Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Αντίδραση από Ισραήλ και Κομισιόν για τις απειλές Νασράλα κατά της Κύπρου

Published

on

Η Κύπρος είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως εκ τούτου η όποια απειλή κατά της χώρας αποτελεί απειλή κατά της ΕΕ, σχολίασε ο εκπρόσωπος της Κομισιόν για τις εξωτερικές υποθέσεις, Πίτερ Στάνο, κληθείς να σχολιάσει τις δηλώσεις του ηγέτη της Χεζμπολάχ, Χασάν Νασράλα, σε σχέση με την Κύπρο, ενώ εξέφρασε τη στήριξη της ΕΕ στη σχετική δήλωση του Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Χριστοδουλίδη.  Επίσης σύμφωνα με πληροφορίες ο κύριος Κόμπος είχε τηλεφωνική επικοινωνία πριν λίγο με ΥΠΕΞ Λιβάνου. Επαναβεβαιώσαν εξαιρετικές και στενές σχέσεις Κύπρου – Λιβάνου. Θα βγάλουν ανακοίνωση σε λίγο.

Κληθείς από το ΚΥΠΕ να διευκρινίσει αν θα γίνουν επαφές και με την Κυβέρνηση του Λιβάνου, ο κ. Στάνο είπε πως η επικοινωνία είναι συνεχής, και πως «ερχόμαστε σε επαφή επίσης με άλλα μέρη, μαζί με τους εταίρους μας από την περιοχή και τη διεθνή κοινότητα» με στόχο την αποτροπή της κλιμάκωσης. Σημείωσε ακόμα πως το ζήτημα αναμένεται να συζητηθεί από τους Υπουργούς Εξωτερικών της ΕΕ στην τακτική συνάντηση του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων τη Δευτέρα.

Απαντώντας αρχικά σε ερώτηση αναφορικά με τις απειλές του ηγέτη της Χεζμπολάχ κατά της Κύπρου σε περίπτωση παροχής στρατιωτικών διευκολύνσεων στο Ισραήλ, ο κ. Στάνο επεσήμανε πως «η Κύπρος είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης – αυτό σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η Κύπρος και η Κύπρος είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση».

«Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε απειλή εναντίον ενός από τα κράτη μέλη μας είναι απειλή εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης», πρόσθεσε.

Όπως σημείωσε, η ΕΕ «υποστηρίζει πλήρως την ίδια την Κύπρο, καθώς και τη δήλωση που έγινε σε σχέση με τις απειλές από τη Χεζμπολάχ από τον Πρόεδρο της Κύπρου».

Ερωτηθείς από κατά πόσον οι απειλές αυτές επηρεάζουν και τις σχέσεις με τον Λίβανο, στη διακυβέρνηση του οποίου η Χεζμπολάχ έχει ρόλο, ο κ. Στάνο επανέλαβε πως η Κύπρος είναι μέρος της ΕΕ και πως η ΕΕ θα συνεχίσει να στηρίζει και να δείχνει αλληλεγγύη στην Κύπρο.

«Η κατάσταση, βέβαια, πρέπει να ιδωθεί και στο ευρύτερο πλαίσιο των περιφερειακών εντάσεων», πρόσθεσε ο κ. Στάνο, επισημαίνοντας πως για αυτόν τον λόγο η ΕΕ «συμμετέχει σε επαφές και δραστηριότητες με διάφορους εταίρους στην περιοχή διεθνώς, για να συμβάλει στην αναγκαία και αναγκαία αποκλιμάκωση».

Σημειώνοντας πως δεν θα ήθελε να πει περισσότερα σε αυτό το στάδιο, υπενθύμισε πως οι Υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ θα έχουν συζητήσεις την ερχόμενη Δευτέρα στο Λουξεμβούργο, στο πλαίσιο του τακτικού Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, κατά το οποίο «θα συζητήσουν επίσης τις τελευταίες εξελίξεις και θα αξιολογήσουν την κατάσταση όπως αναπτύσσεται αυτή τη στιγμή».

Κληθείς από το ΚΥΠΕ να διευκρινίσει αν θα γίνουν και επαφές της ΕΕ με την Κυβέρνηση του Λιβάνου καθώς υπάρχουν σε εξέλιξη διεργασίες μεταξύ Βρυξελλών και Βηρυτού, μεταξύ άλλων και για τη στήριξη στον τομέα της μετανάστευσης, ο κ. Στάνο σημείωσε πως «έχουμε συνεχή διάλογο με τους εταίρους σε διάφορα επίπεδα», υπενθυμίζοντας πως ο Υπουργός Εξωτερικών του Λιβάνου βρέθηκε στις Βρυξέλλες πριν μερικές εβδομάδες και συνάντησε τον Ύπατο Εκπρόσωπο, Ζοζέπ Μπορέλ, ενώ η ΕΕ έχει και την αντιπροσωπεία της στη Βηρυτό.

«Φυσικά, έχουμε επαφές με τη λιβανική Κυβέρνηση, με τους Λιβανέζους ομολόγους μας και ερχόμαστε σε επαφή επίσης με άλλα μέρη, μαζί με τους εταίρους μας από την περιοχή και τη διεθνή κοινότητα», πρόσθεσε. Μοναδικός στόχος τον επαφών και της συνεχούς ανταλλαγής θέσεων και απόψεων είναι «να αποτραπεί οποιαδήποτε περαιτέρω κλιμάκωση, διότι κανείς δεν έχει να κερδίσει από μια πιθανή μεγαλύτερη κλιμάκωση μεταξύ της Χεζμπολάχ και του Ισραήλ στη συγκεκριμένη περίπτωση», ανέφερε.

Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου αν οι επαφές αυτές γίνονται και με τη Χεζμπολάχ, ο εκπρόσωπος της Κομισιόν επεσήμανε πως η Χεζμπολάχ «έχει πολιτική πτέρυγα που εκπροσωπείται στο κοινοβούλιο και στην Κυβέρνηση του Λιβάνου» και σημείωσε πως έχουν γίνει επαφές που έχουν δημοσιοποιηθεί.

«Έχουμε πολλούς τρόπους για να είμαστε σε επαφή με όλους τους απαραίτητους, όλους τους σημαντικούς και σχετικούς παράγοντες» είπε. «Δυστυχώς, στον Λίβανο, η Χεζμπολάχ είναι ένας σημαντικός παράγοντας. Είναι μέρος της κοινωνίας, είναι μέρος του πολιτικού φάσματος», πρόσθεσε, υπενθυμίζοντας πως κατά την πρόσφατή του επίσκεψή του στον Λίβανο, ο κ. Μπορέλ είχε συνάντηση με εκπρόσωπο της πολιτικής πτέρυγας της Χεζμπολάχ, όπου μετέφερε «με μεγάλη σαφήνεια» τις θέσεις και τις προσδοκίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Παράλληλα με ανάρτηση του, ο Υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ, Ίσραελ Κατς απαντά στις απειλές, αναφέροντας, «ο Νασράλα απειλεί με επίθεση στην Κύπρο. Οι ιρανικοί πύραυλοι και η εξτρεμιστική ισλαμική τρομοκρατία απειλούν τις ευρωπαϊκές χώρες και ολόκληρο τον ελεύθερο κόσμο. Προσθέτοντας ότι πρέπει να σταματήσουμε το Ιράν τώρα πριν να είναι πολύ αργά.»

«Λαμβάνονται όλα τα δέοντα μέτρα»

Τα μέτρα της Αστυνομίας κατά της τρομοκρατίας επικαιροποιούνται και αξιολογούνται καθημερινά και λαμβάνονται όλα τα δέοντα μέτρα προστασίας, αναλόγως των περιστάσεων, απάντησε στις απειλές Νασράλλα κατά της Κύπρου ο Υπουργός Δικαιοσύνης Μάριος Χαρτσιώτης.

Σε δηλώσεις στη Βουλή την Πέμπτη ο Υπουργός παρέπεμψε στις χθεσινές τοποθετήσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας ότι η Κύπρος είναι το μέρος της λύσης σε αυτά τα προβλήματα και όχι μέρος του προβλήματος.

“Σε σχέση με την αρμοδιότητα του δικού μου Υπουργείου έχω ήδη πει παρά πολλές φορές ότι τα μέτρα που λαμβάνονται, στο κομμάτι της τρομοκρατίας, αξιολογούνται και επικαιροποιούνται καθημερινά. Οπότε είναι αυτονόητο και αντιληπτό ότι και οι συγκεκριμένες δηλώσεις αξιολογούνται και τα σχετικά μέτρα επικαιροποιούνται επί καθημερινής βάσεως, αναλόγως πληροφοριών και εξελίξεων, πόσο μάλλον γιατί όχι και αναλόγως δημοσίων δηλώσεων δαφόρων παραγόντων”, ανέφερε.

Σε ερώτηση αν οι πολίτες πρέπει να καθησυχαστούν απάντησε ότι τα μέτρα της Αστυνομίας κατά της τρομοκρατίας επικαιροποιούνται και αξιολογούνται καθημερινά και λαμβάνονται όλα τα δέοντα μέτρα προστασίας αναλόγως των περιστάσεων.

Παρέμβαση Κυβερνητικού Εκπροσώπου, Κωνσταντίνου Λετυμπιώτη

Οποιοιδήποτε δημόσιοι ισχυρισμοί που αναφέρονται σε εμπλοκή της Κύπρου μέσω των υποδομών της ή των περιοχών της στην περίπτωση αντιπαράθεσης που σχετίζεται με τον Λίβανο, είναι παντελώς ανεδαφικοί. Η Κύπρος ποτέ δεν έχει παράσχει και ποτέ δεν θα παράσχει διευκολύνσεις για οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια κατά της οποιασδήποτε χώρας.
Η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί ένα αξιόπιστο παράγοντα σταθερότητας και ένα αναγνωρισμένο περιφερειακό κέντρο για ανθρωπιστικές επιχειρήσεις, στη βάση των εξαίρετων σχέσεων της με όλα τα κράτη της περιοχής.

Η εικόνα αυτή της Κύπρου βασίζεται στην αξιοπιστία και την προβλεψιμότητα της. Μέσω των πολυεπίπεδων πρακτικών πρωτοβουλιών που αναλαμβάνει, την έντονη δραστηριοποίηση της και την ενεργό διπλωματία, περιλαμβανομένου του θαλάσσιου διαδρόμου για παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα, συμβάλλει στην εδραίωση των απαραίτητων συνθηκών για επίτευξη περιφερειακής ειρήνης, ευημερίας και ασφάλειας.

Η Κύπρος είναι σθεναρός υποστηρικτής της επίλυσης διενέξεων μέσω ειρηνικών μέσων και διαλόγου, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Συγκεκριμένα, σε ό,τι αφορά τον Λίβανο, οι εξαίρετες σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών είναι καλά γνωστές. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης έχει επισκεφθεί τη χώρα δύο φορές κατά τους τελευταίους τρεις μήνες, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλία ώστε να δοθεί πακέτο οικονομικής στήριξης ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ από την ΕΕ προς ενίσχυση της σταθερότητας στον Λίβανο.

Η Κύπρος δεν είναι μέρος του προβλήματος Όπως είναι ευρέως αποδεκτό, το διπλωματικό της αποτύπωμα είναι μέρος της λύσης.

«Η ΚΔ δεν εμπλέκεται με κανένα τρόπο στις πολεμικές συρράξεις»

Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν εμπλέκεται με κανένα τρόπο στις πολεμικές συρράξεις, είπε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Χριστοδουλίδης, σημειώνοντας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος.

Αυτό που έχω να απαντήσω είναι ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν εμπλέκεται με κανένα τρόπο στις πολεμικές συρράξεις.
Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι μέρος του προβλήματος, η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μέρος της λύσης. Και ο ρόλος μας αυτός, όπως εκδηλώνεται, για παράδειγμα, μέσα από τον ανθρωπιστικό διάδρομο, αναγνωρίζεται όχι μόνο από τον αραβικό κόσμο, αλλά από το σύνολο της διεθνούς κοινότητας.

Για πρώτη φορά, ο Νασράλα εκτόξευσε απειλές εναντίον της Κύπρου

Για πρώτη φορά, ο Νασράλα εκτόξευσε απειλές και εναντίον της Κύπρου, υπογραμμίζοντας ότι η Χεζμπολάχ θα μπορούσε να τη θεωρήσει εμπλεκόμενη στον πόλεμο εάν εξακολουθήσει να επιτρέπει στο Ισραήλ να χρησιμοποιεί τα αεροδρόμια και τις βάσεις της για στρατιωτικούς σκοπούς.

Κατάσταση στα σύνορα Λιβάνου – Ισραήλ

Ο κ. Στάνο είπε πως η ΕΕ παρακολουθεί πολύ στενά την κατάσταση καθώς «αποτελεί πηγή συνεχούς ανησυχίας», όπως έχει τονιστεί από πλευράς Βρυξελλών στο παρελθόν.

«Έχουμε ήδη πει κατ’ επανάληψη ότι, σύμφωνα με το ψήφισμα 1701 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, η Ευρωπαϊκή Ένωση προτρέπει όλα τα μέρη να κάνουν ό,τι μπορούν για να αποκλιμακώσουν ή να σταματήσουν τα βήματα που οδηγούν σε κλιμάκωση» τόνισε ο εκπρόσωπος, σημειώνοντας πως η αποκλιμάκωση είναι σημαντική ώστε να καταστεί δυνατή η εμπλοκή σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, συνέχισε, η ΕΕ χαιρετίζει τις συνεχιζόμενες διπλωματικές προσπάθειες από τους διεθνείς εταίρους, και ιδιαίτερα τη Γαλλία και τις ΗΠΑ.

Αναφορικά με την πρόσφατη συμφωνία μεταξύ της Κομισιόν και του Λιβάνου, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και τη στήριξη στον λιβανικό στρατό, και απαντώντας σε ερώτηση για το πού βρίσκεται αυτή η διαδικασία, ο κ. Στάνο υπογράμμισε πως «η ΕΕ παραμένει προσηλωμένη στον Λίβανο και στον λιβανέζικο λαό», κάτι που έχει επαναληφθεί σε πολλές περιπτώσεις όπως κατά την επίσκεψη της Προέδρου Φον ντερ Λάιεν στη Βηρυτό, καθώς και σε συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, μέσω των οποίων και τα κράτη μέλη εξέφρασαν αυτή τη δέσμευση.

«Ναι», συνέχισε, «μέρος της υποστήριξής μας είναι η υποστήριξη των λιβανικών ενόπλων δυνάμεων», καθώς «διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο μαζί με την UNIFIL, την αποστολή του ΟΗΕ, στη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στο νότιο Λίβανο».

«Οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες αυτής της υποστήριξης εξακολουθούν να συζητούνται μεταξύ των κρατών μελών» πρόσθεσε.

Πηγή: Kathimerini

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε

Avatar photo

Published

on

Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.

Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.

Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.

Αφορά το 2028.

Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του

Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.

Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.

Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.

Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.

Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου

Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.

Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.

Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.

Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:

Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.

Και το ΑΚΕΛ;

Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.

Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.

Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.

Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.

Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.

Οι διορισμοί ήταν η αφορμή

Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.

ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.

Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.

Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.

Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.

Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο

Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.

Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.

Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.

Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.

Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.

Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia