Connect with us

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Συντάξεις για ψηφοθηρία: Κρατικό έγκλημα με χρονόμετρο

Avatar photo

Published

on

ΑΔΩΝΙΣ ΓΙΑΓΚΟΥ

Υπάρχουν πολιτικές επιλογές που είναι απλώς λανθασμένες. Υπάρχουν άλλες που είναι ανήθικες. Και υπάρχουν και εκείνες που αγγίζουν τα όρια του εγκληματικού, γιατί υπονομεύουν συνειδητά το μέλλον μιας κοινωνίας για να εξαγοραστεί το παρόν της. Σε αυτή την τελευταία κατηγορία ανήκει η πρακτική του κυπριακού κράτους να δανείζεται από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όχι για επενδύσεις ή έκτακτες ανάγκες, αλλά για να χρηματοδοτεί πολιτικές βιτρίνας και, ακόμη χειρότερα, ψηφοθηρικές αυξήσεις στο Δημόσιο.

Ας το πούμε καθαρά, τα λεφτά του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν είναι κρατικό λάφυρο. Δεν είναι κουμπαράς του Υπουργείου Οικονομικών. Είναι οι εισφορές των εργαζομένων, οι κόποι μιας ζωής, τα χρήματα που προορίζονται για συντάξεις, επιδόματα, κοινωνική προστασία. Είναι κοινωνικό συμβόλαιο. Και όταν το κράτος τα χρησιμοποιεί για να κλείσει τρύπες ή να μοιράσει προεκλογικά δωράκια, αυτό δεν είναι διαχείριση. Είναι κατάχρηση! Η κυβέρνηση εμφανίζει την οικονομία ως υγιή, ως σταθερή, ως ισχυρή. Και μετά, πίσω από την πλάτη της κοινωνίας, βάζει χέρι στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να χρηματοδοτεί αυξήσεις, επιδόματα και διευθετήσεις που εξυπηρετούν όχι μια στρατηγική ανάπτυξης, αλλά μια στρατηγική ψήφων. Δηλαδή, χρησιμοποιεί το μέλλον των συνταξιούχων για να αγοράσει το παρόν της πολιτικής της επιβίωσης. Αυτό είναι ο ορισμός της βραχυπρόθεσμης εξουσίας, «δώσε σήμερα για να κερδίσεις αύριο στις κάλπες, και βλέπουμε για το μετά». Οι κυβερνώντες αντιμετωπίζουν τα δημόσια οικονομικά όχι ως θεσμό ευθύνης, αλλά ως εργαλείο προσωπικού και κομματικού οφέλους.

Η κοινωνική ασφάλιση γίνεται μηχανισμός χρηματοδότησης του πελατειακού κράτους. Και εδώ βρίσκεται η ωρολογιακή βόμβα. Ένα Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν είναι ανεξάντλητο. Δεν είναι μαγική δεξαμενή. Οφείλει να διαχειρίζεται αποθεματικά με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, να επενδύει με ασφάλεια και διαφοροποίηση, να προστατεύει τις μελλοντικές γενιές. Όταν όμως το κράτος γίνεται ο βασικός δανειολήπτης του ταμείου, τότε το ταμείο μετατρέπεται σε όμηρο του ίδιου του κράτους. Και τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Σημαίνει ότι αν αύριο υπάρξει ύφεση, κρίση, δημοσιονομική εκτροπή ή νέα τραπεζική αναταραχή, το πρόβλημα δεν θα είναι απλώς λογιστικό. Θα είναι κοινωνική κατάρρευση. Γιατί τότε δεν θα κινδυνεύει μια κυβέρνηση. Θα κινδυνεύουν οι συντάξεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων.

Το κράτος, αντί να αντλεί πόρους από δίκαιη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, από πάταξη της φοροδιαφυγής, από περιορισμό της σπατάλης και της διαφθοράς, προτιμά την εύκολη λύση, να δανείζεται από τους ασφαλισμένους. Είναι σαν να κλέβεις από το ίδιο σου το σπίτι για να πληρώσεις το πάρτι σου. Και φυσικά, η κυβέρνηση το παρουσιάζει ως εσωτερικό δανεισμό, ως ορθολογική πρακτική.

Όμως δεν υπάρχει τίποτα ορθολογικό στο να χρηματοδοτείς αυξήσεις και πολιτικά ανταλλάγματα με χρήματα που δεν σου ανήκουν. Αυτό δεν είναι οικονομική πολιτική. Είναι θεσμικός κυνισμός. Η Κύπρος έχει ήδη ζήσει τι σημαίνει να χτίζεις ευημερία πάνω σε φούσκες και τεχνάσματα. Το 2013 μας δίδαξε ότι οι δείκτες δεν σώζουν κοινωνίες όταν το σύστημα καταρρεύσει. Σήμερα, κάποιοι φαίνεται να παίζουν ξανά το ίδιο παιχνίδι, μόνο που αυτή τη φορά το στοίχημα είναι οι συντάξεις. Αν συνεχιστεί αυτή η πρακτική, το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο, ένα ταμείο φορτωμένο κρατικό χρέος, μια κοινωνία που γερνά, λιγότεροι εργαζόμενοι να στηρίζουν περισσότερους συνταξιούχους, και ένα κράτος που θα σηκώνει τα χέρια ψηλά λέγοντας ότι δεν υπάρχουν λεφτά. Τα λεφτά υπάρχουν. Απλώς χρησιμοποιούνται για τους λάθος σκοπούς. Και όταν μια κυβέρνηση χρησιμοποιεί το μέλλον μιας κοινωνίας για να εξαγοράσει το παρόν της εξουσίας της, αυτό δεν είναι απλώς ανευθυνότητα. Είναι πολιτικό έγκλημα με χρονόμετρο.

*Υποψήφιος Βουλευτής Λευκωσίας με το Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading

Άρθρα Χάρη Θεραπή

ΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη

Avatar photo

Published

on

του Χάρη Θεραπή

Ο εμφύλιος στον ΔΗΣΥ είναι το καλύτερο δώρο στον Χριστοδουλίδη

Στον ΔΗΣΥ φαίνεται πως το 2028 ήρθε… δύο χρόνια νωρίτερα. Και όσο στην Πινδάρου ακονίζουν τα μαχαίρια για το ποιος θα διεκδικήσει την Προεδρία της Δημοκρατίας, στο Προεδρικό μπορούν απλώς να παρακολουθούν.

Η σύγκρουση Αννίτας Δημητρίου – Αβέρωφ Νεοφύτου παύει πλέον να είναι ψίθυρος στους διαδρόμους. Οι δημόσιες παρεμβάσεις του τέως προέδρου του ΔΗΣΥ, οι αιχμές για τις δημοσκοπήσεις και οι αναφορές στην «ενότητα» δείχνουν ότι η μάχη για το χρίσμα έχει ουσιαστικά αρχίσει. Από την άλλη, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Φιλελεύθερου, η Αννίτα Δημητρίου δεν δείχνει καμία διάθεση να κάνει πίσω, ενώ εμφανίζεται να διαθέτει τόσο τη στήριξη της σημερινής κομματικής ηγεσίας όσο και δημοσκοπικό προβάδισμα έναντι πιθανών εσωκομματικών αντιπάλων.

Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια: αντίπαλος του ΔΗΣΥ στις προεδρικές εκλογές δεν είναι ο ΔΗΣΥ. Είναι ο Νίκος Χριστοδουλίδης.

Κι όμως, αντί η μεγαλύτερη δύναμη της αντιπολίτευσης να οικοδομεί από τώρα μια πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας, κινδυνεύει να μετατρέψει τα επόμενα δύο χρόνια σε μια ατελείωτη εσωκομματική προκριματική διαδικασία.

Και κάπου εδώ αρχίζει το πάρτι για το Προεδρικό.

Ο Χριστοδουλίδης δεν χρειάζεται να διασπάσει τον ΔΗΣΥ. Το κάνουν μόνοι τους.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνωρίζει ότι το μεγαλύτερο πολιτικό του πρόβλημα ενόψει του 2028 δεν είναι απλώς η αντιπολίτευση. Είναι η πιθανότητα επανένωσης της ευρύτερης κεντροδεξιάς απέναντί του.

Το βαθύ τραύμα του 2023 παραμένει ανοικτό. Ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων του ΔΗΣΥ είχε τότε επιλέξει τον Χριστοδουλίδη στον δεύτερο γύρο, ενώ η σημερινή κυβέρνηση εξακολουθεί να περιλαμβάνει πρόσωπα που πολιτικά προέρχονται από τον συναγερμικό χώρο. Αυτή ακριβώς η ιδιόμορφη σχέση καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την αντιπολιτευτική στρατηγική της Πινδάρου.

Για τον Πρόεδρο, επομένως, υπάρχει ένα ιδανικό σενάριο: ένας ΔΗΣΥ διαιρεμένος ανάμεσα σε στρατόπεδα, πρόσωπα και παλιούς λογαριασμούς.

Αννίτα ή Αβέρωφ;

Παμπορίδης ή κάποιος τέταρτος;

Ποιος δικαιώθηκε το 2023;

Ποιος ευθύνεται για την ήττα;

Ποιος είναι περισσότερο «καθαρόαιμος» Συναγερμικός;

Κάθε ώρα που αναλώνεται σε αυτά είναι μία ώρα λιγότερη συζήτησης για την κυβέρνηση.

Η πολιτική αυτοχειρία της Πινδάρου

Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν διαφορετικές φιλοδοξίες. Σε ένα μεγάλο κόμμα εξουσίας αυτό είναι φυσιολογικό.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η προσωπική μάχη προηγείται της πολιτικής μάχης.

Ο Αβέρωφ Νεοφύτου αμφισβητεί δημόσια τον τρόπο με τον οποίο έγιναν οι εσωκομματικές μετρήσεις και αφήνει αιχμές για τους χειρισμούς της ηγεσίας. Η Αννίτα Δημητρίου, από την άλλη, φέρεται να απορρίπτει εισηγήσεις να παραμερίσει τις δικές της προεδρικές φιλοδοξίες. Το ρεπορτάζ πλέον μιλά ανοικτά για επερχόμενη σκληρή σύγκρουση των δύο.

Αν αυτή η σύγκρουση κλιμακωθεί, το ερώτημα δεν θα είναι ποιος θα κερδίσει το χρίσμα.

Θα είναι τι θα έχει απομείνει από τον ΔΗΣΥ όταν το κερδίσει.

Διότι ένας υποψήφιος που θα εξέλθει νικητής από έναν διετή εσωκομματικό πόλεμο μπορεί να έχει κερδίσει την Πινδάρου και ταυτόχρονα να έχει χάσει ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας.

Και κυρίως να έχει σπρώξει ακόμη περισσότερους παραδοσιακούς ψηφοφόρους του κόμματος προς τον άνθρωπο που θέλει να εκτοπίσει από το Προεδρικό.

Βούτυρο στο ψωμί του Προεδρικού

Ο Χριστοδουλίδης έχει ήδη δείξει ότι γνωρίζει πού πονά ο ΔΗΣΥ. Η πρόσφατη αντιπαράθεση γύρω από τον χαρακτηρισμό «ΔΗΣΑΚΕΛ» δεν ήταν απλώς ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Χτυπούσε ακριβώς στο ζήτημα της πολιτικής ταυτότητας της Πινδάρου και στη δύσκολη σχέση της σημερινής ηγεσίας με ένα τμήμα της συναγερμικής βάσης.

Όσο λοιπόν ο ΔΗΣΥ συζητά ποιος θα είναι ο υποψήφιός του, ο Χριστοδουλίδης μπορεί να επιχειρεί κάτι πολύ σημαντικότερο: να διεκδικεί τον ίδιο τον συναγερμικό ψηφοφόρο.

Και αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Ο Πρόεδρος δεν χρειάζεται απαραίτητα να κερδίσει την ηγεσία του ΔΗΣΥ. Του αρκεί να κρατήσει ένα σημαντικό κομμάτι της βάσης του.

Κάθε δημόσια βολή Αβέρωφ προς Αννίτα, κάθε απάντηση του ενός στρατοπέδου στο άλλο και κάθε αναμόχλευση του 2023 κάνει αυτή τη δουλειά ευκολότερη.

Στην Πινδάρου ψάχνουν νικητή. Στο Προεδρικό μετρούν κέρδη.

Υπάρχει μια παλιά πολιτική αρχή: όταν ο αντίπαλός σου αυτοκαταστρέφεται, μην τον διακόπτεις.

Αυτό ακριβώς μπορεί να κάνει σήμερα ο Νίκος Χριστοδουλίδης.

Να παρακολουθεί.

Γιατί εάν ο εμφύλιος στον ΔΗΣΥ συνεχιστεί με αυτή την ένταση, ίσως στο τέλος το μεγάλο ερώτημα του 2028 να μην είναι εάν θα κερδίσει η Αννίτα τον Αβέρωφ ή ο Αβέρωφ την Αννίτα.

Θα είναι εάν, μέχρι να τελειώσουν μεταξύ τους, θα έχουν ήδη βοηθήσει να κερδίσει ο Χριστοδουλίδης.

Continue Reading

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε

Avatar photo

Published

on

Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.

Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.

Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.

Αφορά το 2028.

Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του

Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.

Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.

Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.

Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.

Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου

Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.

Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.

Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.

Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:

Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.

Και το ΑΚΕΛ;

Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.

Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.

Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.

Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.

Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.

Οι διορισμοί ήταν η αφορμή

Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.

ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.

Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.

Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.

Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.

Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο

Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.

Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.

Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.

Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.

Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.

Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia