Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Ευρωκοινοβούλιο – Τα Cyprus Confidential έβαλαν ξανά την Κύπρο στο σκαμνί

Published

on

Η Κομισιόν παρακολουθεί τις εξελίξεις των ερευνών στην Κύπρο για τις αποκαλύψεις της έρευνας “Cyprus Confidential” και συνεργάζεται στενά με τις κυπριακές αρχές σχετικά με το μητρώο τελικού δικαιούχου για να αποφευχθούν κίνδυνοι παράκαμψης των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, δήλωσε την Τετάρτη η Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Δημοκρατία και τη Δημογραφία, Ντούμπραβκα Σούιτσα.

Κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τρόπους να καλυφθούν όλα τα «παραθυράκια» στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με αφορμή την έρευνα “Cyprus Confidential”, η Επίτροπος είπε ότι είναι σημαντικό να παραμένει η ΕΕ σε επαγρύπνηση για οποιαδήποτε απόπειρα παράκαμψης των κυρώσεων, σημειώνοντας ότι οι κυπριακές αρχές ήδη ανακοίνωσαν ότι θα διερευνήσουν όλες αυτές τις καταγγελίες και ότι η Κομισιόν παρακολουθεί τις εξελίξεις.

Κάποιοι ευρωβουλευτές, κατά τη συζήτηση κάλεσαν την ΕΕ να επιβάλει κυρώσεις κατά της Κύπρου ενώ κάποιοι άλλοι σημείωσαν ότι αυτή είναι μια ευκαιρία για πιο αποτελεσματικά μέτρα κατά του ξεπλύματος χρημάτων.

«Εξετάζουμε οποιεσδήποτε καταγγελίες παράκαμψης των κυρώσεων», είπε η Επίτροπος στην ομιλία της και ανέφερε ότι η Κομισιόν θα προωθήσει ένα πολύ φιλόδοξο πρόγραμμα για την καταπολέμηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Είπε ότι η ΕΕ έχει μερικούς από τους αυστηρότερους κανόνες κατά του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος στον κόσμο, χάρη και στη δέσμευση του ΕΚ «και προσπαθούμε να ενισχύσουμε το οπλοστάσιό μας για να καταπολεμήσουμε το ξέπλυμα χρήματος».

Επεσήμανε ότι πρέπει οι ευρωπαϊκοί κανόνες να εφαρμόζονται σωστά από τα Κράτη Μέλη, ώστε να αποφευχθεί η διάπραξη εγκλημάτων, να προστατευθεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα της ΕΕ και να εφαρμοστούν οι κυρώσεις.

Σημείωσε ότι τον Ιούλιο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε διαδικασία επί παραβάσει κατά της Κύπρου λόγω εσφαλμένης εφαρμογής της Οδηγίας για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος και παρακολουθεί και τις έρευνες για το “Cyprus Confidential” «γιατί θα πρέπει να δούμε πώς λειτουργεί το μητρώο των τελικών δικαιούχων γιατί είναι σημαντικό αυτό το τμήμα με τους δικαιούχους εταιρειών και φαίνεται ποιος είναι ιδιοκτήτης ποιου πράγματος».

Είναι σημαντικό να υπάρχει ένα πλήρες και σωστό μητρώο τελικών δικαιούχων, πρόσθεσε, «γιατί έτσι θα μας βοηθήσει να εφαρμόσουμε πιο αποτελεσματικά τις κυρώσεις».

Η κ. Σούιτσα ανέφερε ότι η Επιτροπή στηρίζει Κράτη Μέλη για σωστή εφαρμογή των μέτρων, και ότι οι κυρώσεις πρέπει να εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλη την ΕΕ. Η παραβίαση κυρώσεων συνιστά έγκλημα στα περισσότερα Κράτη Μέλη αλλά το πώς προσδιορίζονται οι αξιόποινες πράξεις και τα επίπεδα ποινών και προστίμων διαφέρει από χώρα σε χώρα, πρόσθεσε. Αναφέρθηκε στην πρόταση το 2022 για Οδηγία για την εναρμόνιση της τυποποίησης των ποινών για παρακάμψεις των κυρώσεων.

Κλείνοντας, σημείωσε ότι την περασμένη εβδομάδα η Κύπρος ξεκίνησε το ηλεκτρονικό σύστημα για το μητρώο του τελικού δικαιούχου και είπε ότι η Κομισιόν συνεργάζεται στενά με τις κυπριακές αρχές για να αποφευχθούν κίνδυνοι παράκαμψης και ότι δίνονται κατευθυντήριες γραμμές, ενώ η Επιτροπή στηρίζει την Κύπρο για την εφαρμογή αυτών των θεμάτων.

Στις παρεμβάσεις τους οι πλείστοι Ευρωβουλευτές αναφέρθηκαν και “στις πωλήσεις διαβατηρίων από την Κύπρο σε ολιγάρχες”, όπως είπαν, και κάλεσαν την ΕΕ να δράσει.

Ο ευρωβουλευτής Ίρο Χεϊναλούομα από τη Φινλανδία μέλος της ομάδας Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η υπόθεση «Cyprus Confidential» προστίθεται σε αυτές της Danske Bank και της Deutsche Bank, σημειώνοντας ότι δεν είναι θέμα που αφορά μόνο την Κύπρο αλλά όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα της ΕΕ. Ζήτησε μεταξύ άλλων, όπως κλείσουν τα κενά στον τομέα των κρυπτονομισμάτων, ώστε να μην μπορεί να γίνεται χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

Η Ολλανδή Σοφί ιντ Βελντ, της ομάδας Renew Europe ευχαρίστησε τους δημοσιογράφους που ανακάλυψαν “για άλλη μια φορά”, όπως είπε, αδικήματα και διερωτήθηκε γιατί αυτό δεν αποκαλύφθηκε από τις αρχές. Είπε ότι η ΕΕ είναι υπεύθυνη για την επιβολή της νομοθεσίας της ΕΕ, αλλά δεν κάνουν τη δουλειά τους αφού βασίζονται σε εθνικές αρχές που μερικές φορές είναι “συνένοχοι σε παρανομίες”, όπως η Κύπρος και η Μάλτα, όπως είπε.

Η Σάσκια Μπρίκμοντ από το Βέλγιο, της ομάδας των Πρασίνων, είπε ότι η Κύπρος «έτρεξε να βοηθήσει τη Ρωσία μετά τις κυρώσεις» και ότι είναι “συνένοχος”. Είπε ότι η έλλειψη δράσης από την ΕΕ είναι ασυγχώρητη.

Ο Δανός Νιλς Φούγκλσανγκ της ομάδας των Σοσιαλιστών και  Δημοκρατών μίλησε για υποκρισία αφού, όπως είπε, όλοι συμφωνούν πως πρέπει να καταπολεμηθεί το ξέπλυμα χρήματος, αλλά δεν γίνεται κάτι. Αναφέρθηκε και στις περιπτώσεις του Λουξεμβούργου και της Ιρλανδίας, μαζί με της Κύπρου. Εισηγήθηκε ότι ίσως θα πρέπει να μπαίνουν σε μαύρη λίστα τα κράτη μέλη που επιτρέπουν το ξέπλυμα χρήματος.

Στη συζήτηση έκαναν παρεμβάσεις τέσσερις από τους έξι Κύπριους ευρωβουλευτές.

Ο Λουκάς Φουρλάς της ομάδας του ΕΛΚ, είπε ότι τα όσα είδαν το φως της δημοσιότητας σχετικά με τη δημοσιογραφική έρευνα για την Κύπρο, θα πρέπει να διερευνηθούν διεξοδικά και αυτοί που έκλεψαν και παραβίασαν τους Νόμους, να πάνε φυλακή, όσο ψηλά κι βρίσκονται.

Σημείωσε όμως ότι κατηγορείται η Κύπρος για ένα πρόγραμμα το οποίο έχει καταργήσει τον Νοέμβριο του 2020, την ώρα που αυτό το πρόγραμμα βρίσκεται σε ισχύ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Υπενθύμισε ακόμη ότι η ΕΕ «έκανε πειραματόζωο το 2013 την Κύπρο, με το κούρεμα των καταθέσεων» και ότι η Κύπρος στη βάση Αρχών και Αξιών «στήριζε πάντα τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έστω κι αν αυτές είχαν τεράστιο οικονομικό και πολιτικό κόστος για την πατρίδα μας».

Είπε ότι υπερασπίζεται τον λαό του και την πατρίδα του, και όχι “τους κλέφτες” και όσους εκμεταλλεύτηκαν τυχόν αδυναμίες του προγράμματος.

Ο ευρωβουλευτής Γιώργος Γεωργίου, της ομάδας της Αριστεράς, είπε ότι οι τίμιοι δημοσιογράφοι, αποκαλύπτουν το βάθος ενός συστήματος διαφθοράς και διαπλοκής, και ότι είναι αυτό «που, με την απραξία τους και τον εθισμό τους στην αδιαφάνεια, διαφυλάσσουν οι ίδιοι οι Θεσμοί της ΕΕ».

Σημείωσε ότι Πρόεδροι, Πρωθυπουργοί και άλλοι αξιωματούχοι κρατών-μελών εμπλέκονται κατά καιρούς στα σκάνδαλα, «δυστυχώς και ο τέως Πρόεδρος της δικής μου χώρας, της Κύπρου».

Είπε ότι ο λαός της Κύπρου όμως, δεν είναι κλέφτης. «Είναι άνθρωποι τίμιοι, που δύσκολα τα βγάζουν πέρα. Και θυμώνουν με αυτά που ακούνε. Γιατί ξέρουν πως τίποτα δεν θα γίνει. Ούτε εδώ ούτε στη χώρα μου», πρόσθεσε.

Υπενθύμισε την υπόθεση των Panama Papers και σημείωσε ότι δεν έγινε κάτι.

«Θα μας μιλήσετε ξανά για νομοθεσίες, λες και είναι αυτό το πρόβλημα, αλλά την ίδια στιγμή  κάποιοι κλείνουν πονηρά το μάτι στη διαπλοκή και τις παρανομίες. Επειδή το πρόβλημα είναι συστημικό. Επειδή το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυό το πρόσωπο», είπε ο κ. Γεωργίου.

Η ευρωβουλευτής Ελένη Σταύρου, επίσης της ομάδας του ΕΛΚ, είπε ότι ως Κύπρια πολίτης, «το πρώτο που έχω να πω είναι: Όλα στο φως» και ότι οι αρμόδιες αρχές, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο οφείλουν να διερευνήσουν σε βάθος τις κατηγορίες, και να πράξουν αναλόγως.

Είπε ότι τα δημοσιεύματα αυτά πάνε πίσω 30 χρόνια και επεσήμανε «την τεράστια πρόοδο που σημειώνει η Κύπρος τα τελευταία χρόνια στα θέματα της διαφάνειας, της εποπτείας, και του ξεπλύματος, όπως διατυπώνονται από τις δηλώσεις Αμερικανών και Ευρωπαίων αξιωματούχων, που εξυμνούν την πρόοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας».

Παρά τις παραδοσιακές σχέσεις με τη Ρωσία, η Κυπριακή Δημοκρατία «στήριξε αμέσως όλες τις κυρώσεις απέναντι της, σε αντίθεση με άλλα πολύ ισχυρότερα κράτη μέλη», είπε.

Η κ. Σταύρου αναφέρθηκε και στην τουρκική εισβολή και κατοχή του βορείου τμήματος της Κύπρου, «κάτι το οποίο αφήνει την Ευρωπαϊκή Ένωση ανενόχλητη, αφού δεν επιδεικνύει την ίδια ευαισθησία που επιδεικνύει σε άλλες, αντίστοιχες, περιπτώσεις παραβίασης του διεθνούς δικαίου».

“Θα θέλαμε να δούμε τις ίδιες κυρώσεις να επιβάλλονται και κατά της Τουρκίας”, είπε κλείνοντας η κ. Σταύρου.

Ο ευρωβουλευτής Δημήτρης Παπαδάκης, της ομάδας των Σοσιαλιστών και  Δημοκρατών, είπε ότι τη στιγμή που ο κυπριακός λαός πλήρωνε τεράστιο κόστος με τη λήψη κυρώσεων κατά της Ρωσίας, «δυστυχώς κάποιοι λίγοι εκμεταλλευόμενοι κενά στον χρόνο εφαρμογής των κυρώσεων, προχωρούσαν στην αλλαγή ιδιοκτησίας εταιρειών που θα περιλαμβάνονταν στην λίστα των κυρώσεων».

«Αυτά στον βωμό του προσωπικού κέρδους, αδιαφορώντας ακόμη και για τη φήμη της χώρας τους, νιώθοντας ότι λειτουργούν σε καθεστώς ανομίας και ατιμωρησίας», πρόσθεσε.

Δυστυχώς, είπε, η «αρνητική αναφορά του ονόματος της χώρας μου αμαυρώθηκε από αυτούς τους λίγους και προστίθεται στις αρνητικές αναφορές εμπλοκής της Κύπρου μετά από τα Panama Papers, τα χρυσά διαβατήρια και την Pegasus».

Επεσήμανε ότι, η νέα κυβέρνηση δια του Προέδρου της ανέφερε ότι κανείς δεν είναι υπεράνω της φήμης της χώρας και ότι όλα θα διερευνηθούν.

«Αναμένουμε ότι δεν θα μείνουν μόνο ως διακηρύξεις αλλά θα διερευνηθούν και να τιμωρηθούν αυτοί που παραβίασαν τις σχετικές αποφάσεις», είπε, σημειώνοντας ότι ήδη στην Κύπρο γίνεται ακόμη πιο αυστηρό το θεσμικό πλαίσιο.

Πηγή: Kathimerini

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε

Avatar photo

Published

on

Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.

Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.

Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.

Αφορά το 2028.

Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του

Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.

Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.

Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.

Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.

Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου

Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.

Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.

Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.

Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:

Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.

Και το ΑΚΕΛ;

Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.

Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.

Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.

Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.

Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.

Οι διορισμοί ήταν η αφορμή

Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.

ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.

Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.

Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.

Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.

Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο

Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.

Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.

Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.

Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.

Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.

Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia