ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Χωρίς Δήμαρχο ο νέος Δήμος Αγίας Νάπας – Τίθεται σε αργία από την 1η μέρα ο Χ. Ζανέττος
Βάσει του νέου Νόμου ενόσω οποιοσδήποτε Τοπικός Άρχοντας βρίσκεται υπό διερεύνηση ή ενώπιον Δικαστηρίου τίθεται σε αργία
Για άλλη μια φορά σοβαρά εκτεθειμένο μένει το Κομματικό σύστημα, αφού πριν καλά καλά στεγνώσει το μελάνι των εκλογών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (εκλογές που σηματοδοτούν και την έναρξη μιας νέας εποχής με την μεταρρύθμιση και τους νέους Δήμους να τίθενται σε ισχύ), ο νέος Δήμος Αγίας Νάπας θα παραμείνει χωρίς τον νεοκλεγέντα Δήμαρχο, Χρήστο Ζανέττο. Ο νέος Δήμαρχος υποχρεωτικά πρέπει να τεθεί σε αργία λόγω της δικαστικής διαδικασίας εναντίον του, η οποία αρχίζει την Πέμπτη 13 Ιουνίου, ενώπιον του κακουργοδικείου Αμμοχώστου. Αυτό προνοεί ο νέος Νόμος, ο οποίος τίθεται σε ισχύ από 1η Ιουλίου 2024 (από την ημέρα ανάληψης δηλαδή των καθηκόντων των νέων τοπικών Αρχόντων).
Οι κατηγορίες
Πιο συγκεκριμένα, ο νεοεκλεγέντας Δήμαρχος, Χρήστος Ζανέττος, κατηγορείται, μεταξύ άλλων για πλαστογραφία και απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, αφού εταιρεία (ιδιοκτήτρια ξενοδοχείου), στην οποία ο κ. Ζανέττος ήταν μέτοχος και διευθυντής, έλαβε από ευρωπαϊκό πρόγραμμα χορηγία ύψους €765,000 χωρίς ωστόσο να πληροί τα κριτήρια. Την υπόθεση κατήγγειλε ο Εσωτερικός Ελεγκτής του ΚΟΤ καθώς και ο Γενικός Ελεγκτής, ο οποίος ενημέρωσε τον Γενικό Εισαγγελέα για πιθανά ποινικά αδικήματα, αφού ο κ. Ζανέττος φέρεται να πλαστογράφησε τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας, ώστε αυτή να δικαιούται την χορηγία. Μετά από σχετική έρευνα της Αστυνομίας, η υπόθεση καταχωρήθηκε και ο κ. Ζανέττος παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Κακουργοδικείου Αμμοχώστου. Πρόκειται για μια υπόθεση εξαιρετικά σοβαρή εξ ου και παραπέμπεται απευθείας στο Κακουργοδικείο. Η πρώτη εμφάνιση για την δίκη καθορίστηκε στις 13 Ιουνίου, δηλαδή αύριο Πέμπτη. Ο ίδιος ο κ. Ζανέττος αρνείται τις κατηγορίες και όπως δήλωσε, πρόθεση του είναι να ολοκληρωθεί η δικαστική διαδικασία το συντομότερο ώστε να μην κατηγορείται άδικα.
Τι λέει ο νέος Νόμος
Βάσει όμως του νέου Νόμου (Ο περί Δήμων Νόμος του 2022 (52(I)/2022)), ο οποίος τίθεται σε ισχύ 1 Ιουλίου 2024 –ημέρα ανάληψης και των καθηκόντων των νέων Τοπικών Αρχόντων-, το άρθρο 113 με τίτλο Αργία αιρετών μελών συμβουλίου αναφέρει:
113.-(1) Δήμαρχος, αντιδήμαρχος ή σύμβουλος εναντίον του οποίου διερευνάται από τις διωκτικές αρχές αδίκημα που καθορίζεται στις διατάξεις της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 18 ή αδίκημα που καθορίζεται ως κακούργημα σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου ο οποίος επιφέρει, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και άνω, τελεί αυτοδικαίως σε αργία από την ημέρα δημοσίευσης σχετικής γνωστοποίησης του Υπουργού:
Νοείται ότι, δήμαρχος, αντιδήμαρχος ή σύμβουλος που τελεί σε αργία δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), λαμβάνει το ένα τρίτο της καθοριζόμενης αντιμισθίας για όλη τη διάρκεια της ισχύος της.
(2) Η αργία που καθορίζεται στο εδάφιο (1) τερματίζεται με τη λήξη της έρευνας ή την πλήρη εκδίκαση της υπόθεσης και την απαλλαγή, αθώωση ή καταδίκη του δημάρχου, αντιδημάρχου ή συμβούλου, εναντίον του οποίου διεξάγεται έρευνα ή έχει καταχωρισθεί ποινική υπόθεση και προς τούτο δημοσιεύεται σχετική γνωστοποίηση από τον Υπουργό αναφορικά με τον τερματισμό της αργίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που δήμαρχος, αντιδήμαρχος ή σύμβουλος απαλλαγεί ή/και αθωωθεί από ποινικό δικαστήριο, ή τερματιστεί η έρευνα εναντίον του, χωρίς να θεμελιώνεται κατηγορία, επιστρέφει στα καθήκοντά του για το υπόλοιπο της θητείας του και δικαιούται πλήρη ανάκτηση της αντιμισθίας που του είχε αφαιρεθεί.
(3) Σε περίπτωση καταδίκης δημάρχου, αντιδημάρχου ή συμβούλου για τα καθοριζόμενα στο εδάφιο (1) αδικήματα, αυτός δεν δικαιούται ανάκτηση της αποκοπείσας αντιμισθίας, εκπίπτει αυτοδικαίως από τη θέση του και αυτή λογίζεται ως κενωθείσα για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και προς τούτο ο Υπουργός εκδίδει σχετική γνωστοποίηση.
Όλα στον αέρα στον νέο Δήμο Αγίας Νάπας
Βάσει και των πιο πάνω, τα πράγματα στον νέο Δήμο Αγίας Νάπας μένουν στον αέρα, αφού το νέο Δημοτικό Συμβούλιο μαζί με τους Αντιδημάρχους και τον Δήμαρχο, δεν θα μπορούν να συνεδριάσουν ούτε και μια φορά για να καταρτιστούν σε Σώμα, να διαχωρίσουν αρμοδιότητες και γενικά να βάλουν μπρος τις μηχανές.
Ο νέος Δήμαρχος θα πρέπει να τεθεί σε αργία από την πρώτη μέρα κιόλας ανάληψης των καθηκόντων του και τα καθήκοντα του Δημάρχου πλέον θα πρέπει να ασκούνται από το πρόσωπο που θα τον αναπληροί.
Αναλαμβάνει ο Αντώνης Κουμής;
Ο ίδιος Νόμος δεν αναφέρει ποιος αναπληροί τον Δήμαρχο σε περίπτωση αργίας, αλλά βάσει του ίδιου Νόμου σε άλλες περιπτώσεις (πχ στην περίπτωση Κένωση θέσεων δημάρχου, αντιδημάρχου και συμβούλων – άρθρο 38), τον Δήμαρχο αναπληροί ο Αντιδήμαρχος με τους περισσότερους εκλογείς, τουτέστιν στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν ισχύσει αυτό, τότε τα καθήκοντα Δημάρχου να αναλάβει ο Αντιδήμαρχος Σωτήρας, ο Αντώνης Κουμής, μιας και η Σωτήρα έχει τους περισσότερους εκλογείς (4.159) στο συγκεκριμένο Δημοτικό Διαμέρισμα, το οποίο αποτελείται από Αγία Νάπα, Σωτήρα, Λιοπέτρι, Αυγόρου και Άχνα.
Ποιες είναι οι τρεις επιλογές
Όπως προχωρούν τα πράγματα, οι επιλογές δεν είναι πολλές, παρά μόνο τρεις:
1/ Τα πράματα παραμένουν ως έχουν, αλλά ο νέος Δήμος αρχίζει την λειτουργία του ακέφαλος και χωρίς τον νεοεκλεγέντα Δήμαρχο του, με αποτέλεσμα την υπολειτουργία του νέου Δήμου, μέχρι και να ολοκληρωθεί η δικαστική διαδικασία.
2/ Ο Χ. Ζανέττος παραιτείται από την θέση του και προκηρύσσονται εκ νέου εκλογές για την θέση του Δημάρχου, όπως προνοεί ο Νόμος. Ωστόσο κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ερμηνευτεί και ως ‘θέση ενοχής’ από τον κ. Ζανέττο, ο οποίος όπως γράψαμε και πιο πάνω δηλώνει πως η δικαστική διαδικασία θα τον δικαιώσει και στόχος του είναι η ολοκλήρωσή της όσο το δυνατό πιο σύντομα.
3/ Η Βουλή αλλάζει την Νομοθεσία και αφαιρεί την πρόνοια ότι κάποιος τοπικός άρχοντας τίθεται σε αργία μόλις γίνει καταγγελία και αρχίσει να εξετάζεται υπόθεση εναντίον του.
Πολιτικά εκτεθειμένος ο ΔΗΣΥ λένε ΔΗΚΟ και ΑΚΕΛ
Την περίπτωση Χ. Ζανέττου ανέδειξαν προεκλογικά τόσο το ΔΗΚΟ όσο και το ΑΚΕΛ αλλά στην Πινδάρου, η οποία στήριξε και την υποψηφιότητα του Χ. Ζανέττου, δεν θέλησαν να ακούσουν, κάτι που την αφήνει πολιτικά εκτεθειμένη, όπως σημειώνουν ΔΗΚΟ και ΑΚΕΛ.
Τόσο το ΔΗΚΟ όσο και το ΑΚΕΛ εξέδωσαν και γραπτές ανακοινώσεις για το συγκεκριμένο θέμα, αλλά στην ‘ομίχλη’ της προεκλογικής χάθηκαν από την δημόσια σφαίρα και συζήτηση. Η OffsiteNews δημοσίευσε τότε τις ανακοινώσεις των δυο κομμάτων, υπό τον τίτλο «ΑΚΕΛ – ΔΗΚΟ: Σοβαρά πολιτικά και ηθικά ζητήματα για Δήμαρχο Αγίας Νάπας».
Πηγή: Offsite
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΠόρισμα καταπέλτης για το “Κράτος-Μαφία” για 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΤουρκική εφημερίδα κάνει λόγο για «ισραηλινή κατάληψη» στην Κύπρο
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΠόρισμα «Κράτος Μαφία»: Πρώτα ενημερώνεται ο Αναστασιάδης, μετά η δημοσιοποίηση
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΜήνυμα ΔΗΠΑ προς Παπαδόπουλο: «Αναμένουμε την πρόσκληση» – Ανοικτοί σε συνεργασία αλλά με όρους
-
MILITAIRE1 month agoΗ σκοτεινή Ευρώπη, μια ιστορία εγκλημάτων! Ηλίας Παπαναστασίου
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΣτο φως νέες λεπτομέρειες για την υπόθεση Χαμάς σε Ελλάδα και Κύπρο
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΟυκρανικό ΥΠΕΞ: Δεν παραιτήθηκε ο πρέσβης στην Κύπρο – Είχε ήδη δρομολογηθεί η ανάκλησή του
-
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΕρντογάν για Κύπρο: «Δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα» – Γιατί φοβάται ένα μικρό νησί;
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month ago«Κράτος Μαφία»: Σφοδρές αλληλοκατηγορίες μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ
-
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ1 month agoΗ πλήρης σύνθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών της Βουλής






