ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Παράνομες μετοικήσεις: Το ζήτημα είναι παγκύπριο
Στους χειρισμούς των αρμόδιων κρατικών αρχών, μετά τον σάλο για τις ψευδομετοικήσεις ψηφοφόρων, είναι πλέον στραμμένη η προσοχή, καθώς ολοκληρώθηκε από τις Επαρχιακές Διοικήσεις η διαδικασία εξέτασης των ενστάσεων, οι οποίες σε αυτή την εκλογική διαδικασία τοπικών εκλογών ακολουθούν το παράδειγμα των αιτήσεων αλλαγής διεύθυνσης –αλλά και ως συνεπακόλουθο των πρώτων, παρουσιάζοντας αυξημένους αριθμούς όσο ποτέ άλλοτε, συγκεκριμένα 3.560 συνολικά και ανά το παγκύπριο. Το υπουργείο Εσωτερικών προτίθεται να εξετάσει πολύ σύντομα το ενδεχόμενο ποινικών ευθυνών, ενώ τα κόμματα υποδεικνύουν τον ρόλο του κράτους για σωστούς ελέγχους και για τιμωρία όσων διέπραξαν ποινικό αδίκημα. Μάλιστα, παραθέτουν τη δική τους θέαση των πραγμάτων γύρω από το όλο ζήτημα που προέκυψε με τις ψευδομετοικήσεις, εστιάζοντας στο παράδειγμα του Δήμου Λακατάμιας, όπου υπήρξε η μεγαλύτερη αντίδραση και μετά από 1.130 αιτήσεις μετοικήσεων, έγιναν περίπου 230 ενστάσεις, για να γίνουν αποδεκτές από την Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας οι μισές. Την ίδια ώρα φάνηκε ότι το ζήτημα είναι παγκύπριο, καθώς ανακοινώθηκε από πλευράς υπουργείου Εσωτερικών και για περιπτώσεις όπως τα δημοτικά διαμερίσματα Μέσα Γειτονιάς, Κάτω Πολεμιδιών, Ύψωνα και Πέγειας. Επίσης ο Δήμος Πάφου και η κοινότητα Φοινιού. Όλες οι ενστάσεις εξετάστηκαν από τους οικείους επάρχους και 1.461 ενστάσεις ή ποσοστό 41%, εγκρίθηκαν, ενώ 2.099 ενστάσεις ή ποσοστό 59%, απορρίφθηκαν.
Ελεγχος για καταγγελίες
Θα προβούμε σε καταγγελίες στην Αστυνομία για εξόφθαλμες απάτες και δόλο που θα διαφανούν, δήλωσε στην «Κ» ο γενικός διευθυντής του υπουργείου Εσωτερικών, Ελίκκος Ηλία, τονίζοντας παράλληλα ότι υπάρχουν ενδείξεις ότι οι παράνομες μετοικήσεις ψηφοφόρων κατευθύνθηκαν από συγκεκριμένα κόμματα και υποψηφίους. «Έχοντας υπόψη διάφορα περιστατικά, κάποια εκ των οποίων ιδιαίτερα σοβαρά, τα οποία είδαν και το φως της δημοσιότητας, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 103 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, σύμφωνα με τις οποίες, κάθε πρόσωπο που εν γνώσει του παρέχει ψευδή πληροφορία σε σχέση με τη σύνταξη του εκλογικού καταλόγου ή σε οποιαδήποτε έρευνα που γίνεται από τον Έπαρχο ή σκόπιμα αρνείται να δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος, το υπουργείο Εσωτερικών έχει ζητήσει από τους επάρχους όπως καταγράψουν όλες τις περιπτώσεις για τις οποίες δύναται να στοιχειοποιηθεί υπόθεση, για να διαβιβαστούν το συντομότερο δυνατόν στον γενικό εισαγγελέα της Δημοκρατίας για αξιολόγηση και λήψη μέτρων» σημείωσε. Ο γενικός διευθυντής είπε ότι πιθανόν η διερεύνηση να μην ολοκληρωθεί μέχρι τις 9 Ιουνίου, δεδομένου ότι απαιτείται χρόνος για την τεκμηρίωση.
Αλλοίωση αποτελέσματος
Στο κρίσιμο ερώτημα, το οποίο απασχολεί αυτή τη στιγμή ορισμένους υποψηφίους και τα επιτελεία τους, εάν μετά τις ενστάσεις και τις καταγγελίες που δέχθηκαν οι Επαρχιακές Διοικήσεις για ψευδείς δηλώσεις διευθύνσεων (καφετέριες, υπεραγορές, κατοικίες φίλων και γνωστών, αλλά και οικόπεδα, είναι αναφορές που είδαν το φως της δημοσιότητας), το κράτος είναι σε θέση να διαβεβαιώσει ότι, μετά τον έλεγχο των ενστάσεων με τα εργαλεία που αξιοποίησε, έχει αποτρέψει το ενδεχόμενο αλλοίωσης αποτελέσματος, από πλευράς υπουργείου Εσωτερικών έγινε παραδεκτό ότι αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί. «Προσπαθούμε στο πλαίσιο της νομοθεσίας να εφαρμόζουμε τον νόμο. Έγιναν οι έρευνες από τους επάρχους, εξετάστηκαν και οι ενστάσεις που υποβλήθηκαν, μία προς μία, όπου προβλέπει η νομοθεσία, ακριβώς, για να διασφαλίσει την εγκυρότητα του εκλογικού καταλόγου. Δεν μπορώ να πω ότι αποκλείονται λάθη στον εκλογικό κατάλογο ή ότι όλες οι περιπτώσεις είναι τέλειες. Αλλά δεν παρατηρείται διαφορά με προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Η μόνη διαφορά είναι οι αριθμοί» δήλωσε στην «Κ» ο έφορος εκλογών, Μενέλαος Βασιλείου.
Ανέφερε συγχρόνως ότι τα εργαλεία, με τα οποία αξιολόγησαν τις ενστάσεις, ήταν ως επί το πλείστον η τηλεφωνική επικοινωνία, σε συνδυασμό με τη βάση δεδομένων του αρχείου πληθυσμού, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις που κρίθηκε αναγκαίο, έγιναν και επιτόπιοι έλεγχοι.
Ενδεχόμενο καλπονοθείας
Απαντώντας στο κατά πόσο ενδέχεται να υπάρξει καλπονοθεία εξαιτίας των μετακινήσεων ψηφοφόρων, ο κ. Ηλία είπε πως αυτό εξαρτάται από τη διαφορά στο αποτέλεσμα της εκλογικής διαδικασίας. «Αν για παράδειγμα σε έναν Δήμο έχουμε εκλογή με δύο ψήφους διαφορά, τότε ο υποψήφιος που θα χάσει έχει κάθε δικαίωμα να διερευνήσει περισσότερο το θέμα» δήλωσε. Συγχρόνως παρέπεμψε στο παράδειγμα της εκλογής του δημάρχου Λεμεσού στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές, όταν ο τέως δήμαρχος Ανδρέας Χρίστου, μαζί με υποστηρικτές του κατέθεσαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αίτηση για επανακαταμέτρηση των ψήφων, μετά την εκλογή του νυν δημάρχου Λεμεσού, Νίκου Νικολαΐδη με διαφορά εννέα μόλις ψήφων.
Σχολιάζοντας δημόσιες αναφορές, όπως της υποψήφιας δημάρχου Λακατάμιας, Φωτούλας Χατζήπαπα, ότι μετά από έλεγχο ενστάσεων και στοιχειοθέτηση, ενδεχομένως να δηλώθηκαν οικίες υποψηφίων ως ψευδείς διευθύνσεις ψηφοφόρων, κάτι που συνιστά, σημείωσε, ποινικό αδίκημα, και από μέρους του ψηφοφόρου και από μέρους του υποψηφίου, ο κ. Ηλία σημείωσε ότι για να διερευνήσει ένα τέτοιο ζήτημα η Αστυνομία απαιτείται χρονικό διάστημα μηνών και δεν μπορούν να κινηθούν ενέργειες έναντι ενός υποψηφίου, επειδή καταγγέλθηκε στην Αστυνομία. «Εάν ένας υποψήφιος πιστεύει και έχει αποδείξεις ότι ένας ανθυποψήφιος έκανε αυτές τις ενέργειες, μπορεί να το αναφέρει δημόσια κι ας αποφασίσουν οι ψηφοφόροι τι θα επιλέξουν» πρόσθεσε.
Νομοθετικές αλλαγές
Για τον κ. Βασιλείου προέχει η επικαιροποίηση του νομικού πλαισίου, που θα απασχολήσει τον διάλογο του υπουργείου με τα κόμματα την περίοδο μετά τις εκλογές, ώστε τα λάθη κατά τον έλεγχο των αιτήσεων αλλαγής διεύθυνσης, αλλά και των ενστάσεων, να αποτρέπονται στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Και η επιστράτευση της τεχνολογίας για ακριβή έλεγχο των στοιχείων θα μπορούσε να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση; «Πρέπει να επικαιροποιηθεί το νομικό πλαίσιο πρώτα απ’ όλα και η τεχνολογία έρχεται σε δεύτερη φάση, για το πώς θα βοηθήσει στην εφαρμογή του νομικού πλαισίου» σχολίασε.
Σύμφωνα με τον κ. Ηλία, η εικόνα που παρουσιάστηκε φέτος σε σχέση με τις μαζικές υποβολές αιτήσεων αλλαγής διεύθυνσης στις Επαρχιακές Διοικήσεις, μαζικά και την τελευταία στιγμή από κομματικά στελέχη, όπως τόνισε, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η μία προς μία εξέταση των αιτήσεων από τους λειτουργούς, θα ληφθεί υπόψη, για να γίνουν νομοθετικές αλλαγές μετά τις εκλογές. Για το ίδιο θέμα, ο υπουργός Εσωτερικών ανέφερε δημόσια την Πέμπτη ότι υπάρχει μια σκέψη, εφόσον αυτό είναι εφικτό, να υποβάλλονται πιο νωρίς οι αιτήσεις, ούτως ώστε να υπάρχει το περιθώριο να εξετάζονται έγκαιρα, σε περίπτωση που υπάρξει ξανά τόσο μεγάλος αριθμός μετακινήσεων και ενστάσεων.
Σε σχέση με τις συνέπειες για κοινοτάρχες, που ήδη έχει ή θα διαφανεί, ότι πιστοποίησαν ψευδείς διευθύνσεις, ο γενικός διευθυντής του υπουργείου Εσωτερικών ζήτησε πίστωση χρόνου λόγω προετοιμασιών για τις εκλογές. «Θα επιστρέψουμε, θα αναλύσουμε τα δεδομένα, και με βάση τη νομοθεσία θα στραφούμε εναντίον τους, με τη συνδρομή της Νομικής Υπηρεσίας», ανέφερε.
ΑΚΕΛ: Οργανωμένη προσπάθεια
Για οργανωμένη προσπάθεια αλλοίωσης και νόθευσης του εκλογικού αποτελέσματος στη Λακατάμια, έκανε λόγο από πλευράς ΑΚΕΛ, ο επαρχιακός γραμματέας Λευκωσίας και βουλευτής Κερύνειας, Χρίστος Χριστόφιας. Μιλώντας στην «Κ» είπε ότι υπάρχουν εξόφθαλμες περιπτώσεις. «Εμείς καταθέσαμε σχεδόν 300 ενστάσεις, οι οποίες είναι ένας πολύ μεγάλος αριθμός για το εκλογικό σώμα. Αν αύριο κριθεί το ποιος θα εκλεγεί δήμαρχος στις λίγες ψήφους, δεν μπορεί να κριθεί από κόσμο που δεν είναι πραγματικά δημότης στη Λακατάμια. Έχω την ενημέρωση ότι εγκρίθηκαν περίπου οι μισές ενστάσεις, που δεν είναι αμελητέος αριθμός» σημείωσε, για να προσθέσει ότι «δεν παύει όμως το πολιτικό θέμα να είναι εκεί. Δηλαδή, το να φτάνουμε στο σημείο πλέον –και είναι πρωτοφανές αυτό– με τόσο οργανωμένο και μαζικό τρόπο να γίνονται ψευδείς δηλώσεις από κόσμο ότι κατοικεί κάπου που δεν κατοικεί, μόνο και μόνο για να πετύχει κάποιος τον εκλογικό του στόχο, αυτό είναι όντως αλλοίωση και νόθευση των εκλογών, είναι πλήγμα στη δημοκρατία».
Στην παρούσα φάση, σημείωσε, είναι θέμα της Νομικής Υπηρεσίας, του γενικού εισαγγελέα και της Αστυνομίας, εάν θα κάνουν περαιτέρω έρευνα αυτεπάγγελτα και ακολουθηθούν οι διαδικασίες που προβλέπει η νομοθεσία. «Οι καταγγελίες μας είναι εκεί, κατατεθειμένες» τόνισε.
ΔΗΣΥ: Καμία κομματική ανάμειξη
«Δεν είναι οι υποψήφιοι ή τα κόμματα που υπογράφουν ποιοι πολίτες θα μεταφερθούν και πού, συνεπώς δεν υπάρχει κομματική ανάμειξη», αναφέρθηκε στην «Κ» από πλευράς ΔΗΣΥ. «Την ίδια ώρα ζητούμε αυστηρή εφαρμογή της νομοθεσίας και των διαδικασιών από τις αρμόδιες αρχές του κράτους» σημείωσε ο εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος, Ονούφριος Κουλλά, κάνοντας λόγο για τον αναγκαίο έλεγχο από το υπουργείο Εσωτερικών στο αν δικαιούται ή όχι κάποιος πολίτης να υποβάλει αίτηση μετοίκησης, όπως και στο αν μία ένσταση είναι βάσιμη ή όχι. «Ούτε με τους εκφοβισμούς των κομμάτων πρέπει να εγκρίνεται ή να απορρίπτεται μία αίτηση, ούτε και με οποιεσδήποτε άλλες σκοπιμότητες του κάθε κρατικού υπαλλήλου ή επάρχου», συμπλήρωσε.
Ερωτηθείς εάν απασχολεί τον ΔΗΣΥ η φωτογράφιση συγκεκριμένου υποψηφίου του κόμματος στον Δήμο Λακατάμιας, για μαζικές μετοικήσεις, με αναφορές από πλευράς ΑΚΕΛ, ότι αριθμός αυτών είναι ψευδείς, ο κ. Κουλλά απάντησε «καθόλου», διότι, επανέλαβε, δεν είναι με την υπογραφή του κάθε υποψηφίου που γίνεται η αίτηση μετοίκησης. «Υπογράφει ένας δημότης και πρέπει να κάνει έλεγχο το κράτος. Πιστοποιούν οι κοινοτάρχες της κάθε ενορίας. Να ελεγχθούν και αυτοί. Και όλοι να κάνουν σωστά τη δουλειά τους» συμπλήρωσε. Κάνοντας ένα πολιτικό σχόλιο, ανέφερε ότι «όλα αυτά που κάνει το ΑΚΕΛ, δεικνύουν ότι φοβάται πάρα πολύ, διότι φαίνεται ότι ο δικός μας υποψήφιος έχει αναπτύξει μεγάλη δυναμική μέσα στη Λακατάμια». Συμπλήρωσε ότι το ΑΚΕΛ «προφανώς έχει ανησυχήσει σοβαρά στο περιορισμένο έργο που έχει κάνει και τη δυσαρέσκεια που υπάρχει στους δημότες της Λακατάμιας. Απέναντι στην υποψήφια του ΑΚΕΛ φαίνεται να αναπτύσσει δυναμική ένας νέος, δυναμικός υποψήφιος, όπως ο Λουκάς Ελευθερίου».
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΠόρισμα καταπέλτης για το “Κράτος-Μαφία” για 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΤουρκική εφημερίδα κάνει λόγο για «ισραηλινή κατάληψη» στην Κύπρο
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΜήνυμα ΔΗΠΑ προς Παπαδόπουλο: «Αναμένουμε την πρόσκληση» – Ανοικτοί σε συνεργασία αλλά με όρους
-
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΕρντογάν για Κύπρο: «Δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα» – Γιατί φοβάται ένα μικρό νησί;
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month ago«Κράτος Μαφία»: Σφοδρές αλληλοκατηγορίες μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ1 month agoΗ πλήρης σύνθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών της Βουλής
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΤέλος εποχής για τον Κιρ Στάρμερ – Παραιτήθηκε από πρωθυπουργός
-
voulitv2 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΓκιουλέρ: «Παράνομη η συμφωνία Γαλλίας – Κυπριακής Δημοκρατίας για την Ανατολική Μεσόγειο»






