ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ
HΠΑ – Ρωσία: Όλες οι λεπτομέρειες για την μάχη των δύο χωρών.
Με την κατάσταση στα ουκρανικά σύνορα να εξελίσσεται σε μπρα ντε φερ μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ και τις μετακινήσεις στρατευμάτων να αποτελούν καθημερινή είδηση, η παγκόσμια κοινότητα έχει τεθεί σε συναγερμό, αφού η ευρύτερη αποσταθεροποίηση της περιοχής, με την πρόσφατη εξέγερση στο Καζακστάν, σε συνδυασμό με τη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού στρατιωτών, προκαλεί διεθνείς ανησυχίες.
Τις προηγούμενες μέρες, σύμφωνα με την αξιολόγηση πληροφοριών από το ουκρανικό υπουργείο Άμυνας, η Μόσχα ανέπτυξε περισσότερους από 127.000 στρατιώτες στα σύνορα με την Ουκρανία, σε απόσταση μόλις μερικών μιλίων, πραγματοποίησε μεταξύ άλλων, στρατιωτικές ασκήσεις στην Κριμαία και στην περιοχή Voronezh, κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία, ενώ προβαίνει σε επίδειξη ισχύος με ναυτικές ασκήσεις και πτήσεις βομβαρδιστικών, ικανών να μεταφέρουν πυρηνικά πάνω από την Αρκτική. Ταυτόχρονα, οι ουκρανικές μυστικές υπηρεσίες του στρατού ανακοίνωσαν ότι έχουν στοιχεία πως το Κρεμλίνο στρατολογεί μισθοφόρους σε περιοχές που ελέγχουν αυτονομιστές στην ανατολική Ουκρανία και στέλνει οπλισμό, ενώ ανησυχία προκάλεσαν και οι εικόνες από τη μεταφορά συστοιχιών πυραύλων S-400 στο έδαφος της Λευκορωσίας.
Μέσα στο εκρηκτικό αυτό σκηνικό, ο Τζο Μπάιντεν προειδοποίησε για επώδυνες κυρώσεις και έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα ότι μια ρωσική εισβολή στην Ουκρανία θα ήταν «το σημαντικότερο πράγμα που έχει συμβεί στον πλανήτη από άποψη ειρήνης και πολέμου μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο».
Πόσο πιθανό όμως είναι να δούμε να εκτυλίσσεται ένα θερμό επεισόδιο; O Διευθυντής του Institute of Global Affairs (IGA) και αναπληρωτής καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος, Δρ Κωνσταντίνος Φίλης, εκτιμά ότι τo ενδεχόμενο αυτό είναι απομακρυσμένο. Μιλώντας στο philenews, υπoστήριξε ότι αυτό που βλέπουμε να διαδραματίζεται μεταξύ των δύο χωρών στην ουκρανική κρίση είναι μια μάχη γοήτρου, επιρροής και εντυπωσιασμού.
«Πιο πιθανόν είναι να δούμε υβριδικές επιθέσεις μεταξύ των δύο δυνάμεων», σημείωσε, ενώ απέκλεισε και το σενάριο ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, «εκτός κι αν η τελευταία πέσει στην παγίδα να προκαλέσει τη Μόσχα». Παρόλο που ούτε η Ουάσινγκτον ούτε η Μόσχα δείχνουν σημάδια υποχώρησης, είναι σαφές ότι η διπλωματική αναμέτρηση θα είχε τεράστιο κόστος και για τις δυο πλευρές να μετεξελιχθεί και σε στρατιωτική.
Ποιοι οι στόχοι της Ουάσιγκτον και Μόσχας
Οι εντάσεις μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας είναι διαρκώς παρούσες από το 2014, εντούτοις η στάση του Κρεμλίνου προς το Κίεβο γίνεται ολοένα και πιο σκληρή. Ο Ρώσος Πρόεδρος τονίζει όλο και πιο έντονα ότι η Ουκρανία αποτελεί οργανικό τμήμα της Ρωσίας, τόσο πολιτισμικά όσο και ιστορικά, ενώ χαρακτηρίζει τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά ως υπαρξιακή απειλή για τη χώρα του, υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξη Ρώσων στρατιωτών στα ουκρανικά σύνορα, δεν είναι παρά μια αντίδραση στις όλο και στενότερες σχέσεις της Ουκρανίας με τη Δύση.
Η Ρωσία ουσιαστικά, επεσήμανε ο Δρ Φίλης, «επιδιώκει να αναγνωριστεί επίσημα ότι όσον αφορά στον μετασοβιετικό χώρο έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, διατηρώντας τη γεωπολιτική σφαίρα επιρροής της». Επιχειρεί, λοιπόν, να επαναφέρει τα σύνορα των σφαιρών επιρροής, όπως είχαν διαμορφωθεί μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, ενώ αρνείται ότι έχει οποιοδήποτε σχέδιο εισβολής στην Ουκρανία και υποστηρίζει ότι η Δύση, με τη μετακίνηση στρατιωτών και εξοπλισμού ανησυχητικά κοντά στα σύνορά της, επιχειρεί την πρόκληση κρίσης.
Παράλληλα, όπως σημείωσε ο Δρ Φίλης, το Κρεμλίνο επιχειρεί να αναδείξει την αντίθεση που υπάρχει στη Δύση, όσον αφορά στη μη συγκρότηση ενιαίου μετώπου ΗΠΑ–Ευρώπης, ενώ στρέφοντας την προσοχή της διεθνούς κοινότητας επάνω της, η Μόσχα καθιστά σαφές ότι αποτελεί έναν σημαίνοντα, υπολογίσιμο παράγοντα στο διεθνές σύστημα.
Όσον αφορά στην πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στη Μόσχα, καθορίζεται από διάφορους παράγοντες. Το φιάσκο του Αφγανιστάν το περασμένο καλοκαίρι έπληξε το κύρος της αμερικανικής υπερδύναμης, η οποία θέλει να επανακτήσει το γόητρό της, επεσήμανε ο Δρ Φίλης. Επιπλέον, από τη στιγμή που υπάρχουν προκλήσεις έναντι μιας φιλοδυτικής χώρας στην περιοχή, όπως η Ουκρανία, η Ουάσιγκτον επιθυμεί να καταστήσει σαφές ότι δεν θα αφήσει απροστάτευτους τους συμμάχους της. Παράλληλα, «η Ουάσιγκτον αμφισβητεί με αυτό τον τρόπο την ρωσική επικυριαρχία στον μετασοβιετικό χώρο».
Ο Δρ Φίλης σημείωσε ακόμη ότι ένα ζήτημα που απασχολεί τις ΗΠΑ είναι και το γεγονός πως λόγω της διαφορετικής στάσης ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Γαλλία–Γερμανία, οι οποίες δεν είναι διατεθειμένες να έρθουν σε ρήξη με τη Μόσχα, ένεκα δικών τους συμφερόντων, που προκύπτουν και από την ενεργειακή εξάρτηση, δεν δύναται να συγκροτηθεί ένα εναίο μέτωπο απέναντι στο Κρεμλίνο.
Οι ενέργειες της κυβέρνησης Μπάιντεν εντάσσονται στο πλαίσιο της στρατηγικής διπλής ανάσχεσης επιρροής τόσο της Ρωσίας όσο και της Κίνας, με την τελευταία, βέβαια, να αποτελεί επί του παρόντος την υπ’αριθμόν ένα απειλή. Μια στρατηγική, που ακολούθησαν επί μακρόν οι ΗΠΑ μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και τη διάλυση του σοβιετικού μπλοκ, διαμορφώνοντας μια πολιτική διπλής ανάσχεσης του Πεκίνου και της Μόσχας, με στόχο να μην αποκτήσει η Κίνα περιφερειακή και διεθνή γεωπολιτική επιρροή, αντίστοιχη με την οικονομική και εμπορική ισχύ της, ενώ σε ό,τι αφορά στη Μόσχα, η Ουάσινγκτον θέλησε να αποτρέψει εκεί, όπου είναι δυνατόν, την όποιας μορφής παλινόρθωση ρωσικής επικυριαρχίας στην πρώην ΕΣΣΔ.
