Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Ξεκινά η πώληση των F-35 στην Ελλάδα-«Απογειώνεται» το προβάδισμα στο Αιγαίο μαζί με F-16 Viper και Rafale

Published

on

Μεγάλο βήμα για την ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας και την αναβάθμιση των αμυντικών δυνατοτήτων της χώρας συνιστά η έγκριση από τις ΗΠΑ της πώλησης των F-35 στην χώρα μας και η προώθηση ενός μεγάλου πακέτου δωρεάν αμυντικής βοήθειας, που καλύπτει άμεσες ανάγκες των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Συγχρόνως όμως ανοίγει ο δρόμος και για πρόσθετα εξοπλιστικά προγράμματα για τα οποία έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον η χώρα μας.

Το νέο αυτό μεγάλο βήμα που αντανακλά και το υψηλό επίπεδο και την εμβάθυνση της Στρατηγικής Σχέσης Ελλάδας-ΗΠΑ αποτυπώθηκε πλήρως στην επιστολή που απηύθυνε ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Άντονι Μπλινκεν στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη καθώς οι τελικές συνεννοήσεις είχαν γίνει στην συνάντηση που είχαν πριν λίγες ημέρες στην κατοικία του πρωθυπουργού στα Χανιά.

Κορυφαίο βεβαίως είναι το πακέτο των F-35 το οποίο έχει προεγκριθεί από το Κογκρέσο και τώρα μετά την προθεσμία των 14 ημερών που άρχισε να τρέχει από τις 26 Ιανουαρίου, θα ακολουθήσει και η τυπική έγκριση της πώλησης προς την Ελλάδα. Ήδη την Δευτέρα ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δενδιας θα έχει στα χέρια του το draft της LOA (Letter of Offer and Acceptance) και θα ξεκινήσει η διαπραγμάτευση για την διαμόρφωση της τελικής σύμβασης για την αγορά των F-35 από την χώρα μας. Μια αγορά που θα βάλει την Ελλάδα στο κλαμπ των χωρών που θα διαθέτουν μαχητικά 5ης γενιάς. Στην ευρύτερη περιοχή μόνο το Ισραήλ και η Ιταλία διαθέτουν F-35 και αυτό προσδίδει ιδιαίτερη αξία στην συγκεκριμένη αγορά.

Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία είχε ήδη το «προβάδισμα» στο Αιγαίο μετά την απόκτηση των γαλλικών Rafale, όμως η συνύπαρξη τώρα των Rafale με τα αναβαθμισμένα F-16 Viper και με τα F-35 προσφέρουν στρατηγικό πλεονέκτημα στην Πολεμική Αεροπορία που αναδεικνύεται σε μια από τις ισχυρότερες αεροπορικές δυνάμεις στην περιοχή.

Και αυτοί οι συσχετισμοί δεν ανατρέπονται από την πιθανή έγκριση από το Κογκρέσο της πώλησης F-16 στην Τουρκία και αναβάθμισης των παλιών τουρκικών μαχητικών, καθώς τα Rafale υπερτερούν και τα F-35 πρόκειται περί στρατηγικής σημασίας όπλου. Έχοντας χαρακτηριστικά stealth (υψηλή δυσκολία εντοπισμού από την αντίπαλη αεράμυνα) και μοναδική δυνατότητα κατόπτευσης που του επιτρέπει να έχει εξαιρετική περιφερειακή επίγνωση κατάστασης και με το σύστημα Link16 που επιτρέπει την διαλειτουργικότητα ώστε να μεταδίδει εικόνα από προωθημένες θέσεις στο πεδίο.

Η Ελλάδα έχει ήδη παραλάβει 18 Rafale (τα υπόλοιπα 6 αναμένονται εντός του 2024), παραλαμβάνει ήδη τα αναβαθμισμένα F-16 Viper, η παραλαβή των οποίων αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2027, ενώ τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο αναμένονται τα πρώτα τρία από τα συνολικά επτά ελικόπτερα τύπου Romeo για το Πολεμικό Ναυτικό, τα κορυφαία ελικόπτερα παγκοσμίως για ανθυποβρυχιακή δράση.

Ιδιαίτερα σημαντική όμως είναι η δωρεάν αμυντική βοήθεια προς την χώρα μας όπως καταγράφεται στην Επιστολή Μπλινκεν, βοήθεια που παρέχεται μέσω της EDA (Excess Defense Articles) περί πλεονάζοντος υλικού.

Το πακέτο αυτό περιλαμβάνει 4 φρεγάτες LCS, 2 μεταγωγικά αεροσκάφη C-130H ,10 κινητήρες για τα αεροσκάφη P3 ,τρία περιπολικά σκάφη 60 Brandley και οχήματα και φορτηγά. Όπως όμως αναφέρεται στην επιστολή έα υπάρξει και συνέχεια της συνεργασίας με την εξέταση των αιτημάτων για θωρακισμένα οχήματα MRAP’s για αγορά ιπτάμενου τάνκερ ανεφοδιασμού KC-130 άλλα και νέων C-130J.

H αμυντική αυτή βοήθεια ενισχύει σημαντικά και τους τρεις κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων και καλύπτει άμεσες ανάγκες με το μικρότερο δυνατό τίμημα και κόστος. Οι εξελίξεις αυτές αποτελούν πάντως και αναγνώριση του σταθεροποιητικού ρόλου της Ελλάδας στην περιοχή αλλά και της αξιοπιστίας ως συμμάχου σε μια περιοχή που οι αποσταθεροποιητικοί παράγοντες είναι πολλοί και οι κίνδυνοι ανάφλεξης ορατοί.

Τις λεπτομέρειες για την συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα των F-35 και την συνεπακόλουθη αγορά των 20+20 υπερσύγχρονων μαχητικών πέμπτης γενιάς αλλά και την πλήρη περιγραφή του δωρεάν πακέτου-«μαμούθ» προς την χώρα μας περιγράφει στην επιστολή του προς τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Άντονι Μπλίνκεν.

Συγκεκριμένα, στην επιστολή του που δίνεται στη δημοσιότητα ο κ. Μπλίνκεν κάνει λόγο για στενή συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ και τονίζει πως αυτή είναι απαραίτητη προκειμένου να προαχθεί η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη συνέχιση της τάξης που βασίζεται σε κανόνες.

Στο ίδιο πλαίσιο ο Αμερικανός ΥΠΕΞ αναφέρει χαρακτηριστικά πως η ελληνοαμερικανική συνεργασία επεκτείνεται σε έξι άξονες. Μεταξύ αυτών λεπτομέρειες για τα F-35 και το δωρεάν πακέτο στρατιωτικού εξοπλισμού. Παράλληλα ό,τι δίνεται από τις ΗΠΑ ως EDA (Excess Defence Articles), δηλαδή από το αμυντικό απόθεμα είναι, είτε δωρεάν είτε με συμβολικό αντίτιμο.

Συγκεκριμένα αναφέρει πως το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει ήδη ενημερώσει το Κογκρέσο για τις ακόλουθες προτεινόμενες μεταφορές επιχορηγήσεων υπέρβασης αμυντικών ειδών (EDA) προς την Ελλάδα:

– Δύο αεροσκάφη EDA C-130H,

– Δέκα κινητήρες EDA για αεροσκάφη P-3 και

– 60 οχήματα μάχης πεζικού Bradley ως EDA (Excess Defence Articles).

Αντίστοιχα σημειώνει πως θα υποβληθούν προς κοινοποίηση στο Κογκρέσο τα ακόλουθα προς μεταφορά στην Ελλάδα:

– Μέχρι 40 νέα αεροσκάφη F-35 μέσω Στρατιωτικών Πωλήσεων Εξωτερικού,

– Τρία πλοία κλάσης Protector ως EDA- και

– Διάφορα φορτηγά και ρυμουλκούμενα ως EDA.

Ο κ. Μπλίνκεν τονίζει πως «η Ελλάδα έχει κάνει αξιοσημείωτα βήματα για τον εκσυγχρονισμό των αμυντικών της δυνατοτήτων. Ανυπομονώ να αυξήσουμε τη συνεργασία μας και να αναπτύξουμε μια πιο ισχυρή στρατηγική σχέση μεταξύ των ενόπλων μας δυνάμεων».

Αναλυτικά άτυπη μετάφραση της επιστολής Μπλίνκεν στον Μητσοτάκη με την πλήρη στρατιωτική ενίσχυση της Ελλάδας από τις ΗΠΑ:

Προς την Εξοχότητά του

Κυριάκο Μητσοτάκη

Πρωθυπουργό της Ελληνικής Δημοκρατίας

Αθήνα

Αγαπητέ κ. Πρωθυπουργέ,

Η παραχώρηση αμυντικού υλικού στους συμμάχους μας στο NATO αποτελεί θεμελιώδες συστατικό των προσπαθειών μας για να τονώσουμε την ευρωπαϊκή ασφάλεια και να ενισχύσουμε τις συλλογικές αποτρεπτικές και αμυντικές δυνατότητες της Συμμαχίας. Προς αυτόν τον σκοπό, έχουμε επιδιώξει να συνεργαστούμε στενά με την Ελλάδα ώστε να προωθήσουμε τα κοινά συμφέροντά μας και τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, που είναι ζωτικής σημασίας για τη συνέχιση της διεθνούς τάξης που εδράζεται σε κανόνες. Αυτή η ισχυρή διμερής σχέση συνιστά απόδειξη των σταθερών δεσμών ανάμεσα στα έθνη μας, και με ενθαρρύνει η πρόοδος που έχουμε επιτελέσει μαζί στο πλαίσιο της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας ΗΠΑ – Ελλάδας ώστε να διατηρήσουμε ισχυρά, ικανά και διαλειτουργικά στρατεύματα.

Υπό την αίρεση ικανοποίησης όλων των σχετικών νομικών προαπαιτούμενων, περιλαμβανομένης της γνωστοποίησης στο Κογκρέσο, προτιθέμεθα να διευρύνουμε τη εταιρική συνεργασία μας σε θέματα ασφάλειας ως εξής:

Πρώτον, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022 ολοκληρώθηκε η διαδικασία γνωστοποίησης στο Κογκρέσο όσον αφορά επιχορήγηση ύψους 30 εκατομμυρίων δολαρίων στην Ελλάδα για αμυντικές προμήθειες, με τη διαδικασία της Χρηματοδότησης Ξένων Ενόπλων Δυνάμεων (Foreign Military Financing, FMF), προκειμένου να ενθαρρυνθεί κρίσιμη στήριξη προς την Ουκρανία. Στις 24 Οκτωβρίου 2023 οι Ηνωμένες Πολιτείες υπολόγισαν για την Ελλάδα επιπλέον 30 εκατομμύρια δολάρια με τη διαδικασία της FMF, ώστε να ενθαρρύνουν περαιτέρω δωρεές.

Δεύτερον, έχουμε ήδη γνωστοποιήσει στο Κογκρέσο τις παρακάτω προτεινόμενες δωρεάν παραχωρήσεις στην Ελλάδα, με το πρόγραμμα του Πλεονάζοντος Αμυντικού Υλικού (Excess Defense Articles, EDA):

– Δύο αεροσκάφη C-130H, Πλεονάζοντα Αμυντικά Υλικά,

– Δέκα κινητήρες για αεροσκάφη P-3, Πλεονάζοντα Αμυντικά Υλικά και

– 60 τεθωρακισμένα οχήματα μάχης Bradley, ως Πλεονάζοντα Αμυντικά Υλικά.

Τρίτον, θα υποβάλουμε για γνωστοποίηση στο Κογκρέσο τα ακόλουθα, προς παραχώρηση στην Ελλάδα:

– Έως 40 νέα αεροσκάφη F-35 μέσω Στρατιωτικών Πωλήσεων Εξωτερικού,

– Τρία πλοία κλάσης Protector, ως Πλεονάζοντα Αμυντικά Υλικά και

– Διάφορα φορτηγά οχήματα και ρυμουλκούμενα, ως Πλεονάζοντα Αμυντικά Υλικά.

Τέταρτον, θα υποβάλουμε στο Κογκρέσο νομοθετική πρόταση για τη παραχώρηση πλοίων, με αίτημα να παράσχει την απαραίτητη νομική εξουσιοδότηση για τη μεταφορά στην Ελλάδα έως και τεσσάρων φρεγατών τύπου LCS, με τη διαδικασία του Πλεονάζοντος Αμυντικού Υλικού.

Πέμπτον, συνεχίζουμε να ενδιαφερόμαστε για τις αμυντικές δυνατότητες που η Ελλάδα θα μπορούσε να μεταβιβάσει ή να πουλήσει στην Ουκρανία. Εάν αυτές οι δυνατότητες ενδιαφέρουν την Ουκρανία, και εκκρεμούσας της αξιολόγησης της κατάστασης και της αξίας τους από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, μπορούμε να διερευνήσουμε ευκαιρίες για πιθανή πρόσθετη Χρηματοδότηση Ξένων Ενόπλων Δυνάμεων ύψους μέχρι 200 εκατομμυρίων δολαρίων για την Ελλάδα.

Έκτον, θα δώσω προτεραιότητα στην Ελλάδα ώστε να παραλάβει πλεονάζοντα οχήματα Ανθεκτικά σε Νάρκες, Προστατευμένα από Ενέδρες, όταν αυτά καταστούν διαθέσιμα κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους και θα εξετάσω τις ελληνικές ανάγκες σε περίπτωση που καταστούν διαθέσιμα αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού τύπου KC-135. Εκτός από τα C-130H, το Υπουργείο Άμυνας εργάζεται για την παροχή δεδομένων σχετικά με τις τιμές και τη διαθεσιμότητα για την αγορά νέων C-130J από την Ελλάδα.

Η Ελλάδα έχει κάνει αξιοσημείωτα βήματα προόδου για τον εκσυγχρονισμό των αμυντικών της δυνατοτήτων. Προσβλέπω στην ενίσχυση της συνεργασίας μας και στην ανάπτυξη μιας πιο ισχυρής στρατηγικής σχέσης μεταξύ των ενόπλων δυνάμεών μας.

Με εκτίμηση,

Antony Blinken

Σημειώνεται πως ως σημαντική ημέρα για την εθνική μας άμυνα και την ελληνική διπλωματία χαρακτήρισε την σημερινή, ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης σε δήλωσή του επ’ αφορμής της έγκρισης της συμμετοχής της Ελλάδας στο πρόγραμμα των F-35 και την επακόλουθη αγορά από την χώρα μας 20+20 υπερσύγχρονων μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός που έλαβε την επιστολή από τον Υπουργό Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Άντονι Μπλίνεκν τονίζει ότι έτσι «αναδεικνύεται και επισφραγίζεται το στρατηγικό βάθος των ελληνοαμερικανικών σχέσεων» και σημειώνει: «Με αυτήν, η Ελλάδα τίθεται και επισήμως στην τροχιά απόκτησης έως και 40 μαχητικών αεροσκαφών τελευταίας γενιάς F-35».

Η δήλωση του πρωθυπουργού για την έγκριση της αγοράς των F-35 από την Ελλάδα

Όπως επίσης σημειώνει ο πρωθυπουργός, «ταυτόχρονα, όμως, αποκτά και εντελώς δωρεάν ένα πολύ μεγάλο πακέτο εξοπλισμών που ενισχύουν καθοριστικά και τους τρεις κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και το Ελληνικό Λιμενικό. Πρόκειται για φρεγάτες, για μεταγωγικά C-130, για θωρακισμένα άρματα μάχης και οχήματα, αλλά και για πολλά ακόμη στοιχεία αμυντικού υλικού, τα οποία η χώρα μας εξασφάλισε ύστερα από το αίτημα που είχα διατυπώσει, τον Μάιο του 2022, προσωπικά στον Πρόεδρο Biden».

Η δήλωση του πρωθυπουργού για την έγκριση της αγοράς των F-35 από την Ελλάδα:

«Σήμερα είναι μία σημαντική ημέρα για την εθνική μας άμυνα και για την ελληνική διπλωματία. Γιατί, με βάση επιστολή που έλαβα από τον Υπουργό Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Antony Blinken, αναδεικνύεται και επισφραγίζεται το στρατηγικό βάθος των ελληνοαμερικανικών σχέσεων.

Με αυτήν, η Ελλάδα τίθεται και επισήμως στην τροχιά απόκτησης έως και 40 μαχητικών αεροσκαφών τελευταίας γενιάς F-35. Ταυτόχρονα, όμως, αποκτά και εντελώς δωρεάν ένα πολύ μεγάλο πακέτο εξοπλισμών που ενισχύουν καθοριστικά και τους τρεις κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και το Ελληνικό Λιμενικό.

Πρόκειται για φρεγάτες, για μεταγωγικά C-130, για θωρακισμένα άρματα μάχης και οχήματα, αλλά και για πολλά ακόμη στοιχεία αμυντικού υλικού, τα οποία η χώρα μας εξασφάλισε ύστερα από το αίτημα που είχα διατυπώσει, τον Μάιο του 2022, προσωπικά στον Πρόεδρο Biden.

Η πατρίδα θωρακίζεται, έτσι, διπλά: απ’ τη μία πλευρά η αποτρεπτική της ισχύς μεγεθύνεται σε γη, σε αέρα και σε θάλασσα. Ενώ, από την άλλη, δεν επιβαρύνεται ο Έλληνας φορολογούμενος, καθώς αυτό το πακέτο θα διατεθεί δωρεάν, από τα αμερικανικά αποθέματα.

Είναι το αποτέλεσμα μιας μεθοδικής, αθόρυβης και μακράς προσπάθειας, που συνδύασε τη συμμαχική συνέπεια της Ελλάδας στα διεθνή μέτωπα με την προώθηση των εθνικών της συμφερόντων. Αποτέλεσμα το οποίο εδραιώνει, παράλληλα, τη δυναμική και αυτοτελή ελληνοαμερικανική στρατηγική σχέση.

Γιατί η σημερινή εξέλιξη δικαιώνει την ενεργή διπλωματία της αξιοπιστίας που ακολουθούμε παντού τα τελευταία χρόνια: από τον πόλεμο στην Ουκρανία, τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, μέχρι την ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο και το δράμα της Μέσης Ανατολής.

Με καθαρές θέσεις και με πρωτοβουλίες στα μεγάλα ζητήματα, η Ελλάδα ασκεί, πλέον, ενεργό ρόλο στον Δυτικό κόσμο. Κάτι που της αναγνωρίζουν εταίροι και σύμμαχοι, βλέποντας στη χώρα μας έναν σταθερό συμπαραστάτη, έναν έμπιστο συνομιλητή αλλά και έναν αναγκαίο συνοδοιπόρο και συνεργάτη.

Σε μία εποχή αβεβαιότητας, λοιπόν, η πατρίδα μας επιβεβαιώνει ότι στέκει με σοβαρότητα και γεωπολιτική ωριμότητα στον παγκόσμιο χάρτη. Ενώ, την ίδια ώρα, υπηρετεί τα εθνικά της δίκαια, θωρακίζοντας την άμυνά της. Στον δρόμο της σταθερότητας και της ειρήνης, πάντα με υπερηφάνεια και εθνική αυτοπεποίθηση».

Πηγή: protothema.gr

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε

Avatar photo

Published

on

Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.

Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.

Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.

Αφορά το 2028.

Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του

Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.

Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.

Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.

Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.

Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου

Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.

Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.

Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.

Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:

Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.

Και το ΑΚΕΛ;

Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.

Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.

Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.

Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.

Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.

Οι διορισμοί ήταν η αφορμή

Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.

ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.

Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.

Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.

Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.

Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο

Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.

Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.

Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.

Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.

Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.

Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia