ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Θάνατος Ραϊσί: Δύσκολη καμπή για την Τεχεράνη
«Ο ιρανικός λαός δεν πρέπει να ανησυχεί. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα υπάρξει καμία αναστάτωση στη λειτουργία του κράτους». Αυτό ήταν το λακωνικό μήνυμα του Αγιατολάχ Χαμενεΐ προς το έθνος το βράδυ της Κυριακής, όταν είχε γίνει γνωστό ότι το ελικόπτερο που μετέφερε τον πρόεδρο Εμπραχίμ Ραϊσί, τον υπουργό Εξωτερικών Χοσεΐν Αμιραμπντολαχιάν και άλλους επτά αξιωματούχους είχε καταπέσει στην επαρχία του Ανατολικού Αζερμπαϊτζάν. Αμέσως μετά την επίσημη επιβεβαίωση του θανάτου τους, ο ανώτατος ηγέτης της Ισλαμικής Δημοκρατίας έσπευσε να διορίσει προσωρινό πρόεδρο τον μέχρι χθες πρώτο αντιπρόεδρο Μοχάμεντ Μοχμπέρ, με εντολή να οργανώσει προεδρικές εκλογές εντός 50 ημερών, όπως ορίζει το σύνταγμα.
Η προσπάθεια του καθεστώτος να δώσει μια αίσθηση κανονικότητας, παρά το αναπάντεχο πλήγμα, ήταν από την πρώτη στιγμή φανερή. Αλλωστε όλοι γνωρίζουν ότι ο τελευταίος λόγος για τα καίρια θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας ανήκει όχι στον πρόεδρο, που εκλέγεται από τον λαό, αλλά στον ανώτατο ηγέτη, που αναδεικνύεται από ένα αυστηρά ελεγχόμενο σώμα, τη Συνέλευση των Ειδικών. Ωστόσο ο θάνατος του Ραϊσί βρήκε το καθεστώς σε μια κρίσιμη καμπή, όπου αντιμετωπίζει καίριες εξωτερικές και εσωτερικές προκλήσεις, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην κούρσα για τη διαδοχή του.
Ακήρυκτος πόλεμος
Εχοντας εμπλακεί εδώ και χρόνια σε έναν ακήρυκτο πόλεμο χαμηλής έντασης με το Ισραήλ λόγω της υποστήριξης που παρέχει στη λιβανέζικη Χεζμπολάχ και την παλαιστινιακή Χαμάς, το Ιράν έφτασε ένα μόνο βήμα πριν από την ανοιχτή, μετωπική σύγκρουση τον περασμένο μήνα. Ρόλο πυροκροτητή έπαιξε η απόφαση του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου να βομβαρδίσει το προξενείο του Ιράν στη Δαμασκό, για να ακολουθήσει ένα πρωτοφανές, μετά τους αραβοϊσραηλινούς πολέμους, μπαράζ πυραύλων εναντίον του εβραϊκού κράτους, αυτή τη φορά από την Τεχεράνη και η περιορισμένης έκτασης ανταπάντηση του ισραηλινού στρατού.
Από τη στιγμή που εξελέγη πρόεδρος, τον Ιούνιο του 2021, ο Ραϊσί, εκπρόσωπος της πιο σκληροπυρηνικής πτέρυγας του καθεστώτος, ακολούθησε έντονα αντιαμερικανική και αντιδυτική γραμμή, επενδύοντας σε στρατηγικές συμφωνίες συνεργασίας με την Κίνα, στην οποία προσέφερε φτηνό πετρέλαιο αντί βιομηχανικών προϊόντων και επενδύσεων, αλλά και με τη Ρωσία. Τα φτηνά ιρανικά drones είναι πολύτιμη βοήθεια στον στρατό του Βλαντιμίρ Πούτιν, στον πόλεμο της Ουκρανίας.
Ο πρόεδρος και ο ΥΠΕΞ σκοτώθηκαν ενώ επέστρεφαν από το Αζερμπαϊτζάν, με το οποίο η Ισλαμική Δημοκρατία είχε έρθει σε σύγκρουση.
Ωστόσο ο Ραϊσί δεν στερούνταν πραγματισμού και ευελιξίας. Αποκατέστησε ομαλές σχέσεις με τον παραδοσιακό αντίπαλο του Ιράν στον Κόλπο, τη Σαουδική Αραβία, και οι δύο χώρες δρομολόγησαν την ταυτόχρονη ένταξή τους στην ομάδα των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική). Μόλις το περασμένο Σάββατο, οι New York Times αποκάλυψαν ότι ανώτεροι αξιωματούχοι των ΗΠΑ και του Ιράν συναντήθηκαν στο Ομάν για να ανιχνεύσουν τρόπους αποφυγής μιας κλιμάκωσης του πολέμου της Γάζας και επαναπροσέγγισης στο καίριο πρόβλημα του ιρανικού, πυρηνικού προγράμματος.
Η πτώση του μοιραίου ελικοπτέρου συνέβη ενώ ο Ραϊσί και η ακολουθία του επέστρεφαν από το γειτονικό Αζερμπαϊτζάν, όπου ο Ιρανός πρόεδρος εγκαινίασε φράγμα μαζί με τον Αζέρο ομόλογό του, Ιλχάμ Αλίεφ, κοντά στα σύνορα των δύο χωρών. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο γειτόνων ήταν από καιρό προβληματικές, καθώς το Ιράν κατηγορούσε το Αζερμπαϊτζάν ότι υποθάλπει αυτονομιστικές τάσεις της δικής του, αζερικής μειονότητας. Ωστόσο επιδεινώθηκαν επικίνδυνα πριν από ένα χρόνο λόγω των στενών δεσμών που ανέπτυξαν οι Αζέροι με το Ισραήλ, το οποίο τους βοήθησε στον πόλεμο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ και τους προσέφερε τη στήριξη του ισραηλινού λόμπι σε ΗΠΑ και Γαλλία, ως αντίβαρο στην ισχυρή παρουσία της αρμενικής διασποράς. Πάντως, ανώτατος Ισραηλινός αξιωματούχος έσπευσε να δηλώσει στο Reuters ότι η χώρα του δεν είχε καμία ανάμειξη στην πτώση του ελικοπτέρου, ενώ σε ταυτόσημη δήλωση προέβη ο Αμερικανός υπουργός Aμυνας Λόιντ Oστιν.
Στο εσωτερικό του Ιράν, ο Ραϊσί χρεώθηκε την άγρια καταστολή του μεγάλου γυναικείου και δημοκρατικού κινήματος που πυροδότησε η υπόθεση της 22χρονης Μαχσά Αμινί, η οποία πέθανε ενώ βρισκόταν υπό κράτηση γιατί δεν φορούσε την ισλαμική μαντίλα, τον Σεπτέμβριο του 2022. Κληρικός χωρίς χάρισμα επικοινωνίας με τον λαό, ο Ραϊσί υπήρξε προστατευόμενος του Χαμενεΐ, στον οποίο χρωστάει την ανάδειξή του στις εκλογές του 2021, αφού όλοι οι αξιόμαχοι υποψήφιοι όχι μόνο των μεταρρυθμιστών, αλλά και των μετριοπαθών, ακόμη και των συντηρητικών είχαν αποκλειστεί. Εκείνες οι εκλογές είχαν το χαμηλότερο ποσοστό προσέλευσης στην Ιστορία της Ισλαμικής Δημοκρατίας, γεγονός που κατέδειξε την αποξένωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού από το καθεστώς.
Με την υγεία του 85χρονου Χαμενεΐ ολοένα και περισσότερο ευάλωτη, ο Ραϊσί προέβαλλε ως ένας από τους επικρατέστερους διαδόχους του, αν όχι ο επικρατέστερος. Στα υπέρ του, πέρα από το μαύρο τουρμπάνι που φορούν όσοι κατάγονται από την οικογένεια του Μωάμεθ, μετρούσε και το γεγονός ότι από το 2006 ήταν συνέχεια μέλος της Συνέλευσης των Ειδικών, που εκλέγει και (υποτίθεται ότι) ελέγχει τον ανώτατο ηγέτη. Σε αυτό το φόντο, έχει μεγάλο ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε σε ποιους θα επιτρέψει το ιερατείο να ανταγωνιστούν για τη διαδοχή του Ραϊσί και τι πολιτικά χαρακτηριστικά θα τους συνοδεύουν.
Με τον πληθωρισμό να έχει εκτοξευθεί στο 40% και το ριάλ να χάνει μέσα σε λίγες εβδομάδες το 15% της αξίας του έναντι του δολαρίου, το ιρανικό καθεστώς έχει ισχυρούς λόγους να επιδιώξει μια κάποια εξομάλυνση των σχέσεών του με τη Δύση προκειμένου να καταπραΰνει την εσωτερική δυσαρέσκεια και να ενισχύσει τα στηρίγματά του. Απομένει να αποδειχθεί ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατό στη σκληρή πραγματικότητα που έχει δημιουργήσει ο πόλεμος της Γάζας, αυτή τη στιγμή το πρόβλημα των προβλημάτων στην ευρύτερη περιοχή.
Σι και Πούτιν έχασαν «έναν καλό φίλο»
Πενθήμερο πένθος κήρυξε ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ αλί Χαμενεΐ, για τον θάνατο του Εμπραχίμ Ραϊσί και των άλλων κρατικών αξιωματούχων. Οπαδοί του καθεστώτος γέμισαν χθες τα τζαμιά και τις πλατείες, προσευχόμενοι για τους νεκρούς, αλλά τα μαγαζιά έμειναν ανοιχτά και οι Αρχές δεν έδειξαν πρόθεση να διακόψουν τον ομαλό ρυθμό της καθημερινότητας.
Σε επιστολή του προς τον Χαμενεΐ, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έγραψε ότι ο ιρανικός λαός υπέστη «μια βαριά απώλεια» και ότι ο απελθών υπήρξε «πραγματικός φίλος» της Ρωσίας. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε ο Κινέζος ομόλογός του, Σι Τζινπίνγκ, τονίζοντας ότι ο κινεζικός λαός «έχασε έναν καλό φίλο». Τη «βαθιά του θλίψη» εξέφρασε ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι.
Από την πλευρά του, ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν χαρακτήρισε τον Ραϊσί «πολύτιμο συνάδελφο και αδελφό» και τόνισε ότι η Τουρκία «στέκεται στο πλευρό του Ιράν αυτές τις δύσκολες ώρες». Τριήμερο εθνικό πένθος κήρυξε ο Λίβανος, ενώ ο Σύρος πρόεδρος Μπασάρ αλ Ασαντ, ο οποίος έως έναν βαθμό χρωστάει την επιβίωσή του από τον συριακό εμφύλιο στην ιρανική υποστήριξη, εξέφρασε τα συλλυπητήριά του και την αλληλεγγύη του προς την Τεχεράνη. Ταυτόσημα ήταν τα μηνύματα της παλαιστινιακής Χαμάς και της Χεζμπολάχ του Λιβάνου.
Εντελώς διαφορετική, όπως θα περίμενε κανείς, ήταν η αντίδραση του Εθνικού Συμβουλίου Ιρανικής Αντίστασης, συνασπισμού οργανώσεων της εξόριστης ιρανικής αντιπολίτευσης. Η Μαριάμ Ρατζαβί, πρόεδρος του συμβουλίου, χαρακτήρισε τον θάνατο του Ραϊσί «μνημειώδες και ανεπανόρθωτο στρατηγικό πλήγμα κατά του ανώτατου ηγέτη των μουλάδων, του Αλί Χαμενεΐ και ολόκληρου του καθεστώτος, που είναι γνωστό για τις εκτελέσεις και τις σφαγές του».
Η οργάνωση της Ρατζαβί θεωρείται πολιτική βιτρίνα των «Μουτζαχεντίν του Λαού», οι οποίοι αρχικά στήριξαν την ισλαμική επανάσταση του 1979 και το καθεστώς του Αγιατολάχ Χομεϊνί, για να έρθουν σύντομα σε σύγκρουση μαζί του και να πολεμήσουν στο πλευρό του Σαντάμ Χουσεΐν στον οκταετή πόλεμο Ιράκ – Ιράν. Με τη λήξη του πολέμου ο Χομεϊνί διέταξε την εξόντωση των φυλακισμένων μουτζαχεντίν και ο εισαγγελέας, τότε, Ραϊσί έπαιξε δραστήριο ρόλο στην υλοποίηση της απόφασης.
Το ελικόπτερο που μετέφερε τον Ραϊσί, ένα αμερικανικό Bell 212 από την εποχή του σάχη, συνετρίβη υπό κάκιστες καιρικές συνθήκες, κυρίως λόγω πυκνής ομίχλης, στην περιοχή Βαζερκάν, βόρεια της Ταυρίδας. Εκτός από τον πρόεδρο Ραϊσί και τον υπουργό Εξωτερικών Αμπντολαχιάν, μετέφερε άλλα επτά άτομα, συμπεριλαμβανομένων του κυβερνήτη Ανατολικού Αζερμπαϊτζάν και ενός ιμάμη από την Ταυρίδα. Ολοι είχαν συνοδεύσει τον πρόεδρο στο ταξίδι του στο γειτονικό Αζερμπαϊτζάν για τα εγκαίνια φράγματος.
Καθήκοντα προσωρινού υπουργού Εξωτερικών, μέχρι την πραγματοποίηση των έκτακτων προεδρικών εκλογών που θα πραγματοποιηθούν στις 28 Ιουνίου και τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης, ανέλαβε ο μέχρι προχθές αναπληρωτής υπουργός Αλί Μπαγκερί Κανί. Οι υποψήφιοι που θα διεκδικήσουν το αξίωμα του προέδρου πρέπει να εγκριθούν από το Συμβούλιο των Φρουρών, του οποίου οι αποφάσεις επηρεάζονται άμεσα από το ανώτατο ιερατείο.
Πηγή: Kathimerini
Άρθρα Χάρη Θεραπή
Η Ευρώπη χάνει τον βηματισμό της: Τραμπ, πόλεμοι και εσωτερικές ρωγμές
του Χάρη Θεραπή
Από την ενεργειακή ανασφάλεια και τις κοινωνικές πιέσεις μέχρι τη γεωπολιτική αβεβαιότητα – Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε αποφάσεις που ίσως καθορίσουν όχι απλώς την οικονομία της, αλλά την ίδια τη θέση της στον νέο κόσμο
Η Ευρώπη βρίσκεται και πάλι ενώπιον ενός δύσκολου ερωτήματος: μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματική γεωπολιτική δύναμη ή θα συνεχίσει να αντιδρά στις αποφάσεις και στις κρίσεις που δημιουργούν άλλοι;
Η συζήτηση δεν είναι πλέον θεωρητική.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα εκρηκτικό μείγμα οικονομικών, κοινωνικών και γεωπολιτικών πιέσεων. Η ενεργειακή αβεβαιότητα επιστρέφει, οι διαφωνίες μεταξύ των «27» γίνονται εντονότερες, οι εθνικοί προϋπολογισμοί πιέζονται και οι κοινωνίες εμφανίζονται ολοένα λιγότερο πρόθυμες να αποδεχθούν νέες θυσίες.
Την ίδια ώρα, το διεθνές περιβάλλον αλλάζει με ταχύτητα που οι Βρυξέλλες δυσκολεύονται να ακολουθήσουν.
Από τη μία κρίση στην άλλη
Η Ευρώπη πέρασε τα τελευταία χρόνια από διαδοχικά σοκ: πανδημία, ενεργειακή κρίση, πόλεμος στην Ουκρανία, πληθωρισμός, μεταναστευτικές πιέσεις και ανατροπές στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις.
Τώρα βρίσκεται μπροστά σε μια νέα περίοδο αβεβαιότητας.
Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει άμεσα την ενεργειακή ασφάλεια, ενώ οι εξελίξεις στην Ουκρανία εξακολουθούν να απαιτούν σημαντικούς οικονομικούς και αμυντικούς πόρους.
Παράλληλα, οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται δεδομένες με τους όρους προηγούμενων δεκαετιών.
Και απέναντι στην Κίνα, η Ευρώπη εξακολουθεί να προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ οικονομικής συνεργασίας, εμπορικού ανταγωνισμού και στρατηγικής αυτονομίας.
Η ΕΕ καλείται, δηλαδή, να πληρώσει περισσότερο για την άμυνά της, περισσότερο για την ενέργειά της και περισσότερο για τη διατήρηση της οικονομικής της ανταγωνιστικότητας.
Το ερώτημα είναι ποιος τελικά θα πληρώσει τον λογαριασμό.
Οι κοινωνίες αρχίζουν να αντιδρούν
Εδώ βρίσκεται ίσως και η μεγαλύτερη πολιτική απειλή.
Οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουν ήδη βιώσει χρόνια αυξημένου κόστους ζωής, υψηλών τιμών ενέργειας, στεγαστικής πίεσης και συρρίκνωσης της πραγματικής αγοραστικής τους δύναμης.
Στη Γαλλία, οι δημοσιονομικές πιέσεις συνοδεύονται από κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις. Στην Ισπανία, το στεγαστικό εξελίσσεται σε μείζον κοινωνικό πρόβλημα. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, κυβερνήσεις καλούνται να βρουν χρήματα για άμυνα, ενεργειακή ασφάλεια, κοινωνική πολιτική και ανάπτυξη – όλα ταυτόχρονα.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η μεγάλη αντίφαση:
Οι Βρυξέλλες ζητούν περισσότερη Ευρώπη την ώρα που σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών κοινωνιών ζητά περισσότερες απαντήσεις για την καθημερινότητά του.
Βορράς και Νότος ξανά απέναντι;
Οι διαπραγματεύσεις για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και την ενέργεια επαναφέρουν γνώριμες αντιπαραθέσεις.
Οι χώρες που ζητούν μεγαλύτερη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση βρίσκονται απέναντι σε εκείνες που επιμένουν σε αυστηρότερη δημοσιονομική πειθαρχία.
Πίσω όμως από τους αριθμούς κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο πολιτικό ζήτημα:
Τι Ευρώπη θέλουν τελικά τα κράτη-μέλη;
Μια Ένωση που θα διαθέτει κοινή αμυντική πολιτική, ισχυρότερο προϋπολογισμό και μεγαλύτερη δυνατότητα παρέμβασης;
Ή μια Ευρώπη στην οποία τα κράτη θα εξακολουθούν να διατηρούν τον πρώτο και τελευταίο λόγο όταν φτάνει η στιγμή των δύσκολων αποφάσεων;
Η απάντηση παραμένει θολή.
Το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ηγεσίας
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.
Η σημερινή κρίση δεν είναι μόνο οικονομική ή γεωπολιτική. Είναι και κρίση πολιτικής ηγεσίας.
Η Ευρώπη έχει θεσμούς, οικονομική ισχύ και μια αγορά εκατοντάδων εκατομμυρίων πολιτών. Εκείνο που συχνά δυσκολεύεται να αποκτήσει είναι μία ενιαία στρατηγική φωνή.
Οι μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχουν διαφορετικές προτεραιότητες, διαφορετικές ιστορικές σχέσεις και διαφορετικές αντιλήψεις για την ασφάλεια.
Και όσο αυτές οι διαφορές παραμένουν, η περίφημη «στρατηγική αυτονομία» κινδυνεύει να παραμένει περισσότερο πολιτικό σύνθημα παρά πραγματικότητα.
Και η Κύπρος;
Για την Κύπρο αυτή η συζήτηση κάθε άλλο παρά μακρινή είναι.
Ως μικρό κράτος-μέλος στην ανατολικότερη πτέρυγα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε μια περιοχή με αυξημένη γεωπολιτική αστάθεια, η Λευκωσία έχει κάθε λόγο να επιθυμεί μια Ευρώπη με ισχυρότερη κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας.
Ταυτόχρονα, όμως, η ενεργειακή αβεβαιότητα, οι διεθνείς αναταράξεις και οι ευρωπαϊκές δημοσιονομικές αποφάσεις επηρεάζουν άμεσα μια μικρή και ανοικτή οικονομία όπως η κυπριακή.
Το πραγματικό ερώτημα επομένως δεν είναι εάν οι εξελίξεις στις Βρυξέλλες αφορούν την Κύπρο.
Είναι πόσο έτοιμη είναι η Κύπρος να διεκδικήσει ρόλο μέσα στην Ευρώπη που διαμορφώνεται.
Η ώρα των αποφάσεων
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποδείξει πολλές φορές ότι οι μεγάλες κρίσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως επιταχυντές της ενοποίησης.
Αυτή τη φορά, όμως, οι προκλήσεις έρχονται όλες μαζί.
Οικονομία. Ενέργεια. Άμυνα. Ουκρανία. Μέση Ανατολή. ΗΠΑ. Κίνα. Μετανάστευση. Κοινωνική συνοχή.
Και πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ένα ερώτημα που γίνεται ολοένα πιο δύσκολο να αποφευχθεί:
Θέλει η Ευρώπη να γίνει πραγματική δύναμη ή αρκείται να παραμείνει μια μεγάλη οικονομική αγορά σε έναν κόσμο όπου επιστρέφει η σκληρή πολιτική ισχύος;
Οι επόμενες αποφάσεις των «27» ίσως δώσουν την απάντηση.
Γιατί η Ευρώπη δεν βρίσκεται απλώς σε ακόμη μία κρίση.
Βρίσκεται μπροστά σε μια νέα δοκιμασία για το τι ακριβώς θέλει να είναι.
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΔΗΣΥ: Αβέρωφ ή Παμπορίδης; Επιστροφή ή αλλαγή σελίδας για το 2028
Δεν είναι απλώς μια εσωκομματική εκλογή. Είναι μια αναμέτρηση για το ποιος ΔΗΣΥ θα πάει στις Προεδρικές του 2028. Ο Αβέρωφ Νεοφύτου ζητά την πολιτική του επιστροφή. Ο Γιώργος Παμπορίδης επιχειρεί να εκφράσει την αλλαγή σελίδας. Και αυτή τη φορά, την απάντηση θα δώσει απευθείας η βάση.
Η μάχη άρχισε και επίσημα.
Αβέρωφ Νεοφύτου και Γιώργος Παμπορίδης πέρασαν τη Δευτέρα το κατώφλι της Πινδάρου και υπέβαλαν τις υποψηφιότητές τους για το χρίσμα του Δημοκρατικού Συναγερμού στις Προεδρικές Εκλογές του 2028.
Πίσω όμως από την τυπική διαδικασία κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο πολιτικό δίλημμα.
Επιστροφή Αβέρωφ ή αλλαγή σελίδας με Παμπορίδη;
Αυτό είναι, σε μεγάλο βαθμό, το ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν στις 28 Νοεμβρίου τα σχεδόν 50.000 μέλη του ΔΗΣΥ.
Και η απάντησή τους δεν θα καθορίσει μόνο ποιος θα είναι ο προεδρικός υποψήφιος της παράταξης. Θα δείξει προς ποια κατεύθυνση θέλει να κινηθεί ο ίδιος ο Συναγερμός μετά τις πληγές του 2023.
Αβέρωφ: «Επιστροφή στο σπίτι»
Ο Αβέρωφ Νεοφύτου μπήκε στην αναμέτρηση με ένα σαφές πλεονέκτημα: γνωρίζει τον ΔΗΣΥ όσο λίγοι.
Πρώην πρόεδρος του κόμματος, με πολυετή παρουσία στην πρώτη γραμμή, ισχυρές οργανωτικές διασυνδέσεις και βαθιά γνώση του κομματικού μηχανισμού, επιστρέφει για να ζητήσει από τη βάση μια δεύτερη ευκαιρία για τη μεγάλη μάχη.
Η εικόνα της υποψηφιότητάς του ήταν χαρακτηριστική.
Η αναφορά του στον ΔΗΣΥ ως το «σπίτι» και την «οικογένειά» του συμπύκνωσε ουσιαστικά ολόκληρο το πολιτικό αφήγημά του: επιστροφή στις ρίζες, εμπειρία, κομματική συνέχεια και επανασυσπείρωση.
Οι περισσότερες από 3.000 υπογραφές που συγκέντρωσε, όταν απαιτούνταν 500, αποτελούν παράλληλα σαφή επίδειξη οργανωτικής ισχύος.
Το μεγάλο ερώτημα, όμως, είναι άλλο:
Μπορεί η ισχυρή παρουσία του Αβέρωφ στον κομματικό μηχανισμό να μετατραπεί ξανά σε πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα;
Γιατί από τις Προεδρικές του 2023 μέχρι σήμερα έχουν αλλάξει πολλά.
Και η νέα κάλπη δεν αφορά μόνο την αποτίμηση του παρελθόντος, αλλά κυρίως το ποιος μπορεί να κερδίσει το 2028.
Παμπορίδης: Το στοίχημα της αλλαγής
Απέναντι στον Αβέρωφ βρίσκεται μια διαφορετική πολιτική πρόταση.
Ο Γιώργος Παμπορίδης δεν διαθέτει την ίδια διαδρομή στον κομματικό μηχανισμό. Διαθέτει, όμως, κυβερνητική εμπειρία και επιχειρεί να παρουσιάσει την υποψηφιότητά του ως επιλογή ανανέωσης και νέας πολιτικής αφετηρίας.
Ακόμη και η εικόνα της επίσημης υποβολής της υποψηφιότητάς του ήταν διαφορετική.
Χωρίς οργανωμένη κινητοποίηση υποστηρικτών και με χαμηλότερους τόνους, έδωσε έμφαση στην ανάγκη για ποιοτική και αδιάβλητη διαδικασία και, κυρίως, στην επόμενη ημέρα.
Το δικό του στοίχημα είναι διαφορετικό από εκείνο του Αβέρωφ.
Πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει το αίτημα για ανανέωση σε πλειοψηφικό ρεύμα μέσα στην ίδια τη συναγερμική βάση.
Και ότι μπορεί να προσελκύσει όχι μόνο όσους θέλουν αλλαγή προσώπου, αλλά και εκείνους που αναζητούν έναν υποψήφιο με δυνατότητα διεύρυνσης πέρα από τα παραδοσιακά όρια του ΔΗΣΥ.
Η σκιά του 2023 παραμένει
Υπάρχει όμως και ένας τρίτος «πρωταγωνιστής» σε αυτή την αναμέτρηση.
Το 2023.
Οι προηγούμενες Προεδρικές Εκλογές άφησαν βαθιά σημάδια στον Δημοκρατικό Συναγερμό.
Η ήττα Αβέρωφ, η εκλογή Νίκου Χριστοδουλίδη, οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις και όσα ακολούθησαν εξακολουθούν να επηρεάζουν τις πολιτικές ισορροπίες.
Γι’ αυτό και η κάλπη της 28ης Νοεμβρίου μπορεί να λειτουργήσει και ως μια καθυστερημένη απάντηση της βάσης σε όσα συνέβησαν τότε.
Θέλει επιστροφή σε μια δοκιμασμένη κομματική ηγετική φυσιογνωμία;
Ή θεωρεί ότι ο κύκλος εκείνης της περιόδου έχει κλείσει και χρειάζεται μια νέα πολιτική πρόταση;
Και στο βάθος… Χριστοδουλίδης
Υπάρχει, ασφαλώς, και το μεγάλο ερώτημα των Προεδρικών του 2028.
Ο πραγματικός αντίπαλος του νικητή της 28ης Νοεμβρίου δεν θα είναι ο ηττημένος της εσωκομματικής αναμέτρησης.
Θα βρίσκεται έξω από την Πινδάρου.
Και εκεί η συζήτηση για τον Νίκο Χριστοδουλίδη αποκτά αναπόφευκτα ιδιαίτερη σημασία.
Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει όχι μόνο ποιον θα κατεβάσει στις Προεδρικές, αλλά και με ποια στρατηγική θα επιχειρήσει να επιστρέψει στην εξουσία.
Πώς θα τοποθετηθεί απέναντι στον σημερινό Πρόεδρο;
Πώς θα επαναπατρίσει ψηφοφόρους που απομακρύνθηκαν;
Και, κυρίως, ποιος από τους δύο μπορεί να οικοδομήσει ευρύτερες συμμαχίες όταν η αναμέτρηση μεταφερθεί από την εσωκομματική κάλπη στην κοινωνία;
Η Αννίτα στη μέση μιας δύσκολης εξίσωσης
Για την Αννίτα Δημητρίου η διαδικασία αποτελεί επίσης μια σημαντική πολιτική δοκιμασία.
Μετά την απόφασή της να μη διεκδικήσει το χρίσμα, η πρόεδρος του ΔΗΣΥ καλείται τώρα να εγγυηθεί μια διαδικασία που δεν θα αφήσει πίσω της έναν νικητή και δύο στρατόπεδα.
Γιατί η μεγαλύτερη πρόκληση για την Πινδάρου ίσως να μην είναι η 28η Νοεμβρίου.
Ίσως να είναι η 29η.
Ο νικητής θα πρέπει να ενώσει την παράταξη. Ο ηττημένος θα πρέπει να αποδεχθεί έμπρακτα το αποτέλεσμα. Και η ηγεσία θα πρέπει να μετατρέψει μια σκληρή εσωκομματική αναμέτρηση σε κοινή πορεία προς τις Προεδρικές.
Η βάση καλείται να επιλέξει πορεία
Για πρώτη φορά ο προεδρικός υποψήφιος του ΔΗΣΥ θα αναδειχθεί απευθείας από τη βάση του κόμματος.
Και αυτό δίνει στην αναμέτρηση χαρακτηριστικά πολύ μεγαλύτερα από μια συνηθισμένη εσωκομματική διαδικασία.
Στη μία πλευρά βρίσκεται ένας πρώην πρόεδρος που επιστρέφει ζητώντας να ολοκληρώσει μια πολιτική διαδρομή που έμεινε ανολοκλήρωτη το 2023.
Στην άλλη, ένας πρώην υπουργός που επιχειρεί να πείσει ότι το 2028 χρειάζεται διαφορετική αφετηρία.
Αβέρωφ ή Παμπορίδης. Επιστροφή ή αλλαγή σελίδας.
Στις 28 Νοεμβρίου, τα μέλη του ΔΗΣΥ δεν θα επιλέξουν απλώς υποψήφιο Πρόεδρο.
Θα επιλέξουν προς ποια κατεύθυνση θέλουν να κινηθεί ο Συναγερμός στην πιο κρίσιμη πολιτική μάχη των επόμενων χρόνων.
Άρθρα Χάρη Θεραπή
Η Ιφιγένεια του ΔΗΣΥ: Αρκεί η «θυσία» της Αννίτας για να φυσήξει ούριος άνεμος;
Ποιος έπαιξε τον ρόλο του Αγαμέμνονα στη περίπτωση της θυσίας της Αννίτας και τελικά θα φυσήξει ούριος άνεμος;
- Η απόσυρση της Αννίτας Δημητρίου: Απέτρεψε μια μετωπική σύγκρουση στον ΔΗΣΥ, αλλά άφησε ανοικτό το ερώτημα για το πώς οδηγήθηκε σε αυτή την απόφαση.
- Η επόμενη μέρα του ΔΗΣΥ: Η κρίση δεν τελείωσε. Μεταφέρεται πλέον στη μάχη για το ποιος θα καθορίσει την πολιτική φυσιογνωμία και την προεδρική επιλογή της παράταξης.
- Το ζήτημα της πολιτικής ισχύος: Η νυν πρόεδρος αποσύρθηκε, ενώ ο τέως πρόεδρος παρέμεινε στη διεκδίκηση, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για τις πραγματικές ισορροπίες στο κόμμα.
- Η κρίση πολιτικού πολιτισμού: «Προδοσίες», παρασκήνιο, προσωπικές αιχμές, πιέσεις και «κηδεμόνες» δείχνουν μια πολιτική αντιπαράθεση που ξεπερνά πλέον τα όρια της σκληρής πολιτικής διαφωνίας.
Η Αννίτα Δημητρίου έκανε πίσω και ο ΔΗΣΥ απέφυγε, προς το παρόν, μια μετωπική σύγκρουση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποκαταστάθηκε η εσωκομματική ομαλότητα. Αντίθετα, ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα άφησε πίσω του ένα δύσκολο ερώτημα: ποιος καθορίζει σήμερα το παιχνίδι στον Δημοκρατικό Συναγερμό;
Η πολιτική εικόνα είναι απλή. Η νυν πρόεδρος αποσύρθηκε από τη διεκδίκηση του χρίσματος, ενώ ο τέως πρόεδρος παρέμεινε. Προηγήθηκαν δημόσιες παρεμβάσεις, αιχμές, καταγγελίες, συναντήσεις και έντονο παρασκήνιο. Γι’ αυτό και η απόφαση της Αννίτας δεν μπορεί να εξεταστεί μόνο ως πράξη «ενότητας», χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που την προκάλεσαν.
Η απόφαση της Αννίτας
Η Αννίτα Δημητρίου επέλεξε να μην οδηγήσει τον ΔΗΣΥ σε μια εσωκομματική αναμέτρηση με τον Αβέρωφ Νεοφύτου, η οποία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σύγκρουση χωρίς εύκολη επιστροφή. Υπό αυτή την έννοια, η απόφασή της έχει πολιτική λογική και ενδεχομένως προστατεύει τόσο την ίδια όσο και την παράταξη από έναν νέο βαθύ διχασμό.
Το πρόβλημα βρίσκεται στη διαδρομή που προηγήθηκε. Η αρχική αντίδραση της ηγεσίας στην ανακοίνωση Αβέρωφ ήταν η υποψηφιότητα Αννίτας και η επιτάχυνση των εσωκομματικών διαδικασιών. Στη συνέχεια τα χρονοδιαγράμματα χαλάρωσαν και τελικά η ίδια η πρόεδρος απέσυρε το ενδιαφέρον της, μετά από ημέρες δημόσιας αντιπαράθεσης και έντονων παρασκηνιακών διεργασιών.
Αυτή είναι και η πολιτική αντίφαση που δύσκολα παρακάμπτεται: δεν έκανε πίσω ο τέως πρόεδρος για να διευκολύνει τη νυν πρόεδρο, αλλά η νυν πρόεδρος για να αποφευχθεί η σύγκρουση με τον τέως. Η εξέλιξη αυτή δεν ακυρώνει το επιχείρημα περί ενότητας, αλλά αναπόφευκτα δημιουργεί ερωτήματα για τις πραγματικές ισορροπίες ισχύος μέσα στον ΔΗΣΥ.
Ποιος έχει τον πρώτο λόγο;
Μέχρι πρόσφατα, η εικόνα που εξέπεμπε η παράταξη ήταν ότι η πρόεδρος έχει τον πρώτο λόγο και, εφόσον επιθυμεί να διεκδικήσει την Προεδρία της Δημοκρατίας, θα αποτελούσε την προφανή επιλογή του κόμματος. Η εξέλιξη των τελευταίων ημερών ανέτρεψε αυτή την εικόνα και επανέφερε στο προσκήνιο τον Αβέρωφ Νεοφύτου ως καθοριστικό παράγοντα των εξελίξεων.
Το πραγματικό ερώτημα της επόμενης ημέρας, συνεπώς, δεν περιορίζεται στο ποιος θα πάρει τελικά το χρίσμα. Αφορά το ποιος διαθέτει την πολιτική ισχύ να καθορίζει την πορεία της παράταξης. Και αν για να αποφευχθεί η εσωκομματική σύγκρουση χρειάστηκε να αποχωρήσει η ίδια η πρόεδρος από τη διεκδίκηση, τότε ο ΔΗΣΥ οφείλει κάποια στιγμή να απαντήσει πού βρίσκεται το πραγματικό κέντρο αποφάσεων.
Η επόμενη μέρα δεν θα είναι ήρεμη
Η απόσυρση της Αννίτας δεν τελειώνει την εσωκομματική συζήτηση. Υπάρχει ο Ιωνάς Νικολάου, υπάρχει ο Γιώργος Παμπορίδης, υπάρχουν διαφορετικά κέντρα επιρροής και μια μεγάλη κομματική βάση που θα κληθεί να τοποθετηθεί. Το διακύβευμα, μάλιστα, είναι μεγαλύτερο από την επιλογή ενός υποψηφίου για το 2028.
Ο ΔΗΣΥ καλείται να αποφασίσει ποιος θέλει να είναι πολιτικά. Θα επιστρέψει σε μια προηγούμενη περίοδο, θα επενδύσει στην ανανέωση ή θα συνεχίσει να ισορροπεί ανάμεσα σε διαφορετικές γενιές, προσωπικές στρατηγικές και κέντρα εξουσίας; Η αποχώρηση μιας υποψηφιότητας δεν δίνει απάντηση. Απλώς μεταθέτει τη συζήτηση για αργότερα.
Οι «κηδεμόνες» και το παρασκήνιο
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η ειρωνική αναφορά του Γιώργου Παμπορίδη ότι «φαίνεται πως ο καθένας θέλει τον κηδεμόνα του στις συναντήσεις» αποτυπώνει μια άλλη διάσταση της υπόθεσης. Πίσω από την ατάκα υπάρχει ένα ουσιαστικό ερώτημα για το ποιοι συμμετέχουν στις κρίσιμες πολιτικές διαβουλεύσεις, με ποια ιδιότητα και με ποια πραγματική επιρροή στις αποφάσεις.
Οι διαβουλεύσεις και οι συμβιβασμοί αποτελούν μέρος της πολιτικής. Το πρόβλημα αρχίζει όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι οι αποφάσεις δεν διαμορφώνονται μέσα από καθαρές πολιτικές διαδικασίες, αλλά μέσα από προσωπικές παρεμβάσεις, παρασκηνιακές συναντήσεις και πιέσεις. Τότε τα όρια ανάμεσα στην πολιτική συνεννόηση και στην επιβολή γίνονται επικίνδυνα δυσδιάκριτα.
Η διολίσθηση του πολιτικού πολιτισμού
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο των τελευταίων ημερών ίσως δεν αφορά καν το ποιος θα είναι υποψήφιος. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται πλέον η πολιτική αντιπαράθεση. «Προδοσίες», υπονοούμενα, προσωπικές αιχμές, διαρροές, συναντήσεις που αποκτούν σχεδόν συνωμοτικό χαρακτήρα και δημόσιες επιθέσεις δημιουργούν ένα πολιτικό περιβάλλον στο οποίο η διαφωνία εύκολα μετατρέπεται σε προσπάθεια αποδόμησης του αντιπάλου.
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη σκληρή πολιτική σύγκρουση και στην πολιτική εξόντωση. Όταν ο στόχος παύει να είναι η αντιπαράθεση θέσεων και γίνεται η αμφισβήτηση των κινήτρων, της αξιοπιστίας ή ακόμη και της πολιτικής ηθικής του άλλου, τα όρια ξεπερνιούνται. Και τα χτυπήματα κάτω από τη μέση δεν εξαφανίζονται επειδή στο τέλος ακολουθούν χειραψίες, χαμόγελα και δηλώσεις ενότητας.
Χαρακτηριστικό είναι ότι, μετά την απόσυρση της Αννίτας Δημητρίου, ο Αβέρωφ Νεοφύτου μίλησε για «σώφρονα και υπεύθυνη απόφαση». Το ερώτημα είναι τι άλλαξε μέσα σε λίγες ημέρες. Οι πολιτικές διαφορές και όσα είχαν προηγηθεί ή απλώς η αποχώρηση μιας υποψηφιότητας που στεκόταν απέναντί του; Οι λέξεις στην πολιτική έχουν βάρος και δεν μπορούν να διαγράφονται ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής.
Η κοινωνία παρακολουθεί εμβρόντητη
Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πολύ σοβαρότερα ζητήματα. Το Κυπριακό βρίσκεται σε κρίσιμη φάση, η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, η στέγαση εξελίσσεται σε μείζον κοινωνικό πρόβλημα και η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς δοκιμάζεται. Οι πολίτες περιμένουν απαντήσεις για προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα, όχι για τις προσωπικές στρατηγικές του 2028.
Κι όμως, η πολιτική συζήτηση έχει ήδη αρχίσει να περιστρέφεται γύρω από το ποιος θα είναι υποψήφιος, ποιος θα αποσυρθεί, ποιος συναντήθηκε με ποιον και ποιος «πρόδωσε» ποιον. Όσο η πολιτική εγκλωβίζεται σε προσωπικές φιλοδοξίες, παρασκήνιο και αλληλοεξοντώσεις, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από τον πραγματικό λόγο ύπαρξής της: την αντιμετώπιση των προβλημάτων της κοινωνίας.
Η Αννίτα έκανε πίσω και ο ΔΗΣΥ απέφυγε την άμεση σύγκρουση. Η πραγματική δοκιμασία όμως αρχίζει τώρα: να αποδείξει ότι μπορεί να αποφασίσει για το μέλλον του μέσα από καθαρές διαδικασίες και πολιτικές επιλογές, χωρίς εκβιαστικά διλήμματα, προσωπικές βεντέτες και χτυπήματα κάτω από τη μέση.
Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα πάρει το χρίσμα του ΔΗΣΥ για το 2028. Είναι τι πολιτική και τι πολιτικός πολιτισμός θα έχουν απομείνει μέχρι τότε.
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή4 weeks agoΗ τέλεια καταιγίδα της Πινδάρου: Ο Αβέρωφ αποφάσισε, οι «πιστοί» του 2023 τι κάνουν;
-
LIVE4 weeks ago1η Οκτωβρίου 2026: Σε απευθείας μετάδοση από το ΡΙΚ η στρατιωτική παρέλαση
-
Off the Record1 month agoΨάχνουν τον νέο Χριστοδουλίδη. Ο παλιός είναι ακόμη στο Προεδρικό!
-
voulitv1 month agoΧριστοδουλίδης 2028: Χρειάζεται το ΕΛΑΜ, αλλά πόσο κοντά το αντέχει;
-
Off the Record1 month agoΤο είπα-ξείπα της Αννίτας
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΧρίστος Κληρίδης: Γιατί να παραμένουμε στη ΔΔΟ όταν η Τουρκία την έχει απορρίψει;
-
Off the Record1 month agoΤορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 month agoΠρέπει πρώτα να κερδίσει τον ΔΗΣΥ για να διεκδικήσει την Κύπρο;
-
Off the Record4 weeks agoΌταν ο «στενότερος των στενοτέρων» φιλοδοξεί να μάθει στην Αννίτα… πολιτικό πόκερ!
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ4 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: «Ο προδομένος ποτέ δεν προδίδει, αλλά δεν θα ξαναπροδοθεί»






