ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΟΥ ΕΝΩΤΙΚΟΥ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
Το 1949 βρίσκει τη Δεξιά με την Αριστερά στην Κύπρο, να συμπίπτουν στο αίτημα για άμεση ένωση.
Το ενωτικό δημοψήφισμα του 1950 μέσα από την έκθεση τού τότε Βρετανού διοικητή της επαρχίας Λεμεσού.
ΤΟ ΑΚΕΛ τότε, χάριν της ενότητας, ακυρώνει τα δικά του σχέδια και καλεί τα μέλη και τους οπαδούς του να ψηφίσουν υπέρ της Ένωσης στο ενωτικό δημοψήφισμα της Εθναρχίας Κύπρου.
Μέσα από μια διαδικασία συγκέντρωσης υπογραφών, η οποία έμεινε γνωστή ως το ενωτικό δημοψήφισμα και που διεξήχθη σε δύο συνεχόμενες Κυριακές, στις 15 και 22 του Γενάρη 1950, το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων της Κύπρου υπέγραψαν υπέρ της Ένωσης της ιδιαίτερής τους πατρίδας με την Ελλάδα. Για την ακρίβεια συγκεντρώθηκαν 215.108 υπογραφές επί συνόλου 224.757 ατόμων που είχαν δικαίωμα ψήφου. Το εκπληκτικό αυτό ποσοστό αντιπροσώπευε το 95,7% του εκλογικού σώματος. Ας σημειωθεί ότι υπέρ της Ένωσης υπέγραψαν και αρκετοί Τουρκοκύπριοι.
Αίτημα για άμεση Ένωση
Το 1949 βρίσκει τη Δεξιά και την Αριστερά στην Κύπρο να συμπίπτουν στην τακτική της απαίτησης του αιτήματος για άμεση Ένωση. Η ιδέα της συγκέντρωσης υπογραφών ως μέτρο πίεσης για την εφαρμογή του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης γεννήθηκε στους κόλπους της κυπριακής Αριστεράς. Η ηγεσία του ΑΚΕΛ, σε ανακοίνωσή της τον Σεπτέμβρη του 1949, αναγγέλλει την πρόθεσή της να συγκεντρώσει υπογραφές υπέρ της Ένωσης.
Η Εθναρχία υπό την καθοδήγηση του Μακαρίου Γ’, νεαρού τότε Μητροπολίτη Κιτίου και μετέπειτα πρώτου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, υιοθετεί αυτήν την ιδέα και αναγγέλλει ότι θα ανελάμβανε η ίδια τη διοργάνωση του όλου εγχειρήματος. Το ΑΚΕΛ τότε, χάριν της ενότητας, ακυρώνει τα δικά του σχέδια και καλεί τα μέλη και τους οπαδούς του να ψηφίσουν υπέρ της Ένωσης στο ενωτικό δημοψήφισμα της Εθναρχίας Κύπρου. Η βρετανική αποικιακή διοίκηση απορρίπτει την πρόσκληση-πρόκληση της Εκκλησίας να αναλάβει αυτήν τη διοργάνωση του δημοψηφίσματος (12 Δεκέμβρη 1949). Έτσι η Εθναρχούσα Εκκλησία προχωρεί στη διοργάνωσή του τον αμέσως επόμενο μήνα.
Στο παρόν άρθρο εξετάζονται ορισμένες πτυχές της εκλογικής διαδικασίας του δημοψηφίσματος με βάση την έκθεση τού τότε Βρετανού διοικητή της επαρχίας Λεμεσού, Αrthur Frederick John Reddaway, έτσι όπως ο ιστορικός ερευνητής και ακαδημαϊκός στο King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου τα αναφέρει στο ερευνητικό του έργο. Δέκα ημέρες μετά την ολοκλήρωση του δημοψηφίσματος, ο Αrthur Reddaway υποβάλλει προς τον Αποικιακό Γραμματέα του Κυβερνείου της Λευκωσίας δεκασέλιδη έκθεση, περιγράφοντας τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην επαρχία του λίγο πριν αλλά και μετά τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος.
Η εκτίμηση του κυβερνήτη Αndrew Wright, όπως διατυπώθηκε σε συνοδευτική τής έκθεσης επιστολή του προς τον Υπουργό Αποικιών Αrthur Creech Jones, ήταν ότι η έκθεση του Reddaway εξέθετε με αξιέπαινη σαφήνεια τόσο την πραγματική σειρά των γεγονότων κατά τη διάρκεια του μήνα, όσο και τη στάση της Δεξιάς αλλά και της Αριστεράς σχετικά με τη συγκέντρωση των υπογραφών που ολοκληρώθηκε στις 22 του Γενάρη.
Αν και η έκθεση αναφέρεται σε γεγονότα (που διαδραματίστηκαν) στην επαρχία Λεμεσού, σημειώνει ο κυβερνήτης, μπορεί δίκαια να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύει την κατάσταση (που επικρατούσε) σε όλο το νησί κατά τη διάρκεια του προηγούμενου μήνα (εμπιστευτική επιστολή τού κυβερνήτη, 13 του Φλεβάρη 1950). Ας σημειώσουμε ότι ο Reddaway, απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Reading, υπηρετούσε στην αποικιακή διοίκηση στην Κύπρο από το 1938 και το 1950, που είχε τη διοίκηση της επαρχίας Λεμεσού, ήταν μόλις 33 χρονών.
Ήπια η Δεξιά
Στο διάστημα των δώδεκα πρώτων ημερών του 1950, η πόλη της Λεμεσού γνώρισε επτά και η επαρχία της 98 συγκεντρώσεις υπέρ του ενωτικού δημοψηφίσματος. Από αυτές, 81 οργανώθηκαν από τη Δεξιά και 24 από την Αριστερά. Ενδεικτικά ο Reddaway αναφέρει ότι, με βάση τα δεδομένα της Κύπρου, ο τόνος των ομιλιών της Δεξιάς ήταν ήπιος και όχι έντονα αντιβρετανικός. Ενώ για τους ομιλητές της Αριστεράς σημειώνει ότι ήταν σαφώς πιο προκλητικοί και υβριστικοί, αλλά και πάλι δεν έφθαναν τα συνηθισμένα τους επίπεδα συμπεριφοράς.
Ο Βρετανός διοικητής πρόσθεσε ότι δεν αντιμετώπισε επικρίσεις αναφορικά με την απόφασή του να μην επιτρέψει άλλες συναντήσεις μετά τις 12 του μήνα. Ανέφερε, μάλιστα, ότι αυτή του η απόφαση καλωσορίστηκε από τη Δεξιά και τη μετριοπαθή κοινή γνώμη και συνέβαλε στο να μειωθεί ο καλπάζων ενθουσιασμός. Ο Reddaway έφθασε μέχρι του σημείου να ισχυριστεί ότι επειδή η αποικιακή κυβέρνηση έδειξε να είναι διατεθειμένη να λάβει σοβαρά υπόψη την πιθανότητα προκλήσεως ταραχών με αφορμή το δημοψήφισμα, η Δεξιά «συνετίστηκε» και ότι πιθανόν στο μέλλον θα σκέφτονταν λίγο περισσότερο τους κινδύνους που εμπερικλείονται πριν αρχίσουν διαδηλώσεις σε παγκύπρια κλίμακα.
Οι συγκεντρώσεις
Μολαταύτα ο Βρετανός διοικητής παρατήρησε ότι γνωστοί εθνικιστές του Εθναρχικού Συμβουλίου παρευρέθησαν σε εκδήλωση της Αριστεράς και επευφήμησαν τις ομιλίες τού αριστερού δημάρχου της Λεμεσού και του επαρχιακού γραμματέα του ΑΚΕΛ. Με σαφή ειρωνική διάθεση ο Reddaway διερωτήθη αν οι εθνικιστές ηγέτες δρ Σωκράτης Τορναρίτης και δρ Μάριος Τριτοφτίδης επεφύλαξαν τα θερμότερά τους χειροκροτήματα για την ακόλουθη παρατήρηση του δημάρχου Λεμεσού: Ξέρουμε ότι αν η Ένωση πραγματοποιηθεί σήμερα, εμείς (οι αριστεροί) θα είμαστε οι πρώτοι που θα εξοριστούμε, θα φυλακιστούμε και θα δολοφονηθούμε.
Αν σκεφθεί κανείς ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της Μητρόπολης Κιτίου το εκλογικό σώμα της πόλης της Λεμεσού ήταν το 1950 μόλις γύρω στα 13.000 άτομα (όπως θα δούμε παρακάτω ο ακριβής αριθμός είναι δύσκολο να εξακριβωθεί), οι 2.500 περίπου παρευρεθέντες στην ενωτική εκδήλωση της Αριστεράς αποτελούσαν ήδη το 20% των ψηφοφόρων.
Η βρετανική έκθεση παρατηρεί ότι, παρά το γεγονός ότι η συγκέντρωση ήταν οργανωμένη από την Αριστερά, υπήρχαν στο ακροατήριο αρκετοί εθνικιστές. Παρά την αναγνώριση του πηγαίου ενθουσιασμού, που ήταν άλλωστε πασιφανής στις πόλεις, και της σύμπνοιας που επεκράτησε ανάμεσα σε Δεξιά και Αριστερά για το δημοψήφισμα, οι Βρετανοί αποικιοκράτες κατηγόρησαν και την Εκκλησία και την Αριστερά για άσκηση πίεσης στους ανυποψίαστους ψηφοφόρους της κυπριακής υπαίθρου.
Ο Reddaway αναφέρει ότι όσοι από τους κυβερνητικούς υπαλλήλους της υπαίθρου, μουκτάρηδες (κοινοτάρχες) και χωροφύλακες των χωριών αρνήθηκαν να υπογράψουν (στο δημοψήφισμα), βρέθηκαν σε αρκετά δυσάρεστη θέση, για να προσθέσει, «φοβάμαι ότι αν δεν έχει πετύχει τίποτα άλλο με το δημοψήφισμα, η Εθναρχία έχει τουλάχιστον πετύχει να προκαλέσει έχθρα εναντίον ενός αριθμού ευυπόληπτων και πιστών υποστηρικτών της κυβέρνησης στην ύπαιθρο. Θα είναι απίθανο να αφήσουν οι ταραξίες στα χωριά τέτοια συναισθήματα να πεθάνουν».
Ο ρόλος του Μακαρίου
Κάνοντας λόγο για τον Μακάριο, ο Reddaway ισχυρίστηκε ότι ο τριανταεξάχρονος τότε μητροπολίτης Κιτίου επισκέφθηκε πέντε χωριά στις 15 του Γενάρη και ξέπεσε στο να εκβιάζει τους κοινοτάρχες τους να υπογράψουν υπέρ της Ένωσης. Επικαλούμενος τους πληροφοριοδότες του, ο Βρετανός διοικητής παρατήρησε ότι η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος φαίνεται να ήταν κατά πολύ διαφορετική από εκκλησία σε εκκλησία. Παραδέχτηκε ότι οι περισσότεροι ιερείς κατέβαλαν κάποια προσπάθεια να περιορίσουν τη νοθεία, αλλά, παραπέμποντας και πάλι στους πληροφοριοδότες του, πρόσθεσε πως αυτοί γενικά συμφωνούν ότι:
(α) Οι ιερείς δεν ήταν και ιδιαίτερα σχολαστικοί στην εφαρμογή του ορίου ηλικίας των 18 χρονών κατά την ετοιμασία των εκλογικών καταλόγων.
(β) Ένα μέλος μίας οικογένειας μπορούσε να ψηφίσει εκ μέρους άλλων μελών της ίδιας οικογένειας.
(γ) Επετράπη σε άτομα που ισχυρίστηκαν ότι ήταν γραμμένα σε ένα εκλογικό κέντρο να υπογράψουν σε ένα άλλο, χωρίς να εξεταστεί επισταμένα η ταυτότητά τους.
Με βάση τα πιο πάνω, γράφει ο Reddaway, δεν ξενίζει το γεγονός ότι ο αριθμός των υπογραφών στην πόλη της Λεμεσού στην πραγματικότητα ξεπέρασε τον αριθμό των καταχωρισμένων ψηφοφόρων στους εκλογικούς καταλόγους που ετοιμάστηκαν από τους ιερείς. Για να προσθέσει αμέσως συμπερασματικά:
«Αυτό δεν φαίνεται στα δημοσιευμένα αποτελέσματα (του δημοψηφίσματος) και υποθέτω ότι αντιλαμβανόμενοι το παράλογο (της υπόθεσης), οι διοργανωτές γρήγορα διόρθωσαν τους αρχικούς καταλόγους με τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται ένα λογικό περιθώριο. Ο αρχικός αριθμός των ψηφοφόρων στον κατάλογο ήταν 12.898, ο αριθμός των συγκεντρωμένων υπογραφών 12.991 και ο αριθμός των ψηφοφόρων στον αναθεωρημένο εκλογικό κατάλογο 13.235. Σε ένα χωριό, τα Αγρίδια, οι διοργανωτές προφανώς παρέλειψαν να διορθώσουν τον αρχικό κατάλογο, αφού συγκεντρώθηκαν 273 υπογραφές έναντι 269 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων.
Όπως φαίνεται και από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, παρά τα φαινόμενα νοθείας που σε κάποιο βαθμό παρατηρήθηκαν, στην πόλη της Λεμεσού λίγοι, αν όχι κανείς, από τους μετριοπαθείς ή φιλοβρετανούς πολίτες απέφυγαν να υπογράψουν. Για παράδειγμα, ένας γνωστός φιλοβρετανός, ο σερ Παναγιώτης Κακογιάννης, υπέγραψε εν μέσω επευφημιών το πρωί της 15ης του Γενάρη. Δεν νομίζω ότι η κοινή γνώμη, της Λεμεσού τουλάχιστον, επικρίνει αυτόν και άλλους φιλοκυβερνητικούς γιατί υπέγραψαν (υπέρ της Ένωσης) εξηγεί ο Reddaway. Οι φιλοβρετανοί εξηγούν τη στάση τους αυτή με βάση έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω λόγους, σύμφωνα με τον Βρετανό διοικητή:
(α) Γιατί είναι ειλικρινά δεσμευμένοι με την «ένωση» ως ιδανικό.
(β) Θεωρούν το δημοψήφισμα ως ένα ακόμη πολιτικό κόλπο και υπέγραψαν απλώς για να αποφύγουν φασαρίες και γνωρίζοντας σαφώς ότι δεν σήμαινε τίποτα.
(γ) Θεωρούν ότι η κυβέρνηση μπορεί να μέμφεται μόνο τον εαυτό της διότι έχει επιτρέψει να φτάσει η κατάσταση σε τέτοιο βαθμό εκτός ελέγχου, που να μην μπορούν οι φίλοι της να διακινδυνέψουν τις συνέπειες μιας δημόσιας δήλωσης υποστήριξής της.
(δ) Σε συνέχεια του πιο πάνω λόγου, θα ήταν καλύτερα να έχουμε ένωση και να τελειώνουμε, παρά να συνεχίζεται η σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Η ελληνική κυβέρνηση θα έβαζε τους κομμουνιστές τουλάχιστον στη θέση τους και τα οικονομικά μειονεκτήματα θα αντισταθμίζονταν σε κάποιο βαθμό από τον τερματισμό της αβεβαιότητας σχετικά με το μέλλον της νήσου, πράγμα που είναι τόσο κακό για τη μακροπρόθεσμη εμπορική ανάπτυξη.
(ε) Όποιος αρνιόταν να υπογράψει το δημοψήφισμα, θα μπορούσε βεβαίως να αποχαιρετήσει την οποιαδήποτε προοπτική πολιτικής ανέλιξής του στην Κύπρο, πόσω μάλλον προοπτική επηρεασμού τών συμπατριωτών του υπέρ της συνεργασίας με την Κυβέρνηση.
Μία εβδομάδα μετά τη λήξη του δημοψηφίσματος και αφού οι πανηγυρισμοί κόπασαν, γεννήθηκαν δύο βασικά ερωτήματα:
(1) Θα συνεχιζόταν η «εκεχειρία» μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς;
(2) Ποιες θα ήταν οι επόμενες ενέργειες αξιοποίησης του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος;
Διαμάχη Αριστεράς – Δεξιάς
Ο Reddaway εκτιμά ότι όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, στη Λεμεσό κανένας δεν αμφέβαλλε ότι η απάντηση ήταν αρνητική. Αυτό επιβεβαιώθηκε από τον τρόπο με τον οποίο η Δεξιά αντιμετώπισε την πρόταση της Αριστεράς για συνεργασία στην αξιοποίηση των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος. Η στάση της Δεξιάς ήταν υπεροπτική και προσβλητική απέναντι στην Αριστερά.
Έτσι η τελευταία, μη έχοντας άλλα περιθώρια αντίδρασης, κατηγόρησε τη Δεξιά για ανειλικρίνεια στις προθέσεις της και δήλωσε αποφασισμένη να αναλάβει η ίδια την προώθηση των ενδεδειγμένων ενεργειών για την αξιοποίηση του αποτελέσματος του ενωτικού δημοψηφίσματος στο εξωτερικό.
Το γεγονός αυτό δεν ήταν τίποτα καινούργιο. Η Δεξιά ανέκαθεν επεδείκνυε δυσπιστία και καχυποψία σε προτάσεις συνεργασίας που διατύπωνε κατά καιρούς η ηγεσία της Αριστεράς. Τρία χρόνια νωρίτερα, το 1947, η Δεξιά είχε και πάλι αγνοήσει τις προτροπές της Αριστεράς, εν όψει Διασκεπτικής, για από κοινού κατοχύρωση της αποχής όχι μόνον από τη συνταγματική διαπραγμάτευση αλλά και από κάθε συνεργασία με το αποικιακό καθεστώς. Τώρα προστέθηκε και μια σημαντική διαφορά εκτίμησης ως προς τον χρόνο και τον τρόπο παρουσίασης των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος στον ΟΗΕ.
Η Αριστερά επεδίωκε την άμεση ανακίνηση του αιτήματος της αυτοδιάθεσης της Κύπρου στον διεθνή οργανισμό μέσω μιας σοβιετικής ή άλλης ανατολικοευρωπαϊκής πρωτοβουλίας. Αντίθετα, η κυπριακή Δεξιά τηρούσε στάση αναμονής μέχρι τη διενέργεια εκλογών στην Ελλάδα και στη Βρετανία. Κατόπιν θα κατέβαλλε προσπάθεια να πείσει τη νέα Κυβέρνηση των Αθηνών να εγγράψει το θέμα στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Σε περίπτωση που η ελληνική Κυβέρνηση κωλυσιεργούσε, εφημολογείτο στο νησί ότι θα προσεγγιζόταν είτε η Αίγυπτος είτε η Ινδία γι’ αυτόν τον σκοπό. Για την ώρα, όμως, η τακτική τής Δεξιάς περιοριζόταν στην παρουσία των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος σε Αθήνα και Λονδίνο.
Πηγή: Σημερινή
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Χάρης Γεωργιάδης: «Όχι» σε προεκλογική με Αβέρωφ – Νέα ένταση στον ΔΗΣΥ
Η «ενότητα» στον Δημοκρατικό Συναγερμό φαίνεται να περνά μια ακόμη δύσκολη δοκιμασία. Και αυτή τη φορά δεν χρειάστηκαν διαρροές, πηγαδάκια ή πολιτικοί χρησμοί. Ο Χάρης Γεωργιάδης το έγραψε, το υπέγραψε και το έστειλε στην Αννίτα Δημητρίου: αν ο Αβέρωφ Νεοφύτου πάρει το χρίσμα για τις Προεδρικές του 2028, ο ίδιος δεν θα συμμετάσχει στην προεκλογική του εκστρατεία.
Και κάπως έτσι, η πολυσυζητημένη προσπάθεια να παρουσιαστεί ένας ΔΗΣΥ που αφήνει πίσω του τις πληγές του 2023 αποκτά ένα μικρό… τεχνικό πρόβλημα.
Η πρίζα της «ενότητας» φαίνεται να βγήκε από τον τοίχο.
Το μήνυμα Χάρη δεν σηκώνει πολλές παρερμηνείες
Ο πρώην υπουργός Οικονομικών και ιστορικό στέλεχος του ΔΗΣΥ ενημέρωσε επισήμως την πρόεδρο του κόμματος ότι, εάν η εσωκομματική διαδικασία αναδείξει τον Αβέρωφ Νεοφύτου ως υποψήφιο για τις Προεδρικές του 2028, ο ίδιος δεν θα συμμετάσχει στην εκστρατεία στήριξής του.
Δεν σταμάτησε όμως εκεί.
Στην επιστολή του αποδίδει το πολιτικό σκηνικό που προηγήθηκε σε συνθήκες πίεσης και κάνει λόγο ακόμη και για «απροκάλυπτο πολιτικό εκβιασμό», συνδέοντας την εκτίμησή του με το ενδεχόμενο ανεξάρτητης υποψηφιότητας που, σύμφωνα με τον ίδιο, διατηρούσε ανοικτό ο Αβέρωφ Νεοφύτου.
Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται απλώς για:
«Δεν προτιμώ τον συγκεκριμένο υποψήφιο».
Πρόκειται για πολύ βαθύτερη πολιτική διαφοροποίηση.
Το καλύτερο; «Θα σεβαστώ την πλειοψηφία, αλλά…»
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πολιτικά πιο ενδιαφέρον σημείο.
Ο Χάρης Γεωργιάδης αναγνωρίζει ότι ο Αβέρωφ μπορεί να αποτελέσει την επιλογή της πλειοψηφίας των μελών.
Αλλά ξεκαθαρίζει ότι, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, ο ίδιος θεωρεί πολιτικό του καθήκον να διαφοροποιηθεί.
Δηλαδή:
Τα μέλη αποφασίζουν.
Το αποτέλεσμα γίνεται σεβαστό.
Αλλά η προεκλογική εκστρατεία… βλέπουμε.
Καλώς ήρθατε στην κυπριακή εκδοχή της κομματικής ενότητας.
Και τώρα, ποιος ακριβώς θα ενώσει ποιον;
Το πρόβλημα πλέον για την Πινδάρου δεν είναι μόνο ποιος θα πάρει το χρίσμα.
Είναι τι θα υπάρχει την επόμενη μέρα.
Διότι αν ένα ιστορικό στέλεχος του κόμματος δηλώνει προκαταβολικά ότι δεν μπορεί να συμμετάσχει στην εκστρατεία ενός συγκεκριμένου υποψηφίου, τότε το πραγματικό ερώτημα ξεπερνά την προσωπική αντιπαράθεση.
Μπορεί ο ΔΗΣΥ να βγει από αυτή τη διαδικασία ως μία παράταξη ή θα βγει ως άθροισμα στρατοπέδων;
Ήδη οι αντιδράσεις είναι ενδεικτικές. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος Δημήτρης Δημητρίου εξέφρασε τη διαφωνία του με την προσέγγιση Γεωργιάδη, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να γίνει σεβαστή η απόφαση των μελών και ότι τέτοιες κινήσεις μεγαλώνουν την εσωστρέφεια.
Με απλά λόγια:
Πριν ακόμη επιλεγεί ο υποψήφιος, άρχισε η συζήτηση για το ποιοι θα αρνηθούν να τον στηρίξουν.
Εξαιρετική αφετηρία για μια παράταξη που θέλει να μιλά για συσπείρωση.
Ο ελέφαντας στο δωμάτιο λέγεται 2023
Και φυσικά υπάρχει κάτι που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.
Οι Προεδρικές του 2023.
Ο ΔΗΣΥ πέρασε τότε μια από τις σοβαρότερες εσωτερικές κρίσεις της ιστορίας του. Ο ίδιος ο Γεωργιάδης φροντίζει μάλιστα στην επιστολή του να υπενθυμίσει ότι τότε στήριξε πλήρως την υποψηφιότητα Αβέρωφ Νεοφύτου, παρά τις δυσμενείς εκτιμήσεις που υπήρχαν για την εκλογική της προοπτική.
Γι’ αυτό και επιμένει ότι η σημερινή του διαφοροποίηση δεν αφορά την «εκλεξιμότητα» του Αβέρωφ.
Αφορά πολιτικές θέσεις, διαδικασίες και αρχές.
Αυτό κάνει τη σύγκρουση πολιτικά σοβαρότερη.
Διότι άλλο είναι να λες «δεν πιστεύω ότι μπορεί να κερδίσει».
Και άλλο να λες ουσιαστικά:
«Ακόμη κι αν τον επιλέξει το κόμμα μου, εγώ δεν μπορώ να κάνω εκστρατεία για να εκλεγεί».
Και μέσα σε όλα αυτά… Γλαύκος Κληρίδης
Υπάρχει και η λεπτομέρεια με ιδιαίτερο συμβολισμό.
Ο Χάρης Γεωργιάδης έθεσε στη διάθεση της Αννίτας Δημητρίου την παραίτησή του από την προεδρία του Ινστιτούτου Γλαύκος Κληρίδης, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι δεν αποστασιοποιείται από τον ΔΗΣΥ.
Άρα έχουμε ένα εξαιρετικά κυπριακό πολιτικό σχήμα:
Δεν φεύγω από το κόμμα.
Πιστεύω στο κόμμα.
Στηρίζω το κόμμα.
Αλλά εάν το κόμμα επιλέξει τον συγκεκριμένο υποψήφιο, δεν θα τον στηρίξω στην προεκλογική.
Και, παρεμπιπτόντως, η παραίτησή μου είναι στη διάθεσή σας.
Αν αυτό δεν είναι πολιτικό μήνυμα με κεφαλαία γράμματα, τότε τι είναι;
Η μάχη πλέον δεν είναι μόνο Αβέρωφ – Παμπορίδη
Η εξέλιξη αλλάζει και την πολιτική διάσταση της εσωκομματικής διαδικασίας.
Με τις υποψηφιότητες Αβέρωφ Νεοφύτου και Γιώργου Παμπορίδη να βρίσκονται στο προσκήνιο, η συζήτηση δεν αφορά πλέον απλώς δύο πρόσωπα. Η δημόσια παρέμβαση Γεωργιάδη μεταφέρει τη σύγκρουση στο ερώτημα για την κατεύθυνση και την πολιτική φυσιογνωμία του κόμματος.
Και εκεί αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα.
Γιατί οι εσωκομματικές εκλογές κάποτε τελειώνουν.
Οι δηλώσεις όμως μένουν.
Οι επιστολές επίσης.
Και όταν έρθει η ώρα της οικογενειακής φωτογραφίας με τον νικητή, κάποιος θα πρέπει να εξηγήσει πώς ακριβώς θα χωρέσουν όλοι στο ίδιο κάδρο.
Η Πινδάρου ήθελε εκλογή υποψηφίου. Μπορεί να πάρει και ξεκαθάρισμα λογαριασμών
Η παρέμβαση Χάρη Γεωργιάδη κάνει ένα πράγμα απολύτως σαφές:
Η διαδικασία επιλογής υποψηφίου του ΔΗΣΥ δεν είναι απλώς μια ψηφοφορία για το ποιος θα διεκδικήσει την Προεδρία το 2028.
Εξελίσσεται παράλληλα σε συζήτηση για το ποιος εκφράζει τον ΔΗΣΥ, ποια πολιτική γραμμή θεωρείται συνέχεια της παράδοσής του και –κυρίως– πόσο πραγματικά ενωμένη είναι η παράταξη μετά τις συγκρούσεις των τελευταίων χρόνων.
Ο Αβέρωφ ζητά την ψήφο της βάσης.
Ο Παμπορίδης διεκδικεί το χρίσμα.
Ο Χάρης βάζει κόκκινη γραμμή.
Η Αννίτα καλείται να κρατήσει τις ισορροπίες.
Και η Πινδάρου;
Η Πινδάρου μάλλον χρειάζεται μεγαλύτερο τραπέζι.
Γιατί μέχρι το 2028 θα πρέπει πρώτα να αποφασίσουν ποιος θα καθίσει δίπλα σε ποιον.
Και μετά βλέπουμε για την Προεδρία.
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΔΗΣΥ: Αβέρωφ ή Παμπορίδης; Επιστροφή ή αλλαγή σελίδας για το 2028
Δεν είναι απλώς μια εσωκομματική εκλογή. Είναι μια αναμέτρηση για το ποιος ΔΗΣΥ θα πάει στις Προεδρικές του 2028. Ο Αβέρωφ Νεοφύτου ζητά την πολιτική του επιστροφή. Ο Γιώργος Παμπορίδης επιχειρεί να εκφράσει την αλλαγή σελίδας. Και αυτή τη φορά, την απάντηση θα δώσει απευθείας η βάση.
Η μάχη άρχισε και επίσημα.
Αβέρωφ Νεοφύτου και Γιώργος Παμπορίδης πέρασαν τη Δευτέρα το κατώφλι της Πινδάρου και υπέβαλαν τις υποψηφιότητές τους για το χρίσμα του Δημοκρατικού Συναγερμού στις Προεδρικές Εκλογές του 2028.
Πίσω όμως από την τυπική διαδικασία κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο πολιτικό δίλημμα.
Επιστροφή Αβέρωφ ή αλλαγή σελίδας με Παμπορίδη;
Αυτό είναι, σε μεγάλο βαθμό, το ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν στις 28 Νοεμβρίου τα σχεδόν 50.000 μέλη του ΔΗΣΥ.
Και η απάντησή τους δεν θα καθορίσει μόνο ποιος θα είναι ο προεδρικός υποψήφιος της παράταξης. Θα δείξει προς ποια κατεύθυνση θέλει να κινηθεί ο ίδιος ο Συναγερμός μετά τις πληγές του 2023.
Αβέρωφ: «Επιστροφή στο σπίτι»
Ο Αβέρωφ Νεοφύτου μπήκε στην αναμέτρηση με ένα σαφές πλεονέκτημα: γνωρίζει τον ΔΗΣΥ όσο λίγοι.
Πρώην πρόεδρος του κόμματος, με πολυετή παρουσία στην πρώτη γραμμή, ισχυρές οργανωτικές διασυνδέσεις και βαθιά γνώση του κομματικού μηχανισμού, επιστρέφει για να ζητήσει από τη βάση μια δεύτερη ευκαιρία για τη μεγάλη μάχη.
Η εικόνα της υποψηφιότητάς του ήταν χαρακτηριστική.
Η αναφορά του στον ΔΗΣΥ ως το «σπίτι» και την «οικογένειά» του συμπύκνωσε ουσιαστικά ολόκληρο το πολιτικό αφήγημά του: επιστροφή στις ρίζες, εμπειρία, κομματική συνέχεια και επανασυσπείρωση.
Οι περισσότερες από 3.000 υπογραφές που συγκέντρωσε, όταν απαιτούνταν 500, αποτελούν παράλληλα σαφή επίδειξη οργανωτικής ισχύος.
Το μεγάλο ερώτημα, όμως, είναι άλλο:
Μπορεί η ισχυρή παρουσία του Αβέρωφ στον κομματικό μηχανισμό να μετατραπεί ξανά σε πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα;
Γιατί από τις Προεδρικές του 2023 μέχρι σήμερα έχουν αλλάξει πολλά.
Και η νέα κάλπη δεν αφορά μόνο την αποτίμηση του παρελθόντος, αλλά κυρίως το ποιος μπορεί να κερδίσει το 2028.
Παμπορίδης: Το στοίχημα της αλλαγής
Απέναντι στον Αβέρωφ βρίσκεται μια διαφορετική πολιτική πρόταση.
Ο Γιώργος Παμπορίδης δεν διαθέτει την ίδια διαδρομή στον κομματικό μηχανισμό. Διαθέτει, όμως, κυβερνητική εμπειρία και επιχειρεί να παρουσιάσει την υποψηφιότητά του ως επιλογή ανανέωσης και νέας πολιτικής αφετηρίας.
Ακόμη και η εικόνα της επίσημης υποβολής της υποψηφιότητάς του ήταν διαφορετική.
Χωρίς οργανωμένη κινητοποίηση υποστηρικτών και με χαμηλότερους τόνους, έδωσε έμφαση στην ανάγκη για ποιοτική και αδιάβλητη διαδικασία και, κυρίως, στην επόμενη ημέρα.
Το δικό του στοίχημα είναι διαφορετικό από εκείνο του Αβέρωφ.
Πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει το αίτημα για ανανέωση σε πλειοψηφικό ρεύμα μέσα στην ίδια τη συναγερμική βάση.
Και ότι μπορεί να προσελκύσει όχι μόνο όσους θέλουν αλλαγή προσώπου, αλλά και εκείνους που αναζητούν έναν υποψήφιο με δυνατότητα διεύρυνσης πέρα από τα παραδοσιακά όρια του ΔΗΣΥ.
Η σκιά του 2023 παραμένει
Υπάρχει όμως και ένας τρίτος «πρωταγωνιστής» σε αυτή την αναμέτρηση.
Το 2023.
Οι προηγούμενες Προεδρικές Εκλογές άφησαν βαθιά σημάδια στον Δημοκρατικό Συναγερμό.
Η ήττα Αβέρωφ, η εκλογή Νίκου Χριστοδουλίδη, οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις και όσα ακολούθησαν εξακολουθούν να επηρεάζουν τις πολιτικές ισορροπίες.
Γι’ αυτό και η κάλπη της 28ης Νοεμβρίου μπορεί να λειτουργήσει και ως μια καθυστερημένη απάντηση της βάσης σε όσα συνέβησαν τότε.
Θέλει επιστροφή σε μια δοκιμασμένη κομματική ηγετική φυσιογνωμία;
Ή θεωρεί ότι ο κύκλος εκείνης της περιόδου έχει κλείσει και χρειάζεται μια νέα πολιτική πρόταση;
Και στο βάθος… Χριστοδουλίδης
Υπάρχει, ασφαλώς, και το μεγάλο ερώτημα των Προεδρικών του 2028.
Ο πραγματικός αντίπαλος του νικητή της 28ης Νοεμβρίου δεν θα είναι ο ηττημένος της εσωκομματικής αναμέτρησης.
Θα βρίσκεται έξω από την Πινδάρου.
Και εκεί η συζήτηση για τον Νίκο Χριστοδουλίδη αποκτά αναπόφευκτα ιδιαίτερη σημασία.
Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει όχι μόνο ποιον θα κατεβάσει στις Προεδρικές, αλλά και με ποια στρατηγική θα επιχειρήσει να επιστρέψει στην εξουσία.
Πώς θα τοποθετηθεί απέναντι στον σημερινό Πρόεδρο;
Πώς θα επαναπατρίσει ψηφοφόρους που απομακρύνθηκαν;
Και, κυρίως, ποιος από τους δύο μπορεί να οικοδομήσει ευρύτερες συμμαχίες όταν η αναμέτρηση μεταφερθεί από την εσωκομματική κάλπη στην κοινωνία;
Η Αννίτα στη μέση μιας δύσκολης εξίσωσης
Για την Αννίτα Δημητρίου η διαδικασία αποτελεί επίσης μια σημαντική πολιτική δοκιμασία.
Μετά την απόφασή της να μη διεκδικήσει το χρίσμα, η πρόεδρος του ΔΗΣΥ καλείται τώρα να εγγυηθεί μια διαδικασία που δεν θα αφήσει πίσω της έναν νικητή και δύο στρατόπεδα.
Γιατί η μεγαλύτερη πρόκληση για την Πινδάρου ίσως να μην είναι η 28η Νοεμβρίου.
Ίσως να είναι η 29η.
Ο νικητής θα πρέπει να ενώσει την παράταξη. Ο ηττημένος θα πρέπει να αποδεχθεί έμπρακτα το αποτέλεσμα. Και η ηγεσία θα πρέπει να μετατρέψει μια σκληρή εσωκομματική αναμέτρηση σε κοινή πορεία προς τις Προεδρικές.
Η βάση καλείται να επιλέξει πορεία
Για πρώτη φορά ο προεδρικός υποψήφιος του ΔΗΣΥ θα αναδειχθεί απευθείας από τη βάση του κόμματος.
Και αυτό δίνει στην αναμέτρηση χαρακτηριστικά πολύ μεγαλύτερα από μια συνηθισμένη εσωκομματική διαδικασία.
Στη μία πλευρά βρίσκεται ένας πρώην πρόεδρος που επιστρέφει ζητώντας να ολοκληρώσει μια πολιτική διαδρομή που έμεινε ανολοκλήρωτη το 2023.
Στην άλλη, ένας πρώην υπουργός που επιχειρεί να πείσει ότι το 2028 χρειάζεται διαφορετική αφετηρία.
Αβέρωφ ή Παμπορίδης. Επιστροφή ή αλλαγή σελίδας.
Στις 28 Νοεμβρίου, τα μέλη του ΔΗΣΥ δεν θα επιλέξουν απλώς υποψήφιο Πρόεδρο.
Θα επιλέξουν προς ποια κατεύθυνση θέλουν να κινηθεί ο Συναγερμός στην πιο κρίσιμη πολιτική μάχη των επόμενων χρόνων.
Άρθρα Χάρη Θεραπή
Η Ιφιγένεια του ΔΗΣΥ: Αρκεί η «θυσία» της Αννίτας για να φυσήξει ούριος άνεμος;
Ποιος έπαιξε τον ρόλο του Αγαμέμνονα στη περίπτωση της θυσίας της Αννίτας και τελικά θα φυσήξει ούριος άνεμος;
- Η απόσυρση της Αννίτας Δημητρίου: Απέτρεψε μια μετωπική σύγκρουση στον ΔΗΣΥ, αλλά άφησε ανοικτό το ερώτημα για το πώς οδηγήθηκε σε αυτή την απόφαση.
- Η επόμενη μέρα του ΔΗΣΥ: Η κρίση δεν τελείωσε. Μεταφέρεται πλέον στη μάχη για το ποιος θα καθορίσει την πολιτική φυσιογνωμία και την προεδρική επιλογή της παράταξης.
- Το ζήτημα της πολιτικής ισχύος: Η νυν πρόεδρος αποσύρθηκε, ενώ ο τέως πρόεδρος παρέμεινε στη διεκδίκηση, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για τις πραγματικές ισορροπίες στο κόμμα.
- Η κρίση πολιτικού πολιτισμού: «Προδοσίες», παρασκήνιο, προσωπικές αιχμές, πιέσεις και «κηδεμόνες» δείχνουν μια πολιτική αντιπαράθεση που ξεπερνά πλέον τα όρια της σκληρής πολιτικής διαφωνίας.
Η Αννίτα Δημητρίου έκανε πίσω και ο ΔΗΣΥ απέφυγε, προς το παρόν, μια μετωπική σύγκρουση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποκαταστάθηκε η εσωκομματική ομαλότητα. Αντίθετα, ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα άφησε πίσω του ένα δύσκολο ερώτημα: ποιος καθορίζει σήμερα το παιχνίδι στον Δημοκρατικό Συναγερμό;
Η πολιτική εικόνα είναι απλή. Η νυν πρόεδρος αποσύρθηκε από τη διεκδίκηση του χρίσματος, ενώ ο τέως πρόεδρος παρέμεινε. Προηγήθηκαν δημόσιες παρεμβάσεις, αιχμές, καταγγελίες, συναντήσεις και έντονο παρασκήνιο. Γι’ αυτό και η απόφαση της Αννίτας δεν μπορεί να εξεταστεί μόνο ως πράξη «ενότητας», χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που την προκάλεσαν.
Η απόφαση της Αννίτας
Η Αννίτα Δημητρίου επέλεξε να μην οδηγήσει τον ΔΗΣΥ σε μια εσωκομματική αναμέτρηση με τον Αβέρωφ Νεοφύτου, η οποία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σύγκρουση χωρίς εύκολη επιστροφή. Υπό αυτή την έννοια, η απόφασή της έχει πολιτική λογική και ενδεχομένως προστατεύει τόσο την ίδια όσο και την παράταξη από έναν νέο βαθύ διχασμό.
Το πρόβλημα βρίσκεται στη διαδρομή που προηγήθηκε. Η αρχική αντίδραση της ηγεσίας στην ανακοίνωση Αβέρωφ ήταν η υποψηφιότητα Αννίτας και η επιτάχυνση των εσωκομματικών διαδικασιών. Στη συνέχεια τα χρονοδιαγράμματα χαλάρωσαν και τελικά η ίδια η πρόεδρος απέσυρε το ενδιαφέρον της, μετά από ημέρες δημόσιας αντιπαράθεσης και έντονων παρασκηνιακών διεργασιών.
Αυτή είναι και η πολιτική αντίφαση που δύσκολα παρακάμπτεται: δεν έκανε πίσω ο τέως πρόεδρος για να διευκολύνει τη νυν πρόεδρο, αλλά η νυν πρόεδρος για να αποφευχθεί η σύγκρουση με τον τέως. Η εξέλιξη αυτή δεν ακυρώνει το επιχείρημα περί ενότητας, αλλά αναπόφευκτα δημιουργεί ερωτήματα για τις πραγματικές ισορροπίες ισχύος μέσα στον ΔΗΣΥ.
Ποιος έχει τον πρώτο λόγο;
Μέχρι πρόσφατα, η εικόνα που εξέπεμπε η παράταξη ήταν ότι η πρόεδρος έχει τον πρώτο λόγο και, εφόσον επιθυμεί να διεκδικήσει την Προεδρία της Δημοκρατίας, θα αποτελούσε την προφανή επιλογή του κόμματος. Η εξέλιξη των τελευταίων ημερών ανέτρεψε αυτή την εικόνα και επανέφερε στο προσκήνιο τον Αβέρωφ Νεοφύτου ως καθοριστικό παράγοντα των εξελίξεων.
Το πραγματικό ερώτημα της επόμενης ημέρας, συνεπώς, δεν περιορίζεται στο ποιος θα πάρει τελικά το χρίσμα. Αφορά το ποιος διαθέτει την πολιτική ισχύ να καθορίζει την πορεία της παράταξης. Και αν για να αποφευχθεί η εσωκομματική σύγκρουση χρειάστηκε να αποχωρήσει η ίδια η πρόεδρος από τη διεκδίκηση, τότε ο ΔΗΣΥ οφείλει κάποια στιγμή να απαντήσει πού βρίσκεται το πραγματικό κέντρο αποφάσεων.
Η επόμενη μέρα δεν θα είναι ήρεμη
Η απόσυρση της Αννίτας δεν τελειώνει την εσωκομματική συζήτηση. Υπάρχει ο Ιωνάς Νικολάου, υπάρχει ο Γιώργος Παμπορίδης, υπάρχουν διαφορετικά κέντρα επιρροής και μια μεγάλη κομματική βάση που θα κληθεί να τοποθετηθεί. Το διακύβευμα, μάλιστα, είναι μεγαλύτερο από την επιλογή ενός υποψηφίου για το 2028.
Ο ΔΗΣΥ καλείται να αποφασίσει ποιος θέλει να είναι πολιτικά. Θα επιστρέψει σε μια προηγούμενη περίοδο, θα επενδύσει στην ανανέωση ή θα συνεχίσει να ισορροπεί ανάμεσα σε διαφορετικές γενιές, προσωπικές στρατηγικές και κέντρα εξουσίας; Η αποχώρηση μιας υποψηφιότητας δεν δίνει απάντηση. Απλώς μεταθέτει τη συζήτηση για αργότερα.
Οι «κηδεμόνες» και το παρασκήνιο
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η ειρωνική αναφορά του Γιώργου Παμπορίδη ότι «φαίνεται πως ο καθένας θέλει τον κηδεμόνα του στις συναντήσεις» αποτυπώνει μια άλλη διάσταση της υπόθεσης. Πίσω από την ατάκα υπάρχει ένα ουσιαστικό ερώτημα για το ποιοι συμμετέχουν στις κρίσιμες πολιτικές διαβουλεύσεις, με ποια ιδιότητα και με ποια πραγματική επιρροή στις αποφάσεις.
Οι διαβουλεύσεις και οι συμβιβασμοί αποτελούν μέρος της πολιτικής. Το πρόβλημα αρχίζει όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι οι αποφάσεις δεν διαμορφώνονται μέσα από καθαρές πολιτικές διαδικασίες, αλλά μέσα από προσωπικές παρεμβάσεις, παρασκηνιακές συναντήσεις και πιέσεις. Τότε τα όρια ανάμεσα στην πολιτική συνεννόηση και στην επιβολή γίνονται επικίνδυνα δυσδιάκριτα.
Η διολίσθηση του πολιτικού πολιτισμού
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο των τελευταίων ημερών ίσως δεν αφορά καν το ποιος θα είναι υποψήφιος. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται πλέον η πολιτική αντιπαράθεση. «Προδοσίες», υπονοούμενα, προσωπικές αιχμές, διαρροές, συναντήσεις που αποκτούν σχεδόν συνωμοτικό χαρακτήρα και δημόσιες επιθέσεις δημιουργούν ένα πολιτικό περιβάλλον στο οποίο η διαφωνία εύκολα μετατρέπεται σε προσπάθεια αποδόμησης του αντιπάλου.
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη σκληρή πολιτική σύγκρουση και στην πολιτική εξόντωση. Όταν ο στόχος παύει να είναι η αντιπαράθεση θέσεων και γίνεται η αμφισβήτηση των κινήτρων, της αξιοπιστίας ή ακόμη και της πολιτικής ηθικής του άλλου, τα όρια ξεπερνιούνται. Και τα χτυπήματα κάτω από τη μέση δεν εξαφανίζονται επειδή στο τέλος ακολουθούν χειραψίες, χαμόγελα και δηλώσεις ενότητας.
Χαρακτηριστικό είναι ότι, μετά την απόσυρση της Αννίτας Δημητρίου, ο Αβέρωφ Νεοφύτου μίλησε για «σώφρονα και υπεύθυνη απόφαση». Το ερώτημα είναι τι άλλαξε μέσα σε λίγες ημέρες. Οι πολιτικές διαφορές και όσα είχαν προηγηθεί ή απλώς η αποχώρηση μιας υποψηφιότητας που στεκόταν απέναντί του; Οι λέξεις στην πολιτική έχουν βάρος και δεν μπορούν να διαγράφονται ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής.
Η κοινωνία παρακολουθεί εμβρόντητη
Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πολύ σοβαρότερα ζητήματα. Το Κυπριακό βρίσκεται σε κρίσιμη φάση, η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, η στέγαση εξελίσσεται σε μείζον κοινωνικό πρόβλημα και η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς δοκιμάζεται. Οι πολίτες περιμένουν απαντήσεις για προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα, όχι για τις προσωπικές στρατηγικές του 2028.
Κι όμως, η πολιτική συζήτηση έχει ήδη αρχίσει να περιστρέφεται γύρω από το ποιος θα είναι υποψήφιος, ποιος θα αποσυρθεί, ποιος συναντήθηκε με ποιον και ποιος «πρόδωσε» ποιον. Όσο η πολιτική εγκλωβίζεται σε προσωπικές φιλοδοξίες, παρασκήνιο και αλληλοεξοντώσεις, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από τον πραγματικό λόγο ύπαρξής της: την αντιμετώπιση των προβλημάτων της κοινωνίας.
Η Αννίτα έκανε πίσω και ο ΔΗΣΥ απέφυγε την άμεση σύγκρουση. Η πραγματική δοκιμασία όμως αρχίζει τώρα: να αποδείξει ότι μπορεί να αποφασίσει για το μέλλον του μέσα από καθαρές διαδικασίες και πολιτικές επιλογές, χωρίς εκβιαστικά διλήμματα, προσωπικές βεντέτες και χτυπήματα κάτω από τη μέση.
Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα πάρει το χρίσμα του ΔΗΣΥ για το 2028. Είναι τι πολιτική και τι πολιτικός πολιτισμός θα έχουν απομείνει μέχρι τότε.
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 month agoΗ τέλεια καταιγίδα της Πινδάρου: Ο Αβέρωφ αποφάσισε, οι «πιστοί» του 2023 τι κάνουν;
-
LIVE4 weeks ago1η Οκτωβρίου 2026: Σε απευθείας μετάδοση από το ΡΙΚ η στρατιωτική παρέλαση
-
Off the Record1 month agoΨάχνουν τον νέο Χριστοδουλίδη. Ο παλιός είναι ακόμη στο Προεδρικό!
-
voulitv1 month agoΧριστοδουλίδης 2028: Χρειάζεται το ΕΛΑΜ, αλλά πόσο κοντά το αντέχει;
-
Off the Record1 month agoΤο είπα-ξείπα της Αννίτας
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΧρίστος Κληρίδης: Γιατί να παραμένουμε στη ΔΔΟ όταν η Τουρκία την έχει απορρίψει;
-
Off the Record1 month agoΤορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 month agoΠρέπει πρώτα να κερδίσει τον ΔΗΣΥ για να διεκδικήσει την Κύπρο;
-
Off the Record4 weeks agoΌταν ο «στενότερος των στενοτέρων» φιλοδοξεί να μάθει στην Αννίτα… πολιτικό πόκερ!
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ4 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: «Ο προδομένος ποτέ δεν προδίδει, αλλά δεν θα ξαναπροδοθεί»






