωνικές πράξεις για να αναρτήσουν και τα ίδια τα ‘‘επιτεύγματά’’ τους στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, να πάρουν την επιβράβευση από τους συνομήλικούς τους, να νιώσουν ηγετικές φιγούρες στην ομάδα των συνομηλίκων κι έτσι ο φυσικός κόσμος των προηγούμενων χρόνων αντικοινωνικής συμπεριφοράς, ‘‘εμπλουτίζεται’’ με την αντικοινωνικότητα της χρήσης του διαδικτύου».

Πηγή: Kathimerini

Off the Record

Τορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;

Avatar photo

Published

on

Ο διορισμός του Νίκου Τορναρίτη ως Ειδικού Πολιτικού Απεσταλμένου του Προέδρου για το Κυπριακό σε Ασία και Αφρική δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την εμπειρία που φέρνει μαζί του.

Δεκαετίες πολιτικής και κοινοβουλευτικής παρουσίας, μακρά ενασχόληση με το Κυπριακό και, κυρίως, ένα δίκτυο διεθνών επαφών που δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα, από πλευράς αξιοποίησης ανθρώπινου πολιτικού κεφαλαίου, η επιλογή έχει σαφή λογική.

Το παραπολιτικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.

Ο Νίκος Τορναρίτης δεν είναι απλώς ένας πρώην βουλευτής. Είναι ένα πρόσωπο με μακρά διαδρομή στον ΔΗΣΥ. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέγει ένα τέτοιο στέλεχος για μια αποστολή που συνδέεται άμεσα με την κορυφαία εθνική προτεραιότητα, το Κυπριακό.

Το ερώτημα λοιπόν μεταφέρεται στην Πινδάρου: πώς θα διαβαστεί η κίνηση;

Ως μια θεσμική επιλογή, όπου μπροστά στο Κυπριακό περισσεύουν οι κομματικές γραμμές; Ή ως ακόμη μία κίνηση Χριστοδουλίδη που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιεί πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του ΔΗΣΥ χωρίς να χρειάζεται πολιτική συμφωνία με την ηγεσία του κόμματος;

Η συγκυρία κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μόλις σήμερα ο Πρόεδρος επανήλθε δημόσια στις σχέσεις του με τον ΔΗΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπικό πρόβλημα με την ηγεσία ή στελέχη του κόμματος και θέτοντας το ερώτημα «πού διαφωνείτε;».

Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια με παραπολιτικό βάρος: τον Ιούλιο ο Τορναρίτης είχε διαψεύσει δημοσίευμα περί πρότασης για συμμετοχή του στο Υπουργικό, δηλώνοντας τότε ότι, εάν αποφάσιζε να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θα το έκανε δημόσια και με πλήρη διαφάνεια.

Δύο μήνες αργότερα, η πρόταση υπάρχει, είναι δημόσια και έγινε αποδεκτή.

Ο διορισμός, επομένως, μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: στο θεσμικό, ως αξιοποίηση ενός έμπειρου πολιτικού για το Κυπριακό· και στο πολιτικό, ως υπενθύμιση ότι τα στεγανά ανάμεσα στο Προεδρικό και τον συναγερμικό χώρο παραμένουν διαπερατά.

Και κάπου εδώ η μπάλα περνά στην Πινδάρου.

Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γιατί ο Χριστοδουλίδης επέλεξε τον Τορναρίτη.

Είναι τι θα πει τώρα ο ΔΗΣΥ για την επιλογή του.

–Sniper–

Continue Reading

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia