Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Ρήγμα στον άξονα Αθήνα-Λευκωσία για το ζήτημα των εγγυήσεων-ασφάλειας

Avatar photo

Published

on

NOVEMBER 30, 2016
Του Σταύρου Λυγερού

Εκτός από την εμπλοκή που έχει προκύψει στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό, λόγω της διαφωνίας για το εδαφικό, τις τελευταίες ημέρες έχει προκληθεί και ένα ρήγμα στον άξονα Αθήνα-Λευκωσία. Αιτία είναι το ζήτημα των εγγυήσεων-ασφάλειας. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά. Οι διαπραγματεύσεις για τα τέσσερα κεφάλαια της εσωτερικής πτυχής το προηγούμενο 18μηνο έχουν οδηγήσει σε συγκλίσεις, γεγονός που τροφοδότησε την ελπίδα για λύσει και εντός του 2016. Το Κυπριακό, όμως, δεν είναι μόνο οι συζητούμενες διευθετήσεις για το συνταγματικό, το εδαφικό, τις περιουσίες, τους εποίκους κλπ. Είναι και η εξωτερική πτυχή, το ζήτημα των εγγυήσεων και της ασφάλειας. Υπενθυμίζουμε ότι η συμφωνία της Ζυρίχης (1960), πρόβλεπε ότι η νεόδμητη Κυπριακή Δημοκρατία θα είχε τρεις εγγυήτριες δυνάμεις (Βρετανία, Ελλάδα και Τουρκία). Από την αρχή, η κυβέρνηση Τσίπρα απέφυγε επιμελώς να εμπλακεί στις διαπραγματεύσεις για την εσωτερική πτυχή. Θέση της είναι ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, ως μέλος της ΕΕ-Ευρωζώνης, μπορεί να διαχειρισθεί τα προβλήματά της και δεν έχει ανάγκη από μητέρες-πατρίδες και εγγυήτριες δυνάμεις. Η θέση αυτή δεν είναι αποστασιοποίηση από το Κυπριακό. Είναι θέση που στριμώχνει διπλωματικά την Άγκυρα. Χωρίς μία νέα συνθήκη εγγυήσεων δεν θα μπορούν να μείνουν στη Μεγαλόνησο τουρκικά στρατεύματα. Ούτε, βεβαίως, η Άγκυρα θα μπορεί να επικαλεσθεί επεμβατικά δικαιώματα, όπως είχε ισχυρισθεί 1974 για να εισβάλλει. Η Αθήνα έχει εξαρχής και με κατηγορηματικό τρόπο καταστήσει σαφή τη θέση της. Από την άλλη πλευρά, η Άγκυρα δείχνει απρόθυμη να συναινέσει σε λύση του Κυπριακού, εάν δεν εξασφαλίσει την παραμονή ικανού αριθμού στρατιωτών της στη Μεγαλόνησο. Αυτός είναι ο λόγος που η εξωτερική πτυχή του Κυπριακού αφέθηκε για το τέλος. Η υφιστάμενη διαφορά ήταν και παραμένει το μεγαλύτερο εμπόδιο. Τόσο ο διεθνής παράγοντας, όσο και η Άγκυρα πίστευαν ότι εάν ο Αναστασιάδης θα είχε συμφωνήσει για όλα τα άλλα ζητήματα, η Αθήνα τελικώς θα υποχρεωνόταν να αποδεχθεί μία διπλωματική φόρμουλα που ουσιαστικά θα ακύρωνε την αρχική θέση της. Κάπως έτσι σκεπτόταν και ο Κύπριος πρόεδρος. Εάν, μάλιστα, πιστέψουμε έγκυρη κυπριακή πηγή, είχε συμφωνήσει με τον διεθνή παράγοντα να αποδεχθεί μία τέτοια φόρμουλα. Οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων συναντήθηκαν στο Μοντ Πελεράν της Ελβετίας με σκοπό να ολοκληρώσουν τις διαπραγματεύσεις για την εσωτερική πτυχή. Με βάση τα όσα είπε ο Αναστασιάδης στους πολιτικούς αρχηγούς στο Εθνικό Συμβούλιο της περασμένης Πέμπτης, ο Ακιντζί αποδέχθηκε το τουρκοκυπριακό κρατίδιο να κατέχει το 29,2% του εδάφους, ενώ η ελληνοκυπριακή πλευρά αποδεχόταν το 28,2%. Ο πρόεδρος είπε ότι ακόμα και εάν δεχόταν το 29,2% θα επέστρεφαν πάνω από 78.000 Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες και ότι στα εδάφη που θα επιστρέφονταν θα περιλαμβανόταν και η πόλη Μόρφου (προβλεπόταν και στο σχέδιο Ανάν). Κι αυτό, παρότι ο Ερντογάν έχει εδώ και εβδομάδες πει ότι η Μόρφου δεν θα επιστραφεί. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Τουρκοκύπριοι απέφυγαν επιμελώς να καταθέσουν χάρτη. Στη σχετική συζήτηση στο Εθνικό Συμβούλιο παρενέβη ο διαπραγματευτής πρέσβης Μαυρογιάννης, διαψεύδοντας ουσιαστικά τον πρόεδρο. Κατέθεσε πως στις συνομιλίες οι Τουρκοκύπριοι είπαν πως έχουν χάρτη που τους δίνει 29,2% του εδάφους, αλλά επιτρέπει την επιστροφή στις εστίες μόνο 55.000 Ελληνοκυπρίων. Κατόπιν αυτού, ο Αναστασιάδης έκανε πίσω. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, ο ειδικός αντιπρόσωπος της Γραμματείας του ΟΗΕ για το Κυπριακό είπε στον Αναστασιάδη πως για να πάρει τη Μόρφου πρέπει να παραχωρήσει στους Τουρκοκύπριους την εκ περιτροπής προεδρία. Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να υπογραμμισθούν δύο στοιχεία: Πρώτον, πως το 29,2% είναι πλασματικό. Στην εδαφική διευθέτηση προβλέπονται και δύο μεγάλα πάρκα στην Καρπασία και στον Κορμακίτη (3-4% του εδάφους της Κύπρου), τα οποία θα είναι υπό τουρκοκυπριακή διαχείριση. Δεύτερον, πως δεν έχει γίνει διαπραγμάτευση για την ΑΟΖ των δύο κρατιδίων. Στο Εθνικό Συμβούλιο ο πρόεδρος ρωτήθηκε σχετικά, δεδομένου ότι οι Τουρκοκύπριοι διεκδικούν το 45% της κυπριακής ΑΟΖ. Μετά από πολλές πιέσεις, ομολόγησε ότι αυτό το ζήτημα όχι μόνο δεν έχει συζητηθεί, αλλά και πως ο ίδιος θεωρεί πως δεν μπορεί να συζητηθεί πριν από τη λύση! Πάντα σύμφωνα με την ενημέρωση του προέδρου στο Εθνικό Συμβούλιο, στη δεύτερη συνάντηση στο Μοντ Πελεράν, ο Ακιντζί υπαναχώρησε, αποδεχόμενος την επιστροφή το ανώτερο 65.000 Ελληνοκυπρίων. Ξεκαθάρισε, μάλιστα, ότι περαιτέρω διαπραγμάτευση δέχεται να γίνει σε πολυμερή διάσκεψη. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η Αθήνα, έχοντας συνείδηση ότι η Άγκυρα έχει αντιδιαμετρικές θέσεις, είχε θέσει ως όρο για τη σύγκληση της πολυμερούς να προηγηθεί μία συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν. Σκοπός της θα ήταν να ξεκαθαρισθεί εάν οι διαφορές μπορούν να γεφυρωθούν. Γιατί εάν αποδεικνυόταν ότι το χάσμα είναι αγεφύρωτο, η πολυμερής θα κατέληγε σε ναυάγιο. Με αυτό το πνεύμα μίλησε ο Τσίπρας στην τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Ερντογάν. Στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών είχαν συνείδηση ότι εάν η Ελλάδα πήγαινε απευθείας στην πολυμερή για να διαπραγματευθεί εκεί, θα βρισκόταν στο εξής δίλημμα: ή να υποχωρήσει και να δεχθεί παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής, ή να αποχωρήσει από τη διάσκεψη και να χρεωθεί το διπλωματικό κόστος του ναυαγίου. Επειδή, όμως, ο Αναστασιάδης πίεζε τον Τσίπρα να ορισθεί ημερομηνία σύγκλησης της διάσκεψης, συμφωνήθηκε η εξής συμβιβαστική φόρμουλα: να ορισθεί ημερομηνία, αλλά υπό αίρεση. Με άλλα λόγια, η διάσκεψη θα γινόταν μόνο εάν προέκυπτε γεφύρωση του χάσματος στη συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν. Η Αθήνα συμφώνησε να δώσει ημερομηνία και η Άγκυρα συμφώνησε οι δύο ηγέτες να συναντηθούν (στο Άμπου Ντάμπι). Η υπαναχώρηση του Ακιντζί στο εδαφικό προκάλεσε συνολική εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις. Αυτή με τη σειρά της προκάλεσε όχι μόνο το γνωστό παιχνίδι επίρριψης ευθυνών ανάμεσα στις δύο πλευρές, αλλά και μία έμμεση πλην σαφή διαμάχη μεταξύ Λευκωσίας και Αθήνας. Ένα μπλοκ πολιτικών και μιντιακών δυνάμεων στην Κύπρο και στην Ελλάδα ενορχήστρωσε μία επίθεση εναντίον του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών, κατηγορώντας τον ότι προσπαθεί να τορπιλίσει τη λύση. Είναι οι ίδιοι κύκλοι που το 2004 είχαν υποστηρίξει φανατικά το σχέδιο Ανάν και μάλιστα έναντι πλουσιοπάροχης χρηματοδότησης, όπως αποκαλύφθηκε εκ των υστέρων από αμερικανικά έγγραφα. Τον ισχυρισμό τους συνόψισε ο άλλοτε ευρωβουλευτής Τάκης Χατζηδημητρίου, ο οποίος σήμερα, μάλιστα, είναι και μέλος μίας τεχνικής επιτροπής στις διαπραγματεύσεις: «Περιεπλάκη το εδαφικό, κατά τρόπο αχρείαστο, με την υποστήριξη από μέρους της ελληνικής κυβέρνησης της εκ των προτέρων συμφωνίας για τις εγγυήσεις… Η ακραία θέση για τις εγγυήσεις έφερε σκλήρυνση της τούρκικης θέσης για το εδαφικό, που είναι η σοβαρότερη πλευρά για την επίλυση του προβλήματος». Παραθέσαμε τη θέση του, επειδή ουσιαστικά λέει φωναχτά αυτό που αφήνει να εννοηθεί ο πρόεδρος Αναστασιάδης. Είναι ενδεικτικό ότι προσπαθεί να καλλιεργήσει την εικόνα του “εποικοδομητικού Τσίπρα” έναντι του “ακραίου εθνικιστή Κοτζιά”. Με αυτό το πνεύμα μίλησε στο Εθνικό Συμβούλιο και ο εκπρόσωπος του ΔΗΣΥ Νεοφύτου. Στο ίδιο μήκος κύματος και η εφημερίδα Πολίτης, που είναι η ναυαρχίδα των προαναφερθέντων κύκλων στην Κύπρο: «Ο πρόεδρος Αναστασιάδης είχε αρκετές τηλεφωνικές συνομιλίες με τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος όμως πελαγοδρομούσε μεταξύ των όσων προωθούσε ο Κύπριος Πρόεδρος και των όσων ανέτρεπε ο δικός του υπουργός των Εξωτερικών. Έτσι, αν και ο Τσίπρας συμφώνησε με τον Αναστασιάδη, δεν έδειξε διατεθειμένος να τιθασεύσει τον υπουργό του. Γι’ αυτό και όταν πλέον αποφασίστηκαν οι ημερομηνίες της πολυμερούς διάσκεψης (21-22 Δεκεμβρίου), το σκηνικό είχε ανατραπεί». Τη σκυτάλη από τον “Πολίτη” πήρε στην Ελλάδα η ιστοσελίδα TVXS: «με βάση τα όσα είχαν μέχρι στιγμής συμφωνηθεί, σε πολύ γενικές γραμμές, η αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής θα γινόταν σταδιακά και μετά την επικύρωση της συμφωνίας. Στην προαναφερθείσα φόρμουλα παρουσιάζεται να είχε συμφωνήσει αρχικά και ο Έλληνας πρωθυπουργός που στη συνέχεια άρχισε να επηρεάζεται από τις θέσεις του κ. Κοτζιά». Από την πλευρά του, ο Κοτζιάς απάντησε ως εξής: «Μου λένε, όμως, ότι το να παλεύεις για την κατάργηση των εγγυήσεων, για να φύγουν τα κατοχικά στρατεύματα της Τουρκίας από την Κύπρο είναι εθνικισμός, ενώ είναι σύγχρονος ευρωπαϊσμός να κατέχει η Τουρκία ευρωπαϊκά εδάφη! Συχνά αυτοί που κατηγορούν για εθνικισμό την πατριωτική Αριστερά είναι φορείς του εθνικισμού της άλλης πλευράς». Σε non paper που έστειλε την περασμένη Δευτέρα το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών αναφέρεται: «Η ελληνική κυβέρνηση, κατά τη διάρκεια επανειλημμένων συνομιλιών με όλους τους παράγοντες που εμπλέκονται στο Κυπριακό πρόβλημα, κατέστησε σαφές ότι συμφωνεί να συμμετάσχει σε πολυμερή συνάντηση, υπό την αίρεση της προηγούμενης συζήτησης και συμφωνίας με την Τουρκία, επί του θέματος των εγγυήσεων και της ασφάλειας. Άνευ διεξαγωγής της συγκεκριμένης συζήτησης, η Ελλάδα δεν πρόκειται να προσέλθει σε πολυμερείς συνομιλίες και αυτό οφείλει να γίνει κατανοητό από όλους, του κ. Έιντε (ο αμερικανοκινούμενος ειδικός απεσταλμένος του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ) συμπεριλαμβανομένου». Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που ο Κοτζιάς δέχεται αλλεπάλληλα “μαχαιρώματα”. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, ο απερχόμενος Αμερικανός αντιπρόεδρος Μπάιντεν είχε προ καιρού συστήσει στον Τσίπρα να βάλει νερό στο κρασί του όσον αφορά τις εγγυήσεις και να κάνει στην άκρη τον υπουργό Εξωτερικών για να διευκολυνθεί η λύση του Κυπριακού. Η Αμερικανίδα υφυπουργός Εξωτερικών Νούλαντ υποστηρίζει την παραμονή τουρκικών στρατευμάτων μετά τη λύση του Κυπριακού. Συζητάει την πρόταση των Τούρκων το πρόβλημα να λυθεί με την παραχώρηση σ’ αυτούς μίας (κυρίαρχης) βάσης στη βόρειο Κύπρο. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, εκτός από τον Αναστασιάδη και κάποια στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησαν να προκαλέσουν ρήγμα στις σχέσεις Τσίπρα-Κοτζιά. Λένε στον πρωθυπουργό ότι πρέπει αυτός να χαράζει την εξωτερική πολιτική και να μην αφήνει ελεύθερο πεδίο στον υπουργό Εξωτερικών, επειδή θα τορπιλίσει τη λύση του Κυπριακού! Όπως έχουμε προαναφέρει, ο διεθνής παράγοντας και η Άγκυρα πίστευαν ότι ρυμουλκώντας την Ελλάδα σε μία πολυμερή διάσκεψη θα την υποχρέωναν, υπό το κράτος των συντονισμένων πιέσεων, να υπαναχωρήσει από τη θέση της ότι απορρίπτει τις εγγυήσεις. Θεωρώντας τον Κοτζιά εμπόδιο, προσπαθούν να τον παρακάμψουν, προτείνοντας η διαπραγμάτευση για τις εγγυήσεις να γίνει μεταξύ εμπειρογνωμόνων και παραλλήλως με τις διαπραγματεύσεις για την εσωτερική πτυχή. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Αναστασιάδης. Σύμφωνα με πολιτικό παράγοντα της Κύπρου, ο Αναστασιάδης, αναφερόμενος στον Κοτζιά, του είπε: «αυτός ο βλάκας τόλμησε να με πάρει τηλέφωνο να μου πει πως ξέφυγα από τα συμφωνηθέντα». Αξιόπιστες πηγές στη Λευκωσία υποστηρίζουν ότι οι κύκλοι στην Κύπρο που έχουν στοχοποιήσει τον Κοτζιά έχουν πάρει το πράσινο φως από το προεδρικό μέγαρο. Οι ίδιοι κύκλοι προσπαθούν να αποδώσουν την υπαναχώρηση του Ακιντζί στο εδαφικό στο γεγονός ότι η Αθήνα επιμένει να ζητάει την κατάργηση των εγγυήσεων. Σ’ αυτό το πνεύμα ήταν και η παρέμβαση του εκπροσώπου του ΔΗΣΥ Νεοφύτου στο Εθνικό Συμβούλιο. Εξέφρασε τη θέση του με μορφή ερωτήματος: «Αποκλείετε να έγιναν δεύτερες σκέψεις από την τουρκική πλευρά επειδή δεν αποδέχονται την εκ των προτέρων κατάργηση των εγγυήσεων;» Για να μην αφήσει καμία αμφιβολία, μάλιστα, δήλωσε καθαρά πως εάν οι Τουρκοκύπριοι συμφωνήσουν για το εδαφικό επί χάρτου, τότε πρέπει να συγκληθεί σε διάσκεψη. Παρεμφερή θέση εξέφρασε και ο επικεφαλής του ΑΚΕΛ. Η πείρα του Κυπριακού αποδεικνύει πως είναι πάγια τακτική της τουρκικής πλευράς να καλλιεργεί προσδοκίες για να αποσπάσει ανταλλάγματα στις διαπραγματεύσεις και όταν έρχεται η ώρα να υπαναχωρεί. Είναι χρήσιμο, ωστόσο, να αναφέρουμε την έγκυρη πληροφορία πως όταν προέκυψε η εμπλοκή στην Ελβετία, έλαβε χώρα ένα έντονο επεισόδιο. Ο Ακιντζί αποκάλεσε τον Αναστασιάδη μεγάλο ψεύτη, ο οποίος άλλα λέει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αλλά στη Λευκωσία και άλλα στην Αθήνα. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι κύκλοι που έχουν στοχοποιήσει τον Κοτζιά κατηγορούν την Αθήνα και για παρέμβαση στο Κυπριακό! Το ζήτημα των εγγυήσεων, όμως, δεν είναι αρμοδιότητα της Λευκωσίας. Είναι αποκλειστική αρμοδιότητα των τριών εγγυητριών δυνάμεων. Και είναι αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας να μη θέλει να συμπράξει στην ανανέωση ενός καθεστώτος που αφενός έχει προκαλέσει πληγές στον κυπριακό Ελληνισμό. Οι εγγυήσεις είναι συνδεδεμένες με την αποικιοκρατία και ως πρακτική έχει καταργηθεί διεθνώς μεταπολεμικά. Μόνη εξαίρεση ήταν η Κύπρος το 1960. Στο σημείο αυτό παραθέτω απόσπασμα από άρθρο μου στο “Θέμα” πριν ένα χρόνο (20-12-2015) που αποδεικνύει πως το πρόβλημα με τις εγγυήσεις υπάρχει εξαρχής και δεν προέκυψε τώρα: «Είναι προφανές πως χωρίς τη συμμετοχή της Ελλάδας δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους καθεστώς εγγυήσεων… Ο Κοτζιάς έχει ξεκαθαρίσει στον πρόεδρο Αναστασιάδη ότι η διαπραγμάτευση της λύσης του Κυπριακού είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της Λευκωσίας και η Αθήνα δεν θα εμπλακεί καθοριστικά. Στο ζήτημα, όμως, των εγγυήσεων έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα και δεν πρόκειται να συμμετάσχει… Όσοι κινούν από το παρασκήνιο τα νήματα επιδιώκουν να στήσουν μία πενταμερή διάσκεψη με σκοπό η Αθήνα να βρεθεί υπό πίεση… Διπλωματικές πηγές εκτιμούν πως όταν θα έχει κλείσει επιτυχώς ο κύκλος των διαπραγματεύσεων για τις εσωτερικές πτυχές του Κυπριακού, το ζήτημα των εγγυήσεων και της στρατιωτικής παρουσίας θα έρθει στο τραπέζι ως η μόνη εκκρεμότητα. Θα απειλήσουν την κυβέρνηση Τσίπρα πως εάν δεν υποχωρήσει θα έχει την ευθύνη για τον τορπιλισμό της λύσης. Δεν αποκλείουν, μάλιστα, να της ασκηθούν πιέσεις και μέσω του Αναστασιάδη». Στο Εθνικό Συμβούλιο, ο Αναστασιάδης επανέλαβε το επιχείρημα πως εάν δεν βρεθεί ένας συμβιβασμός η Τουρκία θα κάνει πράξη την απειλή της να προσαρτήσει την κατεχόμενη Κύπρο. Μετά την εμπλοκή, ο Τούρκος υπουργός Τσαβούσογλου έσπευσε να μεταβεί εκεί για να δηλώσει ότι πρέπει άμεσα να συμφωνηθεί οδικός χάρτης για να λυθεί το Κυπριακό μέχρι το τέλος του 2016. Μπορεί η απειλή της προσάρτησης να χρησιμοποιείται ως μέσο πίεσης από τον Αναστασιάδη, αλλά ούτε και αυτός την πολυπιστεύει, επειδή η Άγκυρα τα έχει ξαναπεί στο παρελθόν. Η δική μας άποψη είναι πως αυτή τη φορά δεν πρόκειται για μπλόφα. Εάν ο Ερντογάν δεν πάρει αυτό που θέλει θα έχει μεγάλο πολιτικό πειρασμό να μεγαλώσει την εδαφική επικράτεια της Τουρκίας. Μία τέτοια κίνηση ταιριάζει απολύτως στο νεοοθωμανικό όραμά του και αναμφισβήτητα θα έχει υψηλό πολιτικό συμβολισμό. Η όλη ρητορική του, άλλωστε, για τη συνθήκη της Λωζάννης και τα χαμένα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκ των πραγμάτων προετοιμάζει το έδαφος. Το γεγονός, μάλιστα, ότι διανύουμε περίοδο μετάβασης στην Ουάσιγκτον μπορεί να εκληφθεί από αυτόν ως ευκαιρία. Ο Σταύρος Λυγερός είναι αρθρογράφος της εφημερίδας ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

Πηγή: Ιδού ποιοι τορπιλίζουν την ενότητα Αθήνας και Λευκωσία: Στοχεύουν Κοτζιά, καλύπτουν Ερντογάν https://mignatiou.com/2016/11/idou-pii-torpilizoun-tin-enotita-athinas-ke-lefkosia-stochevoun-kotzia-kaliptoun-erntogan/

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε

Avatar photo

Published

on

Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.

Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.

Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.

Αφορά το 2028.

Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του

Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.

Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.

Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.

Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.

Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου

Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.

Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.

Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.

Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:

Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.

Και το ΑΚΕΛ;

Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.

Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.

Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.

Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.

Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.

Οι διορισμοί ήταν η αφορμή

Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.

ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.

Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.

Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.

Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.

Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο

Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.

Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.

Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.

Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.

Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.

Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia