Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Θάνατος Ραϊσί: Δύσκολη καμπή για την Τεχεράνη

Published

on

«Ο ιρανικός λαός δεν πρέπει να ανησυχεί. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα υπάρξει καμία αναστάτωση στη λειτουργία του κράτους». Αυτό ήταν το λακωνικό μήνυμα του Αγιατολάχ Χαμενεΐ προς το έθνος το βράδυ της Κυριακής, όταν είχε γίνει γνωστό ότι το ελικόπτερο που μετέφερε τον πρόεδρο Εμπραχίμ Ραϊσί, τον υπουργό Εξωτερικών Χοσεΐν Αμιραμπντολαχιάν και άλλους επτά αξιωματούχους είχε καταπέσει στην επαρχία του Ανατολικού Αζερμπαϊτζάν. Αμέσως μετά την επίσημη επιβεβαίωση του θανάτου τους, ο ανώτατος ηγέτης της Ισλαμικής Δημοκρατίας έσπευσε να διορίσει προσωρινό πρόεδρο τον μέχρι χθες πρώτο αντιπρόεδρο Μοχάμεντ Μοχμπέρ, με εντολή να οργανώσει προεδρικές εκλογές εντός 50 ημερών, όπως ορίζει το σύνταγμα.

Η προσπάθεια του καθεστώτος να δώσει μια αίσθηση κανονικότητας, παρά το αναπάντεχο πλήγμα, ήταν από την πρώτη στιγμή φανερή. Αλλωστε όλοι γνωρίζουν ότι ο τελευταίος λόγος για τα καίρια θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας ανήκει όχι στον πρόεδρο, που εκλέγεται από τον λαό, αλλά στον ανώτατο ηγέτη, που αναδεικνύεται από ένα αυστηρά ελεγχόμενο σώμα, τη Συνέλευση των Ειδικών. Ωστόσο ο θάνατος του Ραϊσί βρήκε το καθεστώς σε μια κρίσιμη καμπή, όπου αντιμετωπίζει καίριες εξωτερικές και εσωτερικές προκλήσεις, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην κούρσα για τη διαδοχή του.

Ακήρυκτος πόλεμος

Εχοντας εμπλακεί εδώ και χρόνια σε έναν ακήρυκτο πόλεμο χαμηλής έντασης με το Ισραήλ λόγω της υποστήριξης που παρέχει στη λιβανέζικη Χεζμπολάχ και την παλαιστινιακή Χαμάς, το Ιράν έφτασε ένα μόνο βήμα πριν από την ανοιχτή, μετωπική σύγκρουση τον περασμένο μήνα. Ρόλο πυροκροτητή έπαιξε η απόφαση του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου να βομβαρδίσει το προξενείο του Ιράν στη Δαμασκό, για να ακολουθήσει ένα πρωτοφανές, μετά τους αραβοϊσραηλινούς πολέμους, μπαράζ πυραύλων εναντίον του εβραϊκού κράτους, αυτή τη φορά από την Τεχεράνη και η περιορισμένης έκτασης ανταπάντηση του ισραηλινού στρατού.

Από τη στιγμή που εξελέγη πρόεδρος, τον Ιούνιο του 2021, ο Ραϊσί, εκπρόσωπος της πιο σκληροπυρηνικής πτέρυγας του καθεστώτος, ακολούθησε έντονα αντιαμερικανική και αντιδυτική γραμμή, επενδύοντας σε στρατηγικές συμφωνίες συνεργασίας με την Κίνα, στην οποία προσέφερε φτηνό πετρέλαιο αντί βιομηχανικών προϊόντων και επενδύσεων, αλλά και με τη Ρωσία. Τα φτηνά ιρανικά drones είναι πολύτιμη βοήθεια στον στρατό του Βλαντιμίρ Πούτιν, στον πόλεμο της Ουκρανίας.

Ο πρόεδρος και ο ΥΠΕΞ σκοτώθηκαν ενώ επέστρεφαν από το Αζερμπαϊτζάν, με το οποίο η Ισλαμική Δημοκρατία είχε έρθει σε σύγκρουση.

Ωστόσο ο Ραϊσί δεν στερούνταν πραγματισμού και ευελιξίας. Αποκατέστησε ομαλές σχέσεις με τον παραδοσιακό αντίπαλο του Ιράν στον Κόλπο, τη Σαουδική Αραβία, και οι δύο χώρες δρομολόγησαν την ταυτόχρονη ένταξή τους στην ομάδα των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική). Μόλις το περασμένο Σάββατο, οι New York Times αποκάλυψαν ότι ανώτεροι αξιωματούχοι των ΗΠΑ και του Ιράν συναντήθηκαν στο Ομάν για να ανιχνεύσουν τρόπους αποφυγής μιας κλιμάκωσης του πολέμου της Γάζας και επαναπροσέγγισης στο καίριο πρόβλημα του ιρανικού, πυρηνικού προγράμματος.

Η πτώση του μοιραίου ελικοπτέρου συνέβη ενώ ο Ραϊσί και η ακολουθία του επέστρεφαν από το γειτονικό Αζερμπαϊτζάν, όπου ο Ιρανός πρόεδρος εγκαινίασε φράγμα μαζί με τον Αζέρο ομόλογό του, Ιλχάμ Αλίεφ, κοντά στα σύνορα των δύο χωρών. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο γειτόνων ήταν από καιρό προβληματικές, καθώς το Ιράν κατηγορούσε το Αζερμπαϊτζάν ότι υποθάλπει αυτονομιστικές τάσεις της δικής του, αζερικής μειονότητας. Ωστόσο επιδεινώθηκαν επικίνδυνα πριν από ένα χρόνο λόγω των στενών δεσμών που ανέπτυξαν οι Αζέροι με το Ισραήλ, το οποίο τους βοήθησε στον πόλεμο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ και τους προσέφερε τη στήριξη του ισραηλινού λόμπι σε ΗΠΑ και Γαλλία, ως αντίβαρο στην ισχυρή παρουσία της αρμενικής διασποράς. Πάντως, ανώτατος Ισραηλινός αξιωματούχος έσπευσε να δηλώσει στο Reuters ότι η χώρα του δεν είχε καμία ανάμειξη στην πτώση του ελικοπτέρου, ενώ σε ταυτόσημη δήλωση προέβη ο Αμερικανός υπουργός Aμυνας Λόιντ Oστιν.

Στο εσωτερικό του Ιράν, ο Ραϊσί χρεώθηκε την άγρια καταστολή του μεγάλου γυναικείου και δημοκρατικού κινήματος που πυροδότησε η υπόθεση της 22χρονης Μαχσά Αμινί, η οποία πέθανε ενώ βρισκόταν υπό κράτηση γιατί δεν φορούσε την ισλαμική μαντίλα, τον Σεπτέμβριο του 2022. Κληρικός χωρίς χάρισμα επικοινωνίας με τον λαό, ο Ραϊσί υπήρξε προστατευόμενος του Χαμενεΐ, στον οποίο χρωστάει την ανάδειξή του στις εκλογές του 2021, αφού όλοι οι αξιόμαχοι υποψήφιοι όχι μόνο των μεταρρυθμιστών, αλλά και των μετριοπαθών, ακόμη και των συντηρητικών είχαν αποκλειστεί. Εκείνες οι εκλογές είχαν το χαμηλότερο ποσοστό προσέλευσης στην Ιστορία της Ισλαμικής Δημοκρατίας, γεγονός που κατέδειξε την αποξένωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού από το καθεστώς.

Με την υγεία του 85χρονου Χαμενεΐ ολοένα και περισσότερο ευάλωτη, ο Ραϊσί προέβαλλε ως ένας από τους επικρατέστερους διαδόχους του, αν όχι ο επικρατέστερος. Στα υπέρ του, πέρα από το μαύρο τουρμπάνι που φορούν όσοι κατάγονται από την οικογένεια του Μωάμεθ, μετρούσε και το γεγονός ότι από το 2006 ήταν συνέχεια μέλος της Συνέλευσης των Ειδικών, που εκλέγει και (υποτίθεται ότι) ελέγχει τον ανώτατο ηγέτη. Σε αυτό το φόντο, έχει μεγάλο ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε σε ποιους θα επιτρέψει το ιερατείο να ανταγωνιστούν για τη διαδοχή του Ραϊσί και τι πολιτικά χαρακτηριστικά θα τους συνοδεύουν.

Με τον πληθωρισμό να έχει εκτοξευθεί στο 40% και το ριάλ να χάνει μέσα σε λίγες εβδομάδες το 15% της αξίας του έναντι του δολαρίου, το ιρανικό καθεστώς έχει ισχυρούς λόγους να επιδιώξει μια κάποια εξομάλυνση των σχέσεών του με τη Δύση προκειμένου να καταπραΰνει την εσωτερική δυσαρέσκεια και να ενισχύσει τα στηρίγματά του. Απομένει να αποδειχθεί ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατό στη σκληρή πραγματικότητα που έχει δημιουργήσει ο πόλεμος της Γάζας, αυτή τη στιγμή το πρόβλημα των προβλημάτων στην ευρύτερη περιοχή.

Σι και Πούτιν έχασαν «έναν καλό φίλο»

Πενθήμερο πένθος κήρυξε ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ αλί Χαμενεΐ, για τον θάνατο του Εμπραχίμ Ραϊσί και των άλλων κρατικών αξιωματούχων. Οπαδοί του καθεστώτος γέμισαν χθες τα τζαμιά και τις πλατείες, προσευχόμενοι για τους νεκρούς, αλλά τα μαγαζιά έμειναν ανοιχτά και οι Αρχές δεν έδειξαν πρόθεση να διακόψουν τον ομαλό ρυθμό της καθημερινότητας.

Σε επιστολή του προς τον Χαμενεΐ, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έγραψε ότι ο ιρανικός λαός υπέστη «μια βαριά απώλεια» και ότι ο απελθών υπήρξε «πραγματικός φίλος» της Ρωσίας. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε ο Κινέζος ομόλογός του, Σι Τζινπίνγκ, τονίζοντας ότι ο κινεζικός λαός «έχασε έναν καλό φίλο». Τη «βαθιά του θλίψη» εξέφρασε ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι.

Από την πλευρά του, ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν χαρακτήρισε τον Ραϊσί «πολύτιμο συνάδελφο και αδελφό» και τόνισε ότι η Τουρκία «στέκεται στο πλευρό του Ιράν αυτές τις δύσκολες ώρες». Τριήμερο εθνικό πένθος κήρυξε ο Λίβανος, ενώ ο Σύρος πρόεδρος Μπασάρ αλ Ασαντ, ο οποίος έως έναν βαθμό χρωστάει την επιβίωσή του από τον συριακό εμφύλιο στην ιρανική υποστήριξη, εξέφρασε τα συλλυπητήριά του και την αλληλεγγύη του προς την Τεχεράνη. Ταυτόσημα ήταν τα μηνύματα της παλαιστινιακής Χαμάς και της Χεζμπολάχ του Λιβάνου.

Εντελώς διαφορετική, όπως θα περίμενε κανείς, ήταν η αντίδραση του Εθνικού Συμβουλίου Ιρανικής Αντίστασης, συνασπισμού οργανώσεων της εξόριστης ιρανικής αντιπολίτευσης. Η Μαριάμ Ρατζαβί, πρόεδρος του συμβουλίου, χαρακτήρισε τον θάνατο του Ραϊσί «μνημειώδες και ανεπανόρθωτο στρατηγικό πλήγμα κατά του ανώτατου ηγέτη των μουλάδων, του Αλί Χαμενεΐ και ολόκληρου του καθεστώτος, που είναι γνωστό για τις εκτελέσεις και τις σφαγές του».

Η οργάνωση της Ρατζαβί θεωρείται πολιτική βιτρίνα των «Μουτζαχεντίν του Λαού», οι οποίοι αρχικά στήριξαν την ισλαμική επανάσταση του 1979 και το καθεστώς του Αγιατολάχ Χομεϊνί, για να έρθουν σύντομα σε σύγκρουση μαζί του και να πολεμήσουν στο πλευρό του Σαντάμ Χουσεΐν στον οκταετή πόλεμο Ιράκ – Ιράν. Με τη λήξη του πολέμου ο Χομεϊνί διέταξε την εξόντωση των φυλακισμένων μουτζαχεντίν και ο εισαγγελέας, τότε, Ραϊσί έπαιξε δραστήριο ρόλο στην υλοποίηση της απόφασης.

Το ελικόπτερο που μετέφερε τον Ραϊσί, ένα αμερικανικό Bell 212 από την εποχή του σάχη, συνετρίβη υπό κάκιστες καιρικές συνθήκες, κυρίως λόγω πυκνής ομίχλης, στην περιοχή Βαζερκάν, βόρεια της Ταυρίδας. Εκτός από τον πρόεδρο Ραϊσί και τον υπουργό Εξωτερικών Αμπντολαχιάν, μετέφερε άλλα επτά άτομα, συμπεριλαμβανομένων του κυβερνήτη Ανατολικού Αζερμπαϊτζάν και ενός ιμάμη από την Ταυρίδα. Ολοι είχαν συνοδεύσει τον πρόεδρο στο ταξίδι του στο γειτονικό Αζερμπαϊτζάν για τα εγκαίνια φράγματος.

Καθήκοντα προσωρινού υπουργού Εξωτερικών, μέχρι την πραγματοποίηση των έκτακτων προεδρικών εκλογών που θα πραγματοποιηθούν στις 28 Ιουνίου και τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης, ανέλαβε ο μέχρι προχθές αναπληρωτής υπουργός Αλί Μπαγκερί Κανί. Οι υποψήφιοι που θα διεκδικήσουν το αξίωμα του προέδρου πρέπει να εγκριθούν από το Συμβούλιο των Φρουρών, του οποίου οι αποφάσεις επηρεάζονται άμεσα από το ανώτατο ιερατείο.

Πηγή: Kathimerini

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε

Avatar photo

Published

on

Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.

Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.

Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.

Αφορά το 2028.

Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του

Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.

Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.

Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.

Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.

Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου

Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.

Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.

Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.

Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:

Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.

Και το ΑΚΕΛ;

Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.

Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.

Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.

Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.

Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.

Οι διορισμοί ήταν η αφορμή

Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.

ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.

Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.

Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.

Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.

Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο

Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.

Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.

Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.

Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.

Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.

Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia