Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στην «Κ»: Όλη η Ε.Ε. δίπλα στην Κύπρο

Published

on

Ολόκληρη η Ε.Ε. βρίσκεται στο πλευρό της Κύπρου όσον αφορά το Κυπριακό, τόνισε η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σε συνέντευξή της σε ομάδα ευρωπαϊκών ΜΜΕ από τις χώρες της μεγάλης διεύρυνσης του 2004, μεταξύ τους και της «Κ», με αφορμή τη συμπλήρωση 20 χρόνων από την ένταξή τους στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

Η κα Φον ντερ Λάιεν αναφέρθηκε σε ένα «ευρύ πλέγμα σχέσεων» με την Τουρκία «πάντα με μια πολύ ξεκάθαρη αντίληψη» των ζητημάτων που αφορούν την Κύπρο, και πρόσθεσε πως κανείς βλέπει «την πρόοδο και την επιρροή της Κύπρου» στα Συμπεράσματα του τελευταίου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ενώ αναφέρθηκε και στο ότι η Ε.Ε. ενισχύει τη θέση της Κύπρου στη διαπραγμάτευση με την Τουρκία. Η πρόεδρος της Κομισιόν, αναφερόμενη στο τι έχει προσφέρει η χώρα στην υπόλοιπη Ε.Ε., παρέπεμψε στη «βαθιά της γνώση» για τη Μέση Ανατολή, χαρακτήρισε «εντυπωσιακό» αυτό που έχει επιτευχθεί με τον θαλάσσιο διάδρομο για τη Λωρίδα της Γάζας, ενώ ανακοίνωσε και επίσημα πως την επόμενη εβδομάδα θα βρεθεί στον Λίβανο με τον πρόεδρο Χριστοδουλίδη. Στη συνέντευξή της η κα Φον ντερ Λάιεν αναφέρθηκε εκτενώς στη ραγδαία εξέλιξη της Ε.Ε. των τελευταίων 20 χρόνων, με μεγαλύτερη διασύνδεση και αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών, αλλά και πώς η Ε.Ε. έμαθε πολλά από την ιστορική εμπειρία της ανατολικής Ευρώπης για τη συμπεριφορά του Κρεμλίνου.

Τόνισε ακόμα πως, ακόμα ένα μάθημα είναι πως πρέπει όλοι να ενισχύουν συνεχώς τη δημοκρατία και να μην επαναπαύονται, ενώ πρόσθεσε πως όσον αφορά τους διαχωρισμούς μεταξύ ανατολής και δύσης, ή βορρά και νότου της Ε.Ε., «δεν βλέπω αυτή τη διαίρεση, που σίγουρα πριν από μερικά χρόνια υπήρχε».

Κύπρος και Μ. Ανατολή

Απαντώντας σε ερώτηση της «Κ» για το τι η Ε.Ε. αντλεί από τα 20 χρόνια συμμετοχής της Κύπρου, η κα Φον ντερ Λάιεν ανέφερε πως «η Κύπρος διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο για την Ευρωπαϊκή Ένωση με τη βαθιά της γνώση σχετικά με τη γειτονιά της και τη Μέση Ανατολή». «Θα είμαι την επόμενη εβδομάδα με τον Κύπριο πρόεδρο στον Λίβανο, για παράδειγμα» σημείωσε, ενώ πρόσθεσε πως «είναι εκπληκτικό αυτό που έχουν επιτύχει οι Κύπριοι με τον θαλάσσιο διάδρομο για ανθρωπιστική βοήθεια στη βόρεια Γάζα», προσθέτοντας πως το πρώτο πλοίο που παρέδωσε αγαθά ήταν το πρώτο από το 2005 που έκανε και πάλι τη διαδρομή από την Κύπρο στη βόρεια Γάζα», επισημαίνοντας πως η Κύπρος είναι «για εμάς ένα πολύ σημαντικό κράτος-μέλος στη γεωγραφική θέση που βρίσκεται».

Οδικός χάρτης

Σχολιάζοντας πώς η Ε.Ε. μπορεί να εμπλακεί πιο ενεργά στο Κυπριακό ασκώντας τον γεωπολιτικό της ρόλο, η πρόεδρος της Κομισιόν σημείωσε ότι «όσον αφορά το Κυπριακό, βλέπετε την πρόοδο και την επιρροή της Κύπρου στο γεγονός ότι στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπήρξαν καλά Συμπεράσματα, που τόνισαν ότι η προσέγγιση προς την Τουρκία πρέπει να είναι σταδιακή, αναλογική και αναστρέψιμη». Αυτό, συνέχισε, «δείχνει επίσης ότι υπάρχει ένας οδικός χάρτης για τα επόμενα βήματα, και είναι σημαντικό ότι ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίζει την Κύπρο». Κάτι που «είναι σημαντικό, φυσικά, για να ενισχύσει τη θέση της Κύπρου στις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία».

Αναφερόμενη, τέλος, στο πώς η Ε.Ε. μπορεί να ασκήσει επιρροή στην Τουρκία, η κα Φον ντερ Λάιεν υπενθύμισε πως «έχουμε ένα ευρύ πλέγμα σχέσεων με την Τουρκία και η Τουρκία έχει επίσης συμφέρον από μια καλή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, πρώτα και κύρια αν δούμε την οικονομία» καθώς η Ε.Ε. είναι «μια ελκυστική και απαραίτητη αγορά» για τη χώρα που της δίνει «ισχυρό κίνητρο».

«Έχουμε πολλαπλούς διαλόγους υψηλού επιπέδου, όπου λύνουμε τα προβλήματά μας και πεδία συνεργασίας. Υπάρχουν πολλά πράγματα σε εξέλιξη, πάντα με μια πολύ ξεκάθαρη αντίληψη ότι γνωρίζουμε ότι ένα από τα κράτη-μέλη μας, η Κύπρος, έχει ζητήματα με την Τουρκία και στεκόμαστε δίπλα στην Κύπρο» τόνισε.

Οικονομική ώθηση

Μιλώντας για την επέτειο της διεύρυνσης του 2004, η κα Φον ντερ Λάιεν έκανε λόγο για «μια από τις εκπληκτικές ιστορίες επιτυχίας της ευρωπαϊκής ιδέας, αφήνοντας πίσω τις σκιές του παρελθόντος και ανοίγοντας την πόρτα» στα δέκα νέα κράτη-μέλη. «Είμαστε κάτι περισσότερο από μία ένωση», τόνισε, χαρακτηρίζοντας την Ε.Ε. «το κοινό μας σπίτι» όπου «συναντηθήκαμε ξανά». Η πρόεδρος της Κομισιόν υπογράμμισε πως το μεγαλύτερο κέρδος τής διεύρυνσης αφορά τους πολίτες που μπορούν σήμερα να ταξιδεύουν, να εργάζονται και να σπουδάζουν «πέρα από τα σύνορα που δεν υπάρχουν πια», κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στο ότι τα τελευταία 20 χρόνια, 2,7 εκατομμύρια φοιτητές από τα κράτη της διεύρυνσης του 2004 αξιοποίησαν το Erasmus για τις σπουδές τους. «Αυτοί οι νέοι άνθρωποι είναι οι καλύτεροι πρεσβευτές για το ευρωπαϊκό πνεύμα και την ευρωπαϊκή ιδέα» είπε. Τόνισε ακόμα πως η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών της Ε.Ε. βλέπουν σήμερα τα θετικά της διεύρυνσης αυτής, με 80% στα «νέα» κράτη-μέλη και 70% στα παλιότερα. Παράλληλα, συνέχισε, δόθηκε μια μεγάλη ώθηση στις οικονομίες της Ε.Ε., με το εμπόριο εντός της Ένωσης να αυξάνεται κατά 40% τα τελευταία 20 χρόνια, ενώ στα κράτη-μέλη που προσχώρησαν το 2004 δημιουργήθηκαν την ίδια περίοδο έξι εκατομμύρια θέσεις εργασίας και το ποσοστό ανεργίας έχει μειωθεί κατά το ήμισυ.

Σύνδεση και αλληλεγγύη

Η κα Φον ντερ Λάιεν επεσήμανε ακόμα πως συχνά ξεχνάμε δύο τομείς όπου η Ε.Ε. έχει επιδράσει θετικά. Η πρώτη είναι «οι ζωτικές γραμμές επικοινωνίας που εξαπλώθηκαν με τη διεύρυνση σε όλη την Ευρώπη, ανατολικά, δυτικά, βόρεια, νότια», είτε πρόκειται για «τους αυτοκινητόδρομους, τα τρένα, αλλά και τους αγωγούς, τα δίκτυα, αλλά ακόμη και τα δεδομένα». «Το δεύτερο στοιχείο που μερικές φορές υποτιμάται, είναι η αλληλεγγύη» σημείωσε, προσθέτοντας πως όταν επισκέπτεται περιοχές όπου υπάρχει φυσική καταστροφή, όπως στις πυρκαγιές στην Κύπρο και στην Ελλάδα ή τις πλημμύρες στη Σλοβενία, «είναι συγκινητικό να βλέπεις την αλληλεγγύη των άλλων κρατών-μελών που έρχονται να βοηθήσουν αυτόν που έχει πληγεί».

Διαφορετική Ε.Ε.

Για την πρόεδρο της Κομισιόν, μεγάλη σημασία έχει και το γεγονός πως η διεύρυνση του 2004 «άλλαξε και τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», δίνοντάς της «πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα και σημασία, διότι, φυσικά, εκπροσωπούμε πολύ μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων». Η διεύρυνση, ωστόσο, «έφερε επίσης μια νέα πτυχή στη γεωπολιτική μας θεώρηση των πραγμάτων. Ήταν η εμπειρία ολόκληρης της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης με τη Σοβιετική Ένωση», για τα «μοτίβα στη συμπεριφορά του Κρεμλίνου και φυσικά του Πούτιν». «Η επαγρύπνησή μας αυξήθηκε, και μάθαμε πολλά από την πικρή εμπειρία που είχαν αυτές οι χώρες» τόνισε.

Να δούμε τα θετικά

Απαντώντας σε ερώτηση για το αν η Ουγγαρία, όπως είναι σήμερα, θα μπορούσε να μπει στην Ε.Ε., η κα Φον ντερ Λάιεν περιορίστηκε να αναφέρει πως η χώρα θα περνούσε από την ίδια διαδικασία που περνά κάθε χώρα, με έλεγχο κατά πόσο η κατάσταση συνάδει με το κοινοτικό κεκτημένο, «από τις οικονομικές επιδόσεις μέχρι το κράτος δικαίου και ένα σταθερό δικαστικό σύστημα, την απουσία διαφθοράς», τονίζοντας πως αυτό που έχει σημασία είναι όλοι οι πολίτες της Ε.Ε. να απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα.

Επέλεξε, ωστόσο, να αναφέρει πως «η Ουγγαρία του σήμερα έχει κάνει ένα τεράστιο δώρο στην Ε.Ε.» την τελευταία περίοδο, αναφερόμενη στην επιστήμονα Κάταλιν Κάρικο, την οποία, όπως είπε, «θα μπορούσα να αποκαλέσω μητέρα των τεχνολογιών mRNA που οδήγησαν τελικά στα εμβόλια που έσωσαν ζωές κατά την πανδημία COVID». «Δεν πρέπει ποτέ να αποπροσανατολιζόμαστε, αλλά να βλέπουμε τα θετικά» επεσήμανε η κα Φον ντερ Λάιεν.

Ήμασταν πολύ επιτυχείς στο να οικοδομήσουμε το κοινό μας σπίτι

Κληθείσα να σχολιάσει αν οι εξελίξεις σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης όσον αφορά το κράτος δικαίου δικαιώνουν τις φωνές που έλεγαν πως οι χώρες αυτές δεν ήταν έτοιμες, η κα Φον ντερ Λάιεν απάντησε αρνητικά, υπενθυμίζοντας πως υπάρχουν σαφείς κανόνες και ορόσημα που πρέπει να πληρούν οι χώρες που μπαίνουν στην Ε.Ε. Αυτό που βιώνουμε σήμερα, επεσήμανε, είναι ότι «πρέπει ξανά και ξανά να ενισχύουμε τη δημοκρατία». «Πρέπει κανείς να επαγρυπνεί και να είναι πολύ προσεκτικός για να διατηρεί τη δημοκρατία ζωντανή. Το να μείνεις στάσιμος δεν μπορεί να εγγυηθεί τη σταθερότητα μιας δημοκρατίας» τόνισε, σημειώνοντας πως «εναπόκειται σε εμάς τους πολίτες, κάθε μέρα να ενισχύουμε και να αναζωογονούμε τις αρχές της δημοκρατίας». Ερωτηθείσα αν η Ε.Ε. έχει αντλήσει μαθήματα και για τη μελλοντική διεύρυνση, επεσήμανε ότι «έχουμε ένα λεπτομερές σύστημα το οποίο εκσυγχρονίσαμε» όσον αφορά τη διαδικασία προσχώρησης, καθώς και «μηχανισμούς εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διατήρηση του κράτους δικαίου». «Πρόκειται για πολύ ισχυρούς μηχανισμούς, καθώς τα κράτη-μέλη και οι πολίτες βασίζονται στο γεγονός ότι κάθε πολίτης μπορεί να απολαμβάνει των ίδιων ελευθεριών και δικαιωμάτων», όπως για πρόσβαση σε «ένα δίκαιο δικαστικό σύστημα ή στην απουσία διαφθοράς».

Σχολιάζοντας αν η Ε.Ε. έχει μάθει από το σοκ της ταυτόχρονης ένταξης δέκα νέων χωρών με διαφορετικές κουλτούρες, η πρόεδρος της Κομισιόν εκτίμησε πως «ναι, ήμασταν πολύ επιτυχείς στο να βρούμε και να οικοδομήσουμε το κοινό μας σπίτι, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι η ίδια όπως ήταν πριν από 20 χρόνια». «Πριν από 20 χρόνια υπήρχαν πολλά να μάθουμε, και από τις δύο πλευρές, χωρίς καμία αμφιβολία» επεσήμανε, σημειώνοντας ωστόσο ότι «υπήρχαν και αχρείαστοι φόβοι». Έφερε ως παράδειγμα τους φόβους στη Γερμανία πως οι Πολωνοί θα έπαιρναν τις θέσεις εργασίας, και πρόσθεσε πως «όταν τελικά υπήρξε η πλήρης ελευθερία της κίνησης της εργασίας είδαμε δύο πράγματα». Από τη μια, δεν υπήρξε υπερβολικός αριθμός Πολωνών που μετέβησαν για εργασία στη Γερμανία, ενώ παράλληλα, «όσο περισσότερο αυξανόταν το βιοτικό επίπεδο στην Πολωνία, τόσο περισσότερο αυτό ήταν ευκαιρία για την οικονομία της Γερμανία, αλλά επιπλέον, οι άνθρωποι παρέμεναν στην Πολωνία».

«Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου είναι επίσης ένα φαινόμενο για τα νέα κράτη-μέλη» καθώς σταθεροποιούνται και μπορούν να προσελκύσουν ανθρώπους ή να δώσουν κίνητρο στους νέους να σπουδάσουν στο εξωτερικό αλλά να επιστρέψουν, σημείωσε. Από θεσμικής άποψης επίσης, συνέχισε, τα νέα κράτη-μέλη «έπρεπε σίγουρα να μάθουν πολλά για τις διαδικασίες στην Ε.Ε.», αλλά και ο οργανισμός της Κομισιόν «έμαθε πολλά για διαφορετικές προσεγγίσεις, διαφορετικές κουλτούρες, διαφορετικές απόψεις».

Λιγότερη διαίρεση

Απαντώντας σε ερώτηση αν συνεχίζει να βλέπει ένα διαχωρισμό μεταξύ «παλιών» και «νέων» κρατών-μελών, ή μεταξύ βορρά και νότου, η κα Φον ντερ Λάιεν σημείωσε πως μετά από επτά γύρους διεύρυνσης, αυτό που βλέπει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι «πολύ διαφορετικές συμμαχίες». «Είναι περισσότερο συμμαχίες συμφερόντων, που είναι καλό, έτσι πρέπει να είναι, και όχι γεωγραφικές συμμαχίες» συνέχισε, φέρνοντας ως παράδειγμα ότι βλέπουμε περιπτώσεις όπου μια χώρα όπως η Τσεχία συνεργάζεται με τις Κάτω Χώρες ή την Ιταλία. «Στις διαπραγματεύσεις προσπαθούμε να βρείτε μια κοινή πορεία προς τα εμπρός. Και δεν βλέπω αυτή τη διαίρεση, που σίγουρα πριν από μερικά χρόνια υπήρχε» πρόσθεσε.

Σχολιάζοντας τέλος την πορεία της Σλοβενίας, στην οποία την τελευταία περίοδο σημειώνεται αυξημένη κριτική προς την Ε.Ε., η κα Φον ντερ Λάιεν σημείωσε πως είναι φυσικό σε διαφορετικές φάσεις να είναι κανείς λιγότερο ή περισσότερο ευχαριστημένος, και υπενθύμισε πως τα τελευταία 20 χρόνια η χώρα έχει τετραπλασιάσει τις εξαγωγές της στην ενιαία αγορά, ενώ όπως είδε προσωπικά μετά τις πρόσφατες πλημμύρες, η Ε.Ε. έχει επιδείξει εξαιρετική αλληλεγγύη. Επεσήμανε ακόμα πως η Σλοβενία «είναι επίσης πύλη για εμάς για τα δυτικά Βαλκάνια, ακούμε πολύ την εμπειρία της». Και υπενθύμισε πως όλα αυτά τα στοιχεία, μαζί με τον τουρισμό, υπογραμμίζουν τη σημασία της χώρας, και πως οι δυσκολίες μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα από τον διάλογο.

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε

Avatar photo

Published

on

Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.

Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.

Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.

Αφορά το 2028.

Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του

Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.

Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.

Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.

Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.

Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου

Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.

Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.

Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.

Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:

Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.

Και το ΑΚΕΛ;

Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.

Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.

Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.

Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.

Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.

Οι διορισμοί ήταν η αφορμή

Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.

ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.

Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.

Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.

Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.

Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο

Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.

Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.

Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.

Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.

Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.

Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia