ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Τα τρία δώρα των ΗΠΑ στην Κύπρο και η χρονική στιγμή
Σε ένα επιπλέον βήμα προχωρά η διμερής στρατηγική συνεργασία μεταξύ Κύπρου και ΗΠΑ, μετά την προεδρική διακήρυξη του Προέδρου των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, για προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στα προγράμματα Διεθνών Πωλήσεων Στρατιωτικού Υλικού (Foreign Military Sales), Παροχής Πλεονάζοντος Αμυντικού Υλικού (Excess Defense Articles) και Τίτλου 10 για παροχή εκπαίδευσης και εξοπλισμού στις εθνικές δυνάμεις ασφαλείας ξένων χωρών (Title 10 security assistance program). Τα δύο πρώτα είναι καθαρά εξοπλιστικού χαρακτήρα, ενώ το τρίτο είναι πρόγραμμα ειδικού σκοπού, παρέχοντας εκπαίδευση και υλικό, κυρίως όσον αφορά την ασφάλεια χερσαίων και θαλάσσιων συνόρων και την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Την εξέλιξη αυτή, που ανακοινώθηκε το βράδυ της Δευτέρας, την περίμενε εδώ και μέρες η Λευκωσία. Είναι ένα θέμα, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης στο πλαίσιο του Στρατηγικού Διαλόγου Κύπρου – ΗΠΑ και ακολούθως ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης το έθεσε στον Πρόεδρο Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο τον περασμένο Οκτώβριο. Για τη Λευκωσία η απόφαση αυτή έχει άμεσο αντίκτυπο στην αμυντική ενίσχυση της Κύπρου και τον εκσυγχρονισμό της Εθνικής Φρουράς, ενώ παράλληλα ενισχύεται η σχέση της Εθνικής Φρουράς με τα στρατιωτικά συστήματα των ΗΠΑ. Την ίδια ώρα βλέπει να εκπέμπονται σημαντικά πολιτικά μηνύματα, δηλαδή την επιβεβαίωση και εμβάθυνση της στρατηγικής συνεργασίας των δύο χωρών.
Τι περιλαμβάνουν τα τρία προγράμματα
Ειδικότερα το προεδρικό διάταγμα Μπάιντεν προβλέπει τη δυνατότητα προμήθειας αμυντικού υλικού, είτε δωρεάν είτε σε ιδιαίτερα χαμηλό κόστος, απευθείας από την αμερικανική κυβέρνηση και επίσης πρόσβαση σε απόκτηση υλικών από πλεονάζοντα αποθέματα των ΗΠΑ, ενώ τα προγράμματα εκπαίδευσης και υποστήριξης ικανοτήτων (Title 10) ενισχύουν την επιχειρησιακή ετοιμότητα για τη διαχείριση θαλάσσιων και χερσαίων συνόρων.
1. Foreign Military Sales (FMS)
- Είναι ένα πρόγραμμα αγοράς εξοπλισμού που επιτρέπει στις αμερικάνικες αρχές να πωλούν αμυντικό εξοπλισμό σε ξένες κυβερνήσεις, όταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ θεωρεί ότι με αυτό τον τρόπο εξυπηρετούνται τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ.
- Μέσω του FMS η προμήθεια διεξάγεται απευθείας μεταξύ της κυβέρνησης των ΗΠΑ και του άλλου κράτους, της Κυπριακής Δημοκρατίας σε αυτή την περίπτωση.
- Με τη συμμετοχή στο FMS πρόγραμμα η Κυπριακή Δημοκρατία θα έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες που μπορούν να μειώσουν το κόστος, ενώ διευκολύνεται σε μεγάλο βαθμό η συνέχεια των σχέσεων συνεργασίας και κοινών ασκήσεων με τις ΗΠΑ, στα πλαίσια αγοράς συστήματος, ενισχύοντας έτσι σημαντικά και την πτυχή της διαλειτουργικότητας.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές τα πλεονεκτήματα της συμμετοχής σε αυτό το πρόγραμμα είναι τα εξής:
- Πολύ πιο γρήγορη διαδικασία παρά αν η προμήθεια γινόταν μέσω ιδιωτικής εταιρείας.
- Απόκτηση υλικού πιο φτηνά παρά αν αγοράζονταν μέσω ιδιωτικής εταιρείας – είναι προφανές ότι ΗΠΑ είναι σε θέση να προμηθεύονται στρατιωτικό υλικό σε πολύ καλύτερες τιμές από τις ιδιωτικές εταιρείες που το παράγουν.
- Πρόσβαση σε υλικό που χαρακτηρίζεται ως FMS-only, δηλαδή μπορεί να αποκτηθεί μόνο μέσω αυτού του προγράμματος και που υπό άλλες συνθήκες οι εταιρείες δεν διαθέτουν προς πώληση σε άλλη χώρα εκτός των ΗΠΑ.
- Αναβάθμιση και ενίσχυση συμβατότητας αμυντικής συνεργασίας ΚΔ – ΗΠΑ για την πραγματοποίηση κοινών ασκήσεων με την απόκτηση υλικού μέσω του συγκεκριμένου προγράμματος.
- Η συντήρηση και η εκπαίδευση αυτών των συστημάτων θα γίνεται επίσης απευθείας μέσω της κυβέρνησης των ΗΠΑ και πάλι σε πιο χαμηλό κόστος αλλά και σε υψηλό επίπεδο παρεχόμενων υπηρεσιών.
Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι τέτοιου είδους ρυθμίσεις, που προνοούν την απευθείας αγορά στρατιωτικού υλικού από μία κυβέρνηση, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συμφωνήσει μέχρι σήμερα μόνο με τη Σερβία και το Ισραήλ. Με άλλες χώρες αυτό γίνεται σήμερα μέσω ιδιωτικών ή κρατικών εταιρειών.
Για τη Λευκωσία η απόφαση αυτή έχει άμεσο αντίκτυπο στην αμυντική ενίσχυση της Κύπρου και τον εκσυγχρονισμό της Εθνικής Φρουράς, ενώ παράλληλα ενισχύεται η σχέση της Εθνικής Φρουράς με τα στρατιωτικά συστήματα των ΗΠΑ.
2. Excess Defense Articles (EDA)
Είναι ένα πρόγραμμα παροχής αμυντικών εξοπλισμών από πλεονασματικό (excess) υλικό, δηλαδή υλικό που βρίσκεται ήδη σε χρήση από ΗΠΑ και μπορεί να προσφερθεί είτε ως δωρεά είτε σε πολύ χαμηλές τιμές στα κράτη που συμμετέχουν στο πρόγραμμα και που θεωρούνται σύμμαχοι και εταίροι των ΗΠΑ, ως μέσο στήριξης προγραμμάτων των εν λόγω χωρών ανανέωσης και εκσυγχρονισμού του εξοπλιστικού τους υλικού.
Διπλωματικές πηγές διευκρινισαν, για σκοπούς αποφυγής παρερμηνειών, ότι ο αμυντικός εξοπλισμός από πλεονασματικό (excess) υλικό, δεν αφορά πολεμικά πλοία ή πολεμικά αεροσκάφη, αλλά υπάρχει ένας συγκεκριμένος κατάλογος.
3. Title 10 security assistance program
Τα προγράμματα Title 10 ενισχύουν την υποστήριξη ικανοτήτων των χωρών που συμμετέχουν σε αυτά μέσω παροχής εκπαίδευσης και υλικού, κυρίως όσον αφορά ασφάλεια χερσαίων και θαλάσσιων συνόρων και αντιμετώπισης τρομοκρατίας. Ένα παράδειγμα εφαρμογής του εντοπίζεται σήμερα στην Καραϊβική και τη Λατινική Αμερική για την αντιμετώπιση της διακίνησης ναρκωτικών.
Η σύσφιγξη των κυπρο-αμερικανικών σχέσεων δημιουργούν τις προϋποθέσεις εκείνες που μπορούν να δώσουν λύσεις στα εξοπλιστικά.
Πώς προέκυψε αυτή η απόφαση των ΗΠΑ και γιατί τώρα
Είναι μία μορφή αναγνώρισης ενεργειών της Κύπρου το προηγούμενο διάστημα, τόνισαν διπλωματικές πηγές, παραθέτοντας μία σειρά από σταθμούς στην πορεία των σχέσεων ΗΠΑ – Κύπρου, στις οποίες οι ΗΠΑ να θέλουν να κτίσουν για το μέλλον:
- Στενή συνεργασία για την υλοποίηση της πρωτοβουλίας «Αμάλθεια» για την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα.
- Η Κυπριακή Δημοκρατία μέσω ενεργοποίησης του Σχεδίου «Εστία» λειτουργεί καταλυτικά ως προς την απομάκρυνση Αμερικανών πολιτών (και άλλων κρατών) από την περιοχή.
- Συνεργασία με το FBI για διερεύνηση παράκαμψης κυρώσεων και ξεπλύματος μαύρου χρήματος.
- Υπογραφή Στρατηγικού Διαλόγου ΗΠΑ – ΚΔ (η ΚΔ συμμετέχει σε αυτό το σχήμα στρατηγικής διμερούς συνεργασίας που οι ΗΠΑ διατηρούν με πολύ λίγα ανά το παγκόσμιο κράτη – η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων είναι μέλη του ΝΑΤΟ).
- Επίσημη πρόσκληση για συνάντηση του Προέδρου Χριστοδουλίδη με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ στον Λευκό Οίκο – για πρώτη από το 1996 Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας λαμβάνει πρόσκληση από τον Λευκό Οίκο για συνάντηση.
- Υπογραφή Νόμου Εθνικής Άμυνας (NDAA) για το έτος 2025, στις 23 Δεκεμβρίου 2024 από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, με τον οποίο προστέθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία στον κατάλογο χωρών που θα συμμετέχουν σε εκπαιδευτικά προγράμματα και πολυεθνικές ασκήσεις (στις οποίες συμμετέχουν οι ΗΠΑ) με στόχο τη βελτίωση της διαλειτουργικότητας (interoperability) και της συνεργασίας (η Κυπριακή Δημοκρατία είναι το μόνο κράτος που συμμετέχει σε αυτό τον κατάλογο χωρών και δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ ή/και του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη).
Η υλοποίηση
Το Υπουργείο Άμυνας της Κύπρου, μετά την ανακοίνωση των ΗΠΑ θα αξιολογήσει τις ανάγκες και ακολούθως η Κυπριακή Δημοκρατία θα αρχίσει να υποβάλλει λίστες στο State Department για έγκριση στρατιωτικού υλικού. Δεδομένου ότι υπάρχει μία πολυπλοκότητα στη συγκεκριμένη διαδικασία και η Κύπρος για πρώτη φορά θα συμμετέχει σε αυτή, υπάρχει αμερικανική δέσμευση για βοήθεια.
Σε σχέση με το πότε θα προμηθευτεί η Εθνική Φρουρά τους νέους εξοπλισμούς, αξίζει να σημειωθεί ότι για το 2025 ο προϋπολογισμός του Υπουργείου Άμυνας για νέους εξοπλισμους έχει ήδη εγκριθεί, ωστόσο, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, αν υπάρξουν ανάγκες για αγορές, θα αξιοποιηθούν οι συμπληρωματικοί προϋπολογισμοί, ειδάλλως οι νέες προμήθειες θα γίνουν το 2026.
Τι είναι η Προεδρική Διακήρυξη (Presidential Determination)
Eίναι μια επίσημη πράξη που εκδίδεται από τον εκάστοτε Πρόεδρο των ΗΠΑ, με την οποία λαμβάνεται μια συγκεκριμένη απόφαση ή διατυπώνεται μια πολιτική θέση για ζητήματα εθνικής σημασίας. Πρόκειται για εργαλείο της εκτελεστικής εξουσίας που επιτρέπει στον Πρόεδρο να κατευθύνει υπηρεσίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, να ερμηνεύσει νομοθετικές διατάξεις για την εφαρμογή πολιτικών ή να εγκρίνει συγκεκριμένες πράξεις που σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με την εξωτερική πολιτική, την αμυντική βοήθεια, τον έλεγχο εξοπλισμών ή την παροχή οικονομικής υποστήριξης σε τρίτες χώρες.
Όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ εκδίδει μια Προεδρική Διακήρυξη, ουσιαστικά καθορίζει τη στάση της αμερικανικής κυβέρνησης απέναντι σε ένα ζήτημα που επιλέγεται ως μείζονος ενδιαφέροντος. Η σχετική απόφαση δεσμεύει τα αρμόδια υπουργεία και τις υπηρεσίες, που στη συνέχεια εφαρμόζουν τις κατευθύνσεις ή τις ενέργειες που περιγράφονται στην προεδρική απόφαση.
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Τορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;
Ο διορισμός του Νίκου Τορναρίτη ως Ειδικού Πολιτικού Απεσταλμένου του Προέδρου για το Κυπριακό σε Ασία και Αφρική δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την εμπειρία που φέρνει μαζί του.
Δεκαετίες πολιτικής και κοινοβουλευτικής παρουσίας, μακρά ενασχόληση με το Κυπριακό και, κυρίως, ένα δίκτυο διεθνών επαφών που δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα, από πλευράς αξιοποίησης ανθρώπινου πολιτικού κεφαλαίου, η επιλογή έχει σαφή λογική.
Το παραπολιτικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.
Ο Νίκος Τορναρίτης δεν είναι απλώς ένας πρώην βουλευτής. Είναι ένα πρόσωπο με μακρά διαδρομή στον ΔΗΣΥ. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέγει ένα τέτοιο στέλεχος για μια αποστολή που συνδέεται άμεσα με την κορυφαία εθνική προτεραιότητα, το Κυπριακό.
Το ερώτημα λοιπόν μεταφέρεται στην Πινδάρου: πώς θα διαβαστεί η κίνηση;
Ως μια θεσμική επιλογή, όπου μπροστά στο Κυπριακό περισσεύουν οι κομματικές γραμμές; Ή ως ακόμη μία κίνηση Χριστοδουλίδη που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιεί πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του ΔΗΣΥ χωρίς να χρειάζεται πολιτική συμφωνία με την ηγεσία του κόμματος;
Η συγκυρία κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μόλις σήμερα ο Πρόεδρος επανήλθε δημόσια στις σχέσεις του με τον ΔΗΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπικό πρόβλημα με την ηγεσία ή στελέχη του κόμματος και θέτοντας το ερώτημα «πού διαφωνείτε;».
Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια με παραπολιτικό βάρος: τον Ιούλιο ο Τορναρίτης είχε διαψεύσει δημοσίευμα περί πρότασης για συμμετοχή του στο Υπουργικό, δηλώνοντας τότε ότι, εάν αποφάσιζε να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θα το έκανε δημόσια και με πλήρη διαφάνεια.
Δύο μήνες αργότερα, η πρόταση υπάρχει, είναι δημόσια και έγινε αποδεκτή.
Ο διορισμός, επομένως, μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: στο θεσμικό, ως αξιοποίηση ενός έμπειρου πολιτικού για το Κυπριακό· και στο πολιτικό, ως υπενθύμιση ότι τα στεγανά ανάμεσα στο Προεδρικό και τον συναγερμικό χώρο παραμένουν διαπερατά.
Και κάπου εδώ η μπάλα περνά στην Πινδάρου.
Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γιατί ο Χριστοδουλίδης επέλεξε τον Τορναρίτη.
Είναι τι θα πει τώρα ο ΔΗΣΥ για την επιλογή του.
–Sniper–
voulitv
Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

*by Euripides L. Evriviades
Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy
What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?
Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.
Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.
Consider the pieces.
Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.
Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.
No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.
Once seen, the pattern is difficult to unsee.
It did not begin with Trump
But this did not begin with Trump.
In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.
The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.
This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.
America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.
The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.
American leadership worked because others had a stake in the system too.
The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.
Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.
Then look east.
Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.
Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.
Power beyond the battlefield
Twenty-first-century power extends beyond geography.
Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.
And above all, the dollar.
After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.
The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.
Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.
The pieces begin to connect.
The pieces begin to connect
Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.
Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.
None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.
Grand strategy does not require choreography.
Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.
The price of primacy
But therein lies the paradox.
American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.
Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.
Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.
As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.
Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.
Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.
The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.
The danger lies elsewhere.
The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.
America may win many of the transactions.
The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.
*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.
Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency
Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;
Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.
Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.
Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.
Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.
Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.
Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.
Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.
Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.
Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.
Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.
Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.
Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.
Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.
Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.
Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.
Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.
Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.
Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.
Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.
Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.
Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.
Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.
Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.
Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.
-
Off the Record3 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: Ορμώμενος εξ Αργάκας, ξανακτυπά
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή4 weeks agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
-
Off the Record3 weeks agoΔΗΣΥ: Η Αννίτα λέει «όχι», ο Αβέρωφ «ίσως» και ο Παμπορίδης… σιωπά
-
Off the Record2 weeks agoΠερί Προεδρικής λιμουζίνας
-
Off the Record1 month agoΓκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος
-
Off the Record1 month agoΠολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ4 weeks agoMecca and the new Middle East: what it means for Cyprus
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 weeks agoΤο νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
-
voulitv6 days agoΧριστοδουλίδης 2028: Χρειάζεται το ΕΛΑΜ, αλλά πόσο κοντά το αντέχει;