Τι διακυβεύεται για την Ευρώπη
Παρόλο που η Δύση επιχειρεί να εμφανιστεί ενωμένη ενώπιον αυτού που αντιλαμβάνεται ως ρωσική απειλή, η Ευρώπη παρουσιάζεται διχασμένη στην αντίδρασή της, εξαιτίας των επιμέρους σχέσεων των κρατών με τη Ρωσία, αλλά και της ενεργειακής εξάρτησή τους από αυτή. Άλλωστε, σε περίπτωση επιβολής κυρώσεων στη Ρωσία, η Ευρώπη έχει πολλά περισσότερα να απωλέσει σε σχέση με τις ΗΠΑ και αυτό είναι κάτι που αδιαμφισβήτητα γνωρίζει το Κρεμλίνο.
Δεν θα ήταν υπερβολή, λοιπόν, να πούμε ότι οι ενέργειες της Μόσχας απειλούν να διασαλεύσουν τη δομή επί της οποίας στηρίχτηκε η ευρωπαϊκή ασφάλεια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ ταυτόχρονα, το ζήτημα επαναφέρει στο προσκήνιο τη «στρατηγική αυτονομία» που απασχολεί την ΕΕ, χωρίς ωστόσο μέχρι στιγμής να μοιάζει ορατή η πραγμάτωσή της.
Πηγή : philenews
IBNA
Τηλεφωνική διπλωματία της Ουάσινγκτον με Άγκυρα και Δαμασκό: Στο επίκεντρο Συρία, Γάζα και περιφερειακή σταθερότητα
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Σύρος Πρόεδρος υπογράμμισε την ανάγκη για συντονισμένες διεθνείς πρωτοβουλίες με στόχο την αποτροπή της επανεμφάνισης τρομοκρατικών οργανώσεων, κάνοντας ειδική μνεία στο Ισλαμικό Κράτος. Παράλληλα, επισήμανε ότι η «νέα Συρία» επιδιώκει συνεργασία με όλους τους διεθνείς δρώντες στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και των κοινών συμφερόντων. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι δύο πλευρές συμφώνησαν στη σημασία του διαλόγου ως θεμελιώδους εργαλείου για την επίλυση περιφερειακών διαφορών, με τον Ahmed Sharaa να τονίζει ότι η ενεργή διπλωματία συνιστά τη μοναδική οδό για την υπέρβαση των χρόνιων κρίσεων της περιοχής.
Από την πλευρά του, ο Donald Trump εξέφρασε την ικανοποίησή του για την πορεία των πολιτικών που αφορούν τη Συρία και τη Μέση Ανατολή ευρύτερα, επαναβεβαιώνοντας τη στήριξη των Ηνωμένες Πολιτείες στις προσδοκίες του συριακού λαού για τη δημιουργία ενός ενωμένου και ισχυρού κράτους. Χαιρέτισε, επίσης, την παράταση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μεταξύ της συριακής κυβέρνησης και των κουρδικών δυνάμεων, καθώς και τις συμφωνίες που αφορούν την ενσωμάτωση ένοπλων σχηματισμών, συμπεριλαμβανομένων των Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις, στους επίσημους κρατικούς θεσμούς.
Στην ατζέντα της τηλεφωνικής επικοινωνίας Trump–Sharaa περιλήφθηκαν και οικονομικά ζητήματα, με τον Αμερικανό Πρόεδρο να δηλώνει ότι η Ουάσινγκτον είναι έτοιμη να στηρίξει την ανοικοδόμηση της Συρίας μέσω της ενθάρρυνσης επενδύσεων και της διαμόρφωσης ενός ελκυστικού περιβάλλοντος για το κεφάλαιο. Όπως υπογράμμισε, η οικονομική σταθερότητα της χώρας αποτελεί βασικό πυλώνα για τη συνολική σταθερότητα της Μέσης Ανατολής.
Οι διαδοχικές αυτές τηλεφωνικές επαφές καταδεικνύουν την προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των διπλωματικών ισορροπιών στην περιοχή, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να διατηρούν ενεργό ρόλο τόσο στις σχέσεις με την Τουρκία όσο και στη συριακή μετάβαση. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία η περιφερειακή σταθερότητα, η ασφάλεια και η ανθρωπιστική διάσταση εξακολουθούν να αποτελούν αλληλένδετες και κρίσιμες προκλήσεις.
ΠΗΓΗ: IBNA
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ
Σε διπλωματικούς υπολογισμούς η Λευκωσία μετά την πρόσκληση Τραμπ για το «Συμβούλιο Ειρήνης»
Μετρά προσεκτικά τα επόμενα βήματά της η Λευκωσία αναφορικά με την πρόσκληση που απηύθυνε ο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς εντός της ημέρας αναμένεται να ξεκαθαρίσει εάν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, θα αποδεχθεί τη συμμετοχή της Κύπρου στο λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης» για τη Γάζα.
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, μέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση από τη Λευκωσία, ενώ δεν προκύπτει σαφής ένδειξη για την κατεύθυνση προς την οποία προσανατολίζεται. Υπενθυμίζεται ότι η πρόσκληση του Προέδρου των ΗΠΑ προς τον Νίκο Χριστοδουλίδη έγινε γνωστή το περασμένο Σάββατο.
Τι είναι το «Συμβούλιο Ειρήνης»
Όταν, τον περασμένο Νοέμβριο, τα Ηνωμένα Έθνη ενέκριναν τη δημιουργία του Συμβουλίου Ειρήνης, με την προσδοκία ότι θα δεσμεύσουν τον Τραμπ σε μια ειρηνευτική διαδικασία για τη Γάζα, δεν είχαν προβλέψει ότι στην πράξη στήριζαν «έναν κλειστό κύκλο υπό τον Τραμπ – μια παγκόσμια εκδοχή της αυλής του Μαρ-α-Λάγκο με στόχο την υποκατάσταση του ίδιου του ΟΗΕ», όπως επισημαίνει ο Τζούλιαν Μπόργκερ σε ανάλυσή του στον Guardian.
Το αποκαλούμενο Συμβούλιο Ειρήνης ξεκίνησε ως πρωτοβουλία με βασικό σκοπό τον τερματισμό της σύγκρουσης στη Γάζα, ωστόσο στη συνέχεια φαίνεται να αποκτά ευρύτερες φιλοδοξίες, που αφορούν τη διαχείριση συγκρούσεων και σε άλλα σημεία του πλανήτη.
Σύμφωνα με το καταστατικό του, το «Συμβούλιο Ειρήνης» ορίζεται ως «διεθνής οργανισμός με στόχο την προώθηση της σταθερότητας, την αποκατάσταση αξιόπιστης και νόμιμης διακυβέρνησης και τη διασφάλιση διαρκούς ειρήνης σε περιοχές που πλήττονται ή απειλούνται από συγκρούσεις». Όπως προκύπτει από προσχέδιο του καταστατικού, αντίγραφο του οποίου έχει στη διάθεσή του το CNN, ο Τραμπ προβλέπεται να παραμείνει πρόεδρος του Συμβουλίου επ’ αόριστον, γεγονός που πρακτικά σημαίνει ότι η εξουσία του μπορεί να υπερβεί τη θητεία του ως Προέδρου των ΗΠΑ. Η αντικατάστασή του προβλέπεται μόνο σε περίπτωση «εθελοντικής παραίτησης ή ανεπάρκειας», κατόπιν ομόφωνης απόφασης του Εκτελεστικού Συμβουλίου.
Κάθε κράτος-μέλος προβλέπεται να έχει θητεία έως τρία έτη από την έναρξη ισχύος του καταστατικού, με δυνατότητα ανανέωσης από τον πρόεδρο του Συμβουλίου, ενώ το κόστος συμμετοχής ανέρχεται στο ένα δισεκατομμύριο δολάρια.
Οι προσκλήσεις
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, αποδέχθηκε το πρωί της Τετάρτης την πρόσκληση του Ντόναλντ Τραμπ για συμμετοχή στο Συμβούλιο Ειρήνης. Αποτελεί τον πιο πρόσφατο ηγέτη που συμφώνησε να συμμετάσχει, μετά τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μαρόκο, το Βιετνάμ, το Καζακστάν, την Ουγγαρία, την Αργεντινή, το Μπαχρέιν, το Αζερμπαϊτζάν και τη Λευκορωσία.
Προσκλήσεις έχουν επίσης αποσταλεί, μεταξύ άλλων, σε Κίνα, Ινδία, Τουρκία, Καναδά, Ουκρανία, Αίγυπτο, Ηνωμένο Βασίλειο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και σε μεμονωμένα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ολλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ελλάδα.
Το βράδυ της Δευτέρας, ο Τραμπ επιβεβαίωσε ότι στο Συμβούλιο έχει προσκληθεί και ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν. Όπως ανέφερε ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, η Μόσχα «μελετά τις λεπτομέρειες» και θα επιδιώξει να αποσαφηνίσει «όλες τις πτυχές» μέσω επαφών με τις ΗΠΑ, πριν τοποθετηθεί επίσημα. Ο Ρόμπερτ Γουντ, πρώην αναπληρωτής πρέσβης των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, δήλωσε ότι «ο Πούτιν θα χρησιμοποιήσει τη συμμετοχή της Ρωσίας στο Συμβούλιο Ειρήνης για να υπονομεύσει τον ΟΗΕ και να εντείνει τη διχόνοια στις συμμαχίες της Αμερικής». Από την πλευρά της, η Βρετανίδα υπουργός Εξωτερικών, Ιβέτ Κούπερ, τόνισε πως «ο Πούτιν δεν είναι άνθρωπος της ειρήνης και δεν θεωρώ ότι έχει θέση σε οποιονδήποτε οργανισμό φέρει τη λέξη “ειρήνη” στην ονομασία του».
Ποιοι απέχουν
Μέχρι στιγμής, η Γαλλία —η οποία έχει εκφράσει με αυστηρό τόνο την αντίθεσή της στις προθέσεις Τραμπ για τη Γροιλανδία— δεν προτίθεται να συμμετάσχει στο Συμβούλιο Ειρήνης.
«Ναι στην εφαρμογή του ειρηνευτικού σχεδίου που παρουσίασε ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο υποστηρίζουμε πλήρως, αλλά όχι στη δημιουργία ενός οργανισμού όπως παρουσιάστηκε, που θα υποκαθιστά τα Ηνωμένα Έθνη», δήλωσε χθες, Τρίτη, ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ζαν-Νοέλ Μπαρό.
Χθες, και η Νορβηγία, διά του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Αντρέας Μότσφελτ Κράβικ, ξεκαθάρισε ότι δεν θα συμμετάσχει. «Η Νορβηγία δεν θα λάβει μέρος στο “Συμβούλιο Ειρήνης” του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, όπως αυτό παρουσιάζεται σήμερα», δήλωσε στην εφημερίδα Aftenposten.
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ
Κρεμλίνο: Ο Τραμπ «σίγουρα θα μείνει στην ιστορία» αν καταλάβει τη Γροιλανδία
-
Think Tank1 month agoΣομαλιλάνδη: το νέο μέτωπο Ισραήλ–Τουρκίας
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ4 weeks agoΤο ερώτημα για την Holguín για την UNFICYP και η υπόθεση της Μάμμαρι: γιατί δέχθηκαν επίθεση δύο Ελληνοκύπριοι αγρότες;
-
Off the Record1 week agoΣΥΚΑΣ: Πολιορκία κομμάτων για να είναι υποψήφιος – Λευκωσιάτικη δημοσκόπηση
-
Off the Record1 week agoΑνθρωποφαγία από το ΔΗΣΥ καταγγέλλει ο Τορναρίτης
-
#exAformis1 month ago#ExAformis – Το ΑΛΜΑ στο δρόμο προς τις εκλογές | Παρασκευή 19/12 στις 7μμ
-
#exAformis1 month ago#ExAformis – Αποτελέσματα Διαδικτυακής Δημοσκόπησης | Τετάρτη 17/12 στις 7μμ
-
Off the Record3 days agoΗ ττενέκκα και το ΕΛΑΜ…
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή3 weeks agoΠώς στήνεται ένα πολιτικό «viral σκάνδαλο»
-
Off the Record4 weeks agoΕκλογές 2026: Το ποτάμι δεν γυρίζει ΠΙΣΩ…
-
Think Tank1 month agoΤο πραξικόπημα των ΤΚ το 1963 | Μία εκπομπή ντοκουμέντο

