ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Rebranding αλλά με ποιους;
Είναι τα παραδοσιακά κόμματα σε μία πορεία διαρκούς φθοράς; Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, δεν άνοιξε μόνο τη συζήτηση για το κατά πόσο ο τραμπισμός θα καταστεί μεταδοτικός, αλλά εμπέδωσε τη γύμνια δύο κατά τα άλλα ισχυρών κομμάτων: την αποδυνάμωση του άλλοτε κραταιού Δημοκρατικού Κόμματος, αλλά και την άλωση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος από τον Ντόναλντ Τραμπ. Αυτή η υπαναχώρηση του δίπολου ανοίγει τη συζήτηση αν το υπάρχον κομματικό σύστημα ευρύτερα θα αντικατασταθεί από προσωπικότητες τύπου Τραμπ που παρουσιαζόμενες ως εκτός συστήματος θα ηγούνται χωρών και θα κατέχουν σημαντικά αξιώματα. Στην Κύπρο, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ δεν περίμεναν την εκλογή Τραμπ για να ανησυχήσουν, καθώς την πρώτη ψυχρολουσία την εισέπραξαν τον περασμένο Ιούνιο από την εκλογή και τη δυναμική του Φειδία Παναγιώτου. Το ερώτημα είναι πώς θα ανατρέψουν την καθοδική πορεία των εκλογικών ποσοστών τους ή αν θα αποδεχτούν πως η απαξίωση είναι πλέον εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Ήδη, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ προχωρούν σε εσωτερικές αλλαγές, διακηρύσσουν την ανανέωση μέσω του περιορισμού θητειών σε αξιωματούχους. Αυτό που αντιμετωπίζουν και οι δύο είναι:
Στον ΔΗΣΥ υπάρχει το παράδοξο μη εξαίρεσης από τον περιορισμό θητειών ακόμη και της προέδρου του ΔΗΣΥ.
• Την επί του παρόντος αδιαφορία προσωπικοτήτων με έρεισμα να έρθουν κοντά.
• Την απουσία στελεχιακού προσωπικού που θα αντικαταστήσει επαρκώς αυτούς που φεύγουν.
• Τους μιμητές Τραμπ-Φειδία, οι οποίοι είτε θα διεκδικήσουν μέσω κόμματος είτε εκτός προκαλώντας και στις δύο περιπτώσεις προβλήματα στο εσωτερικό τους.
Οι κενές θέσεις και η Πινδάρου

Την εβδομάδα που πέρασε, ο αναπληρωτής πρόεδρος του ΔΗΣΥ Ευθύμιος Δίπλαρος εξέδιδε ανακοίνωση όπου δημοσιοποιούσε την απόφασή του να μην επαναδιεκδικήσει έδρα στη Βουλή. Η κίνησή του δεν ήταν καθόλου αψυχολόγητη, αν ληφθεί υπόψη πως τους τελευταίους μήνες συζητείται εντόνως η καταστατική πρόνοια του ΔΗΣΥ, η οποία θέτει όριο τριών θητειών σε αξιωματούχους. Η απόφαση αυτή λήφθηκε το 2018, κατά την οποία ελάχιστα στελέχη διαφώνησαν, ωστόσο σήμερα προκαλεί εσωστρέφεια. Δεν είναι μόνο ότι επηρεαζόμενα στελέχη αντιδρούν εντόνως, αλλά και το γεγονός ότι η απουσία κάποιων εξ αυτών από το ψηφοδέλτιο ενδεχομένως να στοιχίσει ψήφους σε μία κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση.
Χωρίς αντικαταστάτες
Από την πρόνοια, εκτός του Ευθύμιου Δίπλαρου στη Λεμεσό, επηρεάζονται ο Αβέρωφ Νεοφύτου και ο Νίκος Τορναρίτης, οι οποίοι δεν ήθελαν να επαναδιεκδικήσουν ούτως ή άλλως, στην επαρχία Λευκωσίας, ο Κυριάκος Χατζηγιάννης στην επαρχία Αμμοχώστου και ο Μάριος Μαυρίδης στην επαρχία Κερύνειας. Αξίζει να σημειωθεί πως υπάρχουν και άλλα στελέχη που ενώ δεν επηρεάζονται έχουν αποφασίσει να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους στη Βουλή, όπως ο Χάρης Γεωργιάδης στη Λευκωσία και ο Ονούφριος Κουλά στην επαρχία Αμμοχώστου. Αυτό από μόνο του προκαλεί ανησυχία εντός του ΔΗΣΥ, όχι μόνο γιατί χάνει μία σειρά στελεχών με πολιτικό βάρος και συγκεκριμένο ακροατήριο, αλλά και γιατί δεν έχει βρει ακόμα εκείνα τα πρόσωπα που να καλύψουν εκλογικά το κενό τους. Η επαρχία που προκαλεί σοβαρές ανησυχίες είναι αυτή της Αμμοχώστου με την αποχώρηση των Κουλά – Χατζηγιάννη, αλλά και εξαιτίας του σοβαρού προβλήματος διαρροής ψηφοφόρων προς το ΕΛΑΜ. Σε ό,τι αφορά τη Λευκωσία υπάρχει βεβαίως και μία άλλη ανάγνωση. Πως το γεγονός ότι φεύγουν πρόσωπα που κλείδωναν έδρα θα λειτουργήσει ως προτροπή για να διεκδικήσουν άλλες προσωπικότητες με κύκλο και ακροατήριο που μέχρι τώρα δίσταζαν. Δεδομένη πάντως θεωρείται η υποψηφιότητα του αντιδημάρχου Αγλαντζιάς Ανδρέα Κωνσταντίνου, ο οποίος ξεκίνησε ήδη προεκλογικό, ενώ πολύ πιθανή θεωρείται και η υποψηφιότητα της πρώην υπουργού Δικαιοσύνης Άννας Κουκκίδου, η οποία πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι βρίσκεται στην ομάδα Κυπριακού του ΔΗΣΥ. Στον ΔΗΣΥ δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο τελικώς και η Αννίτα Δημητρίου να διεκδικήσει στη Λάρνακα, έστω κι αν προς το παρόν το αποκλείει, για να ανοίξει τον δρόμο σε στελέχη στη Λάρνακα.
Το μέλλον του Ευθύμιου
Το μεγάλο ενδιαφέρον που προκύπτει από την εν λόγω πρόνοια είναι το επόμενο βήμα του Ευθύμιου Δίπλαρου. Δεν είναι λίγα τα στελέχη που θεωρούν πως ο ίδιος τελικώς θα διεκδικήσει, καθώς η Πινδάρου θα βρεθεί υπό πίεση. Υπάρχουν ωστόσο και εκείνοι που είδαν την ανακοίνωση Δίπλαρου ως κατεξοχήν πολιτική, η οποία άνοιξε τον δρόμο για τα επόμενα πολιτικά του βήματα και συγκεκριμένα την προεδρία του ΔΗΣΥ. Ο ίδιος ξεκαθάρισε πως θα συνεχίσει να πολιτεύεται, ασχέτως ότι δεν θα μπορεί να διεκδικήσει, και σύμφωνα με στελέχη του κόμματος, δεν είναι ένας αναπληρωτής πρόεδρος παρατημένος και σε διαδικασία αφυπηρέτησης. Αντιθέτως, βρίσκεται σε εκδηλώσεις και κυρίως δημιουργεί δίκτυο με κομματικούς αξιωματούχους και άλλα στελέχη.
Ο τρόπος βεβαίως για να διεκδικήσει την προεδρία είναι πολύ συγκεκριμένος. Θα πρέπει να αμφισβητήσει την Αννίτα Δημητρίου το 2026 και αυτό μπορεί να γίνει μόνο εάν το κόμμα –στο οποίο βάσει καταστατικού ως αναπληρωτής πρόεδρος ηγείται του προεκλογικού– οδηγηθεί σε ήττα ή σοβαρή μείωση ποσοστών. Το άλλο σενάριο είναι αν θα αναμένει μέχρι το 2028, στηρίζοντας την Αννίτα Δημητρίου για την προεδρία της Δημοκρατίας και ελπίζοντας πως έτσι θα λάβει το δακτυλίδι για την προεδρία του κόμματος.
Το παράδοξο
Ήδη, κομματικά στελέχη αναφέρουν πως ως θέση αρχής ο περιορισμός θητειών είναι σωστός καθώς οδηγεί στην ανανέωση και τη μη δημιουργία κατεστημένων, ωστόσο από αυτό θα έπρεπε να είχαν εξαιρέσει την ηγεσία του κόμματος, καθώς παραδόξως από την πρόνοια δεν εξαιρείται ούτε η πρόεδρος του κόμματος. Σε πρόσφατη σύσκεψη, η Αννίτα Δημητρίου είχε προτείνει την εξαίρεση της ηγεσίας αφενός φωτογραφίζοντας τον Ευθύμιο Δίπλαρο και αφετέρου θέλοντας έτσι να δημιουργήσει ενδιαφέρον σε επηρεαζόμενους βουλευτές να διεκδικήσουν την κενή από την αποχώρηση Πελεκάνου θέση του αντιπροέδρου. Όπως σημειώνεται, αυτή η θέση δεν φαίνεται να προκαλεί ενδιαφέρον σε στελέχη και με αυτό τον τρόπο ίσως να μπορούσαν να διεκδικήσουν είτε ο Κυριάκος Χατζηγιάννης, είτε ο Μάριος Μαυρίδης επαναδιεκδικώντας έτσι υποψηφιότητα στη Βουλή. Στην περίπτωσή του πάντως ο κ. Δίπλαρος ξεκαθάρισε στην εκπομπή «Διασπορά Ειδήσεων» και στην Οριάνα Παπαντωνίου ότι δεν ήθελε να παρουσιαστεί πως η πρόεδρος του κόμματος τού κάνει χάρη, όπως είχε αρχίσει ήδη να διαρρέεται σε δημοσιεύματα. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεσμεύτηκε πως δεν θα διεκδικήσει το 2026, χωρίς ωστόσο να κρύβει τη διαφωνία του για την εν λόγω πρόνοια.
Ήδη, πάντως, στα κομματικά πηγαδάκια υπάρχει έντονη δυσφορία, όχι μόνο για την πρόωρη συζήτηση των βουλευτικών εκλογών που έχει ήδη προκαλέσει εσωστρέφεια, αλλά κυρίως για τη συζήτηση των προεδρικών εκλογών του 2028. Δεν είναι μόνο η Αννίτα Δημητρίου και ο Αβέρωφ Νεοφύτου που φαίνεται να ενδιαφέρονται, αλλά στο κάδρο μπαίνει πλέον δυναμικά και ο δήμαρχος Πάφου, Φαίδωνας Φαίδωνος.
Οι εξαιρέσεις και τα νέα πρόσωπα

Ο Στέφανος Στεφάνου είχε προαναγγείλει με την εκλογή του στο πηδάλιο του κόμματος σημαντικές αλλαγές. Το κατά πόσο αυτές θα έχουν αντίκτυπο είναι ένα ζήτημα που συζητείται. Αλλαγές οι οποίες θα άνοιγαν την πόρτα του κόμματος σε ένα ευρύτερο ακροατήριο της κεντροαριστεράς, θα προσέλκυαν την ίδια στιγμή προοδευτικούς ψηφοφόρους και κυρίως θα έδιναν το στίγμα του εκσυγχρονισμού. Η αλλαγή των Νέων Δυνάμεων σε Κοινωνική Συμμαχία, προς το παρόν δεν είχε την απήχηση που ανέμεναν, τόσο σε στελεχιακό προσωπικό όσο και επικοινωνιακά στον κόσμο. Όμως και οι υπόλοιπες αλλαγές έχουν προκαλέσει εσωστρέφεια για τη διαχείρισή τους. Οι αλλαγές που τελικώς επιτεύχθηκαν αφορούν στον τρόπο εκλογής του γ.γ. του ΑΚΕΛ από το Συνέδριο αντί της Κεντρικής Επιτροπής, τη μείωση του έμμισθου μηχανισμού σε συλλογικά σώματα στο 60%, το ασυμβίβαστο των αξιωμάτων του Κεντρικού Οργανωτικού, Επαρχιακού και Επαρχιακού Οργανωτικού Γραμματέα με τα δημόσια αξιώματα και βεβαίως ο περιορισμός θητειών βουλευτών από τρεις σε δύο.
Ένα δύσκολο προηγούμενο
Ο περιορισμός θητειών είναι κάτι που προβληματίζει ιδιαίτερα και προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις, όταν ο Στέφανος Στεφάνου φωτογραφικά άνοιξε ζήτημα εξαίρεσης από την πρόνοια δύο στελεχών. Αν και πλέον η Εζεκία Παπαϊωάννου αναδιπλώνεται λόγω των αντιδράσεων που προκλήθηκαν, η εν λόγω πρόνοια αφορά τους Γιώργο Λουκαΐδη και Άριστο Δαμιανού. Η εξήγηση είναι πως έτσι θα διασφαλιστεί η πολιτική συνέχεια του κόμματος. Το ερώτημα είναι για ποιο λόγο αυτό δεν διασφαλίζεται από τον γ.γ. του ΑΚΕΛ Στέφανο Στεφάνου, ο οποίος θα παραμείνει στη Βουλή και κυρίως για ποιο λόγο το κόμμα δεν έκανε τις ανάλογες ενέργειες μέχρι σήμερα για να υπάρξει μία ομαλή συνέχεια που δεν θα επιτρέπει εξαιρέσεις και παραθυράκια. Η εν λόγω εξαίρεση βεβαίως δεν δημιουργεί μόνο προηγούμενο, αλλά και ενόχληση σε στελέχη που ενώ είναι ιδιαίτερα ενεργά και κομματικά πειθαρχημένα δεν λαμβάνουν τέτοιου είδους μεταχείρισης. Στη νέα Βουλή δεν θα επαναδιεκδικήσουν οι Άντρος Κυπριανού στη Λευκωσία, Αντρέας Καυκαλιάς και Κώστας Κώστα στη Λεμεσό, ενώ ενδέχεται να μείνει εκτός και ο Γιαννάκης Γαβριήλ στην Αμμόχωστο λόγω των δυόμισι θητειών που έκανε. Το μεγάλο κεφάλαιο, ωστόσο, είναι η μη επαναδιεκδίκηση από την Ειρήνη Χαραλαμπίδου. Με δεδομένο ότι η ίδια έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν κλείνει ο πολιτικός της κύκλος σε συνδυασμό με τη δημοτικότητά της, υπάρχουν οι σκέψεις για το πόσο θα στοιχίσει στο κόμμα η αποχώρησή της από το ψηφοδέλτιο. Άλλωστε το κόμμα δεν έχει επί του παρόντος βρει αντίστοιχο –σε δημοτικότητα– πρόσωπο να την αντικαταστήσει. Και εδώ μπαίνει το πρόβλημα της Κοινωνικής Συμμαχίας που αυτή τη στιγμή πέραν του Ανδρέα Ασσιώτη και της Μέλανης Στέλιου δεν έχει καταφέρει να προσελκύσει προσωπικότητες που θα φέρνουν μαζί τους ένα ευρύτερο ακροατήριο. Μία περίπτωση αποτελούσε η Άννα Θεολόγου, η οποία προκαλούσε αντιδράσεις για τις αντιφατικές με το κόμμα θέσεις της, όμως όπως σημειώνεται από στελέχη είναι πολύ πιθανό να μη διεκδικήσει στις επικείμενες εκλογές.
Στο ΑΚΕΛ θα πρέπει την ίδια στιγμή να αντιμετωπίσουν και την εκ των έσω δυσφορία από τις νέες εξελίξεις, καθώς πρόσωπα του κομματικού μηχανισμού αποκλείονται βάσει ασυμβίβαστου. Οι επαρχιακοί γραμματείς, για παράδειγμα, βάσει καταστατικού δεν θα διεκδικήσουν θέση στο ψηφοδέλτιο. Το πρόσωπο που επηρεάζεται άμεσα από κάτι τέτοιο είναι ο βουλευτής Κερύνειας Χρίστος Χριστόφιας που είναι ήδη επαρχιακός γραμματέας Λευκωσίας – Κερύνειας. Όπως λέγεται, ο ίδιος ως πειθαρχημένος κομματικός θα επιλέξει να παραμείνει στη θέση επαρχιακού γραμματέα –είναι μία θέση που αποτελούσε τον πρόδρομο για τη θέση του γενικού γραμματέα– και δεν θα διεκδικήσει έδρα το 2026. Στο κόμμα αναμένονται και άλλες εξελίξεις και ανακατατάξεις, καθώς επαρχιακοί γραμματείς, στην Αμμόχωστο ο Χρύσανθος Ζαννέτος και στην Πάφο ο Ανδρέας Φακοντής, αναμένεται να αποχωρήσουν το επόμενο διάστημα.
Όλη αυτή βεβαίως η συζήτηση, τόσο για τον ΔΗΣΥ όσο και για το ΑΚΕΛ εγείρει το ερώτημα, αν τα δύο κόμματα που ορθώς επέλεξαν να προχωρήσουν σε εκσυγχρονισμό, έχουν κάνει ήδη τα αναγκαία βήματα. Αν δηλαδή ξεκίνησαν ήδη τη διαδικασία προσέλκυσης σημαντικών προσωπικοτήτων ή αν θα βρεθούν μπροστά σε δυσάρεστες εξελίξεις το επόμενο διάστημα, στη διαμόρφωση των ψηφοδελτίων τους.
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Τορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;
Ο διορισμός του Νίκου Τορναρίτη ως Ειδικού Πολιτικού Απεσταλμένου του Προέδρου για το Κυπριακό σε Ασία και Αφρική δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την εμπειρία που φέρνει μαζί του.
Δεκαετίες πολιτικής και κοινοβουλευτικής παρουσίας, μακρά ενασχόληση με το Κυπριακό και, κυρίως, ένα δίκτυο διεθνών επαφών που δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα, από πλευράς αξιοποίησης ανθρώπινου πολιτικού κεφαλαίου, η επιλογή έχει σαφή λογική.
Το παραπολιτικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.
Ο Νίκος Τορναρίτης δεν είναι απλώς ένας πρώην βουλευτής. Είναι ένα πρόσωπο με μακρά διαδρομή στον ΔΗΣΥ. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέγει ένα τέτοιο στέλεχος για μια αποστολή που συνδέεται άμεσα με την κορυφαία εθνική προτεραιότητα, το Κυπριακό.
Το ερώτημα λοιπόν μεταφέρεται στην Πινδάρου: πώς θα διαβαστεί η κίνηση;
Ως μια θεσμική επιλογή, όπου μπροστά στο Κυπριακό περισσεύουν οι κομματικές γραμμές; Ή ως ακόμη μία κίνηση Χριστοδουλίδη που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιεί πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του ΔΗΣΥ χωρίς να χρειάζεται πολιτική συμφωνία με την ηγεσία του κόμματος;
Η συγκυρία κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μόλις σήμερα ο Πρόεδρος επανήλθε δημόσια στις σχέσεις του με τον ΔΗΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπικό πρόβλημα με την ηγεσία ή στελέχη του κόμματος και θέτοντας το ερώτημα «πού διαφωνείτε;».
Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια με παραπολιτικό βάρος: τον Ιούλιο ο Τορναρίτης είχε διαψεύσει δημοσίευμα περί πρότασης για συμμετοχή του στο Υπουργικό, δηλώνοντας τότε ότι, εάν αποφάσιζε να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θα το έκανε δημόσια και με πλήρη διαφάνεια.
Δύο μήνες αργότερα, η πρόταση υπάρχει, είναι δημόσια και έγινε αποδεκτή.
Ο διορισμός, επομένως, μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: στο θεσμικό, ως αξιοποίηση ενός έμπειρου πολιτικού για το Κυπριακό· και στο πολιτικό, ως υπενθύμιση ότι τα στεγανά ανάμεσα στο Προεδρικό και τον συναγερμικό χώρο παραμένουν διαπερατά.
Και κάπου εδώ η μπάλα περνά στην Πινδάρου.
Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γιατί ο Χριστοδουλίδης επέλεξε τον Τορναρίτη.
Είναι τι θα πει τώρα ο ΔΗΣΥ για την επιλογή του.
–Sniper–
voulitv
Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

*by Euripides L. Evriviades
Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy
What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?
Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.
Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.
Consider the pieces.
Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.
Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.
No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.
Once seen, the pattern is difficult to unsee.
It did not begin with Trump
But this did not begin with Trump.
In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.
The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.
This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.
America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.
The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.
American leadership worked because others had a stake in the system too.
The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.
Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.
Then look east.
Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.
Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.
Power beyond the battlefield
Twenty-first-century power extends beyond geography.
Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.
And above all, the dollar.
After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.
The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.
Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.
The pieces begin to connect.
The pieces begin to connect
Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.
Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.
None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.
Grand strategy does not require choreography.
Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.
The price of primacy
But therein lies the paradox.
American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.
Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.
Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.
As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.
Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.
Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.
The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.
The danger lies elsewhere.
The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.
America may win many of the transactions.
The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.
*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.
Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency
Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;
Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.
Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.
Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.
Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.
Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.
Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.
Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.
Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.
Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.
Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.
Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.
Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.
Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.
Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.
Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.
Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.
Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.
Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.
Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.
Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.
Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.
Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.
Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.
Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.
-
Off the Record3 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: Ορμώμενος εξ Αργάκας, ξανακτυπά
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή4 weeks agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
-
Off the Record3 weeks agoΔΗΣΥ: Η Αννίτα λέει «όχι», ο Αβέρωφ «ίσως» και ο Παμπορίδης… σιωπά
-
Off the Record2 weeks agoΠερί Προεδρικής λιμουζίνας
-
Off the Record1 month agoΓκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος
-
Off the Record1 month agoΠολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ4 weeks agoMecca and the new Middle East: what it means for Cyprus
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 weeks agoΤο νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
-
voulitv6 days agoΧριστοδουλίδης 2028: Χρειάζεται το ΕΛΑΜ, αλλά πόσο κοντά το αντέχει;






