ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Αννίτα vs Χριστοδουλίδης: Μία κόντρα με άρωμα προεκλογικού
Στην κόντρα των διπλών εκλογών δεν μπαίνουν μόνο οι ιδεολογίες, οι αντιπαραθέσεις θέσεων, οι διαφοροποιήσεις των κομμάτων αλλά πλέον επιχειρείται να εμπλακεί και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η Πρόεδρος του ΔΗΣΥ, Αννίτα Δημητρίου επιχειρεί να εντάξει στο κάδρο τον Νίκο Χριστοδουλίδη σε μία προσπάθεια συσπείρωσης των Συναγερμικών ψήφων. Αφορμή της κόντρας που ξέσπασε τις τελευταίες ημέρες ήταν η παρουσία του κ. Χριστοδουλίδη σε συγκεντρώσεις των κομμάτων συμπολίτευσης. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης δήλωσε πως δεν εμπλέκεται στην προεκλογική εκστρατεία και ότι όλα αυτά που βλέπουν το φως της δημοσιότητας δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Από την άλλη, η Πρόεδρος του ΔΗΣΥ επιχειρεί να οριοθετήσει τις δικές της γραμμές καθως οι τελευταίες τις κινήσεις μεταφράζονται ως προσπάθεια συσπείρωσης των ψηφοφόρων που ανήκουν στο κόμμα και στήριξαν την υποψηφιότητα του Νίκου Χριστοδουλίδη στις Προεδρικές Εκλογές.
Το χρονικό μιας προαναγγελθέντας κόντρας
Κατά τον τελευταίο χρόνο έχουν γίνει πολλά που κατέδειξαν πως οι σχέσεις τους δεν είναι και οι πλέον ειλικρινείς, ούτε οι καλύτερες. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης προσπάθησε από την αρχή να δεσμεύσει τον Συναγερμό για να προσδεθεί στο κυβερνητικό σχήμα, πρώτα μέσω δημόσιων προσκλήσεων, ή χρησιμοποιώντας μεσάζοντες γι’ αυτό, όπως ο τέως πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης. Η κίνηση αυτή, σε συνδυασμό με την ανοικτή πόρτα επικοινωνίας που είχε ο πρόεδρος με συγκεκριμένα στελέχη, τη στιγμή που η Αννίτα Δημητρίου είχε πάρει ξεκάθαρη θέση μέσω συνεδρίου πως ο ΔΗΣΥ ανήκει στην αντιπολίτευση, έστειλε το μήνυμα της εσωτερικής υπόσκαψης του ΔΗΣΥ με πρωτεργάτη τον Νίκο Χριστοδουλίδη. Αυτός είναι και ο λόγος που η ίδια εδώ και καιρό έχει μπει σε μία διαδικασία να προσπαθεί να οριοθετήσει τις δικές της γραμμές. Καθόλου τυχαία η επιστολή που απέστειλε πέρυσι στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, ζητώντας από την ηγεσία του τη μη συμπερίληψη των υπουργών τού Νίκου Χριστοδουλίδη στις προπαρασκευαστικές υπουργικές συναντήσεις του ΕΛΚ. Η «Κ» είχε αποκαλύψει και το έντονο παράπονο της κας Δημητρίου προς τον Μάνφρεντ Βέμπερ, για το γεγονός ότι οι αρχηγοί κρατών-μελών που συμμετέχουν στο ΕΛΚ –περιλαμβανομένου και του Νίκου Χριστοδουλίδη– δεν μένουν να ακούσουν και τις ομιλίες των αρχηγών των κομμάτων στις συναντήσεις που γίνονται. Έντονη ήταν και η δυσφορία της προέδρου του ΔΗΣΥ για τη θέρμη με την οποία προσεγγίζει τον Νίκο Χριστοδουλίδη η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον ανθρωπιστικό διάδρομο στη Γάζα. Η κόντρα τους συνεπώς δεν έχει γίνει απλώς γνωστή σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά προκαλεί και πονοκέφαλο, καθώς το EPP θέλει προφανώς να διατηρήσει τις ισορροπίες με τον ΔΗΣΥ, το ενδιαφέρει περισσότερο όμως να έχει αρχηγούς κρατών στο εσωτερικό του παρά αρχηγούς κομμάτων. Αυτή η συγκατοίκηση στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα είναι ένα από τα κύρια θέματα που ενοχλούν την Αννίτα Δημητρίου και που στο περιβάλλον της αναφέρει συχνά πως ήταν ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που κληροδότησε από τον Αβέρωφ Νεοφύτου. Μαζί με αυτό προστίθεται και η έντονη –χωρίς οποιαδήποτε συζήτηση των δύο εμπλεκόμενων μερών– φημολογία των τελευταίων μηνών, ότι ο Χάρης Γεωργιάδης είναι ο εκλεκτός του προέδρου για την Κομισιόν. Αυτό, όπως λέει στο περιβάλλον της, θα αποτελεί αιτία πολέμου, όμως αιτία πολέμου παραδόξως για την ίδια δεν θα αποτελεί το ενδεχόμενο ανανέωσης της θητείας τής τέως αντιπροέδρου του ΔΗΣΥ Στέλλας Κυριακίδου. Πέραν του ευρωπαϊκού σκηνικού στο οποίο παρουσιάζεται μία προσπάθεια του ποιος θα επικρατήσει, ζητήματα υπήρξαν και στο εσωτερικό. Η Αννίτα Δημητρίου αντέδρασε στην προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να κάνει το state of the union στη Βουλή, ενώ ζητήματα υπήρξαν και στην περίπτωση του Λιβάνου μετά την κρίση του μεταναστευτικού. Η κα Δημητρίου είχε ενημερώσει την Πινδάρου για την πρόθεσή της να προχωρήσει σε πρωτοβουλίες με την πρέσβειρα του Λιβάνου, όμως μόλις αποχώρησε από το κόμμα, άκουσε τον πρόεδρο της Δημοκρατίας να προτίθεται να επισκεφθεί τον Λίβανο. Αυτό το συμβάν όχι μόνο ενόχλησε την πρόεδρο του ΔΗΣΥ, αλλά άνοιξε και για την ίδια ζητήματα διαρροών εκ των έσω. Ούτε βεβαίως ο Νίκος Χριστοδουλίδης προσπάθησε να τιθασεύσει τις ανησυχίες τής Αννίτας Δημητρίου. Δεν έχει επιδιώξει απευθείας διαβούλευση μαζί της όλο αυτό το διάστημα για περαιτέρω συνεργασία, ενώ η κίνησή του να στείλει με τον Μάκη Κεραυνό νομοσχέδιο για το συνταξιοδοτικό των βουλευτών, ενέτεινε την άσχημη σχέση, όχι μόνο μαζί της και με βουλευτές του ΔΗΣΥ, αλλά και με τα συγκυβερνώντα κόμματα. Όσο όμως κι αν η υπόγεια μεταξύ τους κόντρα μαίνεται και παρουσιάζεται ως το κύριο πρόβλημα που έχουν να αντιμετωπίσουν, η αλήθεια είναι πως τα προβλήματά τους είναι πολύ βαθύτερα, ενώ οι παράγοντες που θα κρίνουν την πορεία τους στην πολιτική σκακιέρα ευρύτεροι.

«Είμαι Πρόεδρος όλων», λέει ο Χριστοδουλίδης – Αννίτα: Δεν θα προσκαλεστεί σε καμία συγκέντρωση
Το κλίμα μεταξύ των δύο οξύνθηκε το τελευταίο διάστημα μετά την ομιλία της Αννίτας Δημητρίου στο πλαίσιο παρουσίασης του πολιτικού μανιφέστου θέσεων για τις Ευρωεκλογες, όταν ερωτήθηκε αν ο ΔΗΣΥ θα προβεί σε διαβήματα για την παρουσία του ΠτΔ σε εργασίες κομμάτων άλλων ευρωομάδων, με την ίδια να απαντάει «αυτό θα το δούμε μετά τις εκλογές. Αλλά είναι πολιτικά οξύμωρο όντως ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας να ανήκει στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και να παρουσιάζεται σε άλλες πολιτικές ομάδες και νομίζω καλύτερα να ρωτηθεί ο ίδιος για το τι πρεσβεύει και πού ανήκει». Ο κ. Χριστοδουλίδης δεν άφησε αναπάντητες τις αναφορές της κ. Δημητρίου λέγοντας «είμαι Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, είμαι Πρόεδρος όλων των Κυπρίων, όπου με προσκαλούν φυσικά και θα παρευρεθώ. Αν με προσκαλέσουν και στην εκδήλωση του Δημοκρατικού Συναγερμού θα είμαι εκεί. Εξάλλου, ποτέ δεν κρύφτηκα».
Η Πρόεδρος του ΔΗΣΥ κλήθηκε στην εκπομπή του Ant1 να σχολιάσει τις συγκεκριμένες δηλώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας αναφέροντας πως δεν πρόκειται να τον προσκαλέσει σε καμία προεκλογική συγκέντρωση του κόμματος, καθώς όπως τονίζει ο ΔΗΣΥ δεν ανήκει στην συμπολίτευση. «Ο Πρόεδρος οφείλει να κρίνει με πολιτικά κριτήρια πού και πότε πρέπει να παραβρεθεί. Το δεδομένο είναι πως ο ίδιος ΠτΔ ανήκει στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα με τη συγκατάθεση και του Δημοκρατικού Συναγερμού και ταυτόχρονα απευθύνει ομιλίες που έχουν να κάνουν με στήριξη άλλων χώρων που δεν συμφωνούν με τη φιλοσοφία του ΕΛΚ σε προεκλογική εκστρατεία», κατέληξε η κ. Δημητρίου.
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΠόρισμα καταπέλτης για το “Κράτος-Μαφία” για 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΤουρκική εφημερίδα κάνει λόγο για «ισραηλινή κατάληψη» στην Κύπρο
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΜήνυμα ΔΗΠΑ προς Παπαδόπουλο: «Αναμένουμε την πρόσκληση» – Ανοικτοί σε συνεργασία αλλά με όρους
-
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΕρντογάν για Κύπρο: «Δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα» – Γιατί φοβάται ένα μικρό νησί;
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month ago«Κράτος Μαφία»: Σφοδρές αλληλοκατηγορίες μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ1 month agoΗ πλήρης σύνθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών της Βουλής
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΤέλος εποχής για τον Κιρ Στάρμερ – Παραιτήθηκε από πρωθυπουργός
-
voulitv2 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΓκιουλέρ: «Παράνομη η συμφωνία Γαλλίας – Κυπριακής Δημοκρατίας για την Ανατολική Μεσόγειο»






