Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Ένα εύφλεκτο σύμφωνο συμβίωσης

Published

on

Όταν τον προσεχή Ιούνιο, ο Νικόλας Παπαδόπουλος θα ζητάει από τους πολίτες να οδηγηθούν στην κάλπη και να στηρίξουν το Δημοκρατικό Κόμμα, θα έχει να αντιμετωπίσει δύο αντικειμενικές δυσκολίες: Η πρώτη συνδέεται με την επιβίωση του κόμματος. Ενώ το ΕΛΑΜ –βάσει όλων των δημοσκοπικών ευρημάτων– φέρεται να ξεπερνά σε ποσοστά το ΔΗΚΟ, το κόμμα δεν έχει καταφέρει να ξεπεράσει την αμηχανία του. Δεν έχει υποστηρίξει επί του παρόντος το πολιτικό αφήγημα που θα συσπειρώσει –ίσως και να ενισχύσει– το κόμμα, ούτε έχει καταφέρει να μεταφέρει στους πολίτες το διακύβευμα των εκλογών. Το κυριότερο όμως είναι ο τρόπος που εισέρχεται σε αυτή τη μάχη. Ο Νικόλας Παπαδόπουλος φιλοδοξούσε πως με την παρουσία του στο κυβερνητικό σχήμα θα έκλεινε τις πληγές, θα απέφευγε την εσωστρέφεια και ενδεχομένως να ενίσχυε τη δύναμή του. Όχι μόνο ως μέρος της συγκυβέρνησης, απολαμβάνοντας τα προνόμια, αλλά και γιατί με την απειρία τού Νίκου Χριστοδουλίδη θα μπορούσε να ενεργούσε ως ένας άλλος Αβέρωφ Νεοφύτου επί Αναστασιάδη. Οι δυσκολίες της κυβέρνησης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο πρόεδρος Χριστοδουλίδης έχει κτίσει τείχος, ενεργώντας χωρίς διαβούλευση μαζί τους, έχει προκαλέσει ρωγμή στη σχέση των δύο πολιτικών ανδρών. Μία κατάσταση που δεν αποκλείεται να στοιχίσει πολιτικά στον Νικόλα Παπαδόπουλο, και στην κάλπη και προσωπικά για τον ίδιο αλλά και στη συνέχεια σε ό,τι αφορά την επιβίωση του κόμματος.

Η περίπτωση διαδοχής στη «Φωνή» και η πρόταση Κεραυνού για το συνταξιοδοτικό των βουλευτών ενέτεινε ένα ήδη κακό κλίμα μεταξύ των δύο πλευρών.

Τηρώντας τα προσχήματα

Πόσο βαθιά ωστόσο είναι αυτή η ρωγμή; Τόσο ώστε το περιβάλλον και των δύο να γνωρίζει για τη δυσφορία απέναντι στον τρόπο που ενήργησε κατά καιρούς η άλλη μεριά, αλλά την ίδια στιγμή αντιλαμβάνονται πως δεν τους παίρνει και πολύ να τεντώσουν το σχοινί. Τηρούν επί του παρόντος τα προσχήματα, ιδιαίτερα ενόψει προεκλογικού. Καθόλου τυχαία η πλήρης στήριξη του προέδρου του ΔΗΚΟ στις πολιτικές για το μεταναστευτικό. Μία κίνηση που για το ΔΗΚΟ θεωρήθηκε προεκλογικό δώρο για να ανακόψει ψήφους από το ΕΛΑΜ, όμως την ίδια στιγμή με τη στάση και τη ρητορική του δεν κατάφερε να διαχωρίσει την ταυτότητα του κόμματος από εκείνη του κύριου αντιπάλου του, του ΕΛΑΜ. Από πλευράς Προεδρικού, ο Νίκος Χριστοδουλίδης θα αποτελεί κύριο ομιλητή στην εκδήλωση των 48 χρόνων από την ίδρυση του ΔΗΚΟ που θα γίνει τις επόμενες μέρες και θεωρείται από πολλούς ως μία προσπάθεια αναθέρμανσης της σχέσης του προέδρου με το ακροατήριο του κόμματος αλλά και με τα στελέχη.

Οι λόγοι της ρήξης

Όσο όμως κι αν φαινομενικά η κατάσταση φαίνεται να τυγχάνει διαχείρισης, υπήρξαν ζητήματα που ενέτειναν τη δυσφορία και το κακό κλίμα. Το τελευταίο, ήταν ο διορισμός της Κλέας Παπαέλληνα στο Συμβούλιο Φωνή. Η Αναστασία Παπαδόπουλου, πρόεδρος της Φωνής, που την έστησε και οργάνωσε, ξεκαθάρισε στον Νίκο Χριστοδουλίδη, όταν ο τελευταίος της ζήτησε να επαναδιοριστεί, πως έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της. Ζήτησε ωστόσο αν μπορεί να έχει άποψη για τη διαδοχή δεδομένου ότι γνωρίζει τα προβλήματα και τις ανάγκες του Συμβουλίου και πρότεινε συγκεκριμένη τεχνοκράτη. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας έκανε άλλη επιλογή, προκαλώντας την ενόχληση του ΔΗΚΟ και ιδιαίτερα του περιβάλλοντος του Νικόλα Παπαδόπουλου. Όχι μόνο γιατί δεν εισακούστηκε η πρόταση για ένα Συμβούλιο που θεωρούν κατά κάποιο τρόπο δικό τους παιδί, αλλά γιατί έμαθαν τον διάδοχο από τα ΜΜΕ.

Ο Κεραυνός ως τιμωρός

Η γενική πολιτική άλλωστε του προέδρου να αποφεύγει τη συζήτηση και ενημέρωση των συγκυβερνώντων κομμάτων, αποτέλεσε πολλές φορές σημείο τριβής. Το πιο ηχηρό παράδειγμα ήταν το παρ’ ολίγον μποϊκοτάρισμα του απολογισμού ενός χρόνου διακυβέρνησης από το ΔΗΚΟ. Ο λόγος όπως είχε αποκαλύψει η «Κ» τότε, ήταν η απουσία διαβούλευσης για τα μέτρα υπέρ των Τ/κ που είχε καταθέσει ο Νίκος Χριστοδουλίδης. Και επειδή διαφωνούσαν επί της ουσίας, και επειδή θεωρούσαν πως αυτό αποτελούσε βούτυρο στο ψωμί του ΕΛΑΜ. Στο κακό κλίμα που δεν περιορίζεται στην ανώτατη πυραμίδα, δεν βοήθησε και η πρόσφατη ενέργεια του υπουργού Οικονομικών Μάκη Κεραυνού, όταν παρουσίασε σε σύσκεψη αρχηγών τα σχέδια της κυβέρνησης συνταξιοδότησης των βουλευτών.

Ήταν στην ουσία η απάντηση της κυβέρνησης μετά τον σάλο που δημιουργήθηκε με τις πολλαπλές συντάξεις ή συντάξεις που τρέχουν παράλληλα με τη θητεία πολιτειακών αξιωματούχων. Η ενημέρωση που είχε το Προεδρικό ήταν ότι τόσο ο Νικόλας Παπαδόπουλος όσο και η Αννίτα Δημητρίου ήταν έως και προσβλητικοί απέναντι στον Μάκη Κεραυνό για το εν λόγω ζήτημα. Ο κ. Παπαδόπουλος διερωτήθηκε για ποιο λόγο μπήκε στο κάδρο η συνταξιοδότηση των βουλευτών, όταν το κύριο ζήτημα που συζητείται στην κοινωνία είναι αυτό των πολλαπλών συντάξεων. Ένα ζήτημα που εκθέτει τόσο τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος λαμβάνει σύνταξη ως δημόσιος υπάλληλος όσο και αρκετούς στο Υπουργικό Σχήμα περιλαμβανομένου και του Μάκη Κεραυνού. Ο κ. Κεραυνός στη συζήτηση ξεκαθάρισε πως δεν ήταν δική του ιδέα, ενισχύοντας κατ’ επέκταση την ενόχληση των αρχηγών με τον Νίκο Χριστοδουλίδη. Έστειλε δηλαδή το μήνυμα σε βουλευτές που βρίσκονται στη συγκυβέρνηση και οι οποίοι είναι ήδη σφόδρα ενοχλημένοι με τον πρόεδρο, πως στην προσπάθειά του να αλλάξει την αρνητική για τον ίδιο ατζέντα, τιμωρεί τους ίδιους με τις εν λόγω προτάσεις.

Τι ενόχλησε τον Πρόεδρο

Όμως η πικρία δεν προέρχεται μόνο από τα συγκυβερνώντα κόμματα, αλλά και από το ίδιο το Προεδρικό. Κύκλοι που βρίσκονται κοντά στον πρόεδρο υποστηρίζουν πως ο Νίκος Χριστοδουλίδης νιώθει πως το λάθος του ήταν όταν κατά τον σχηματισμό του Υπουργικού Συμβουλίου υπέκυψε στις απαιτήσεις των συγκυβερνώντων κομμάτων. Αυτό είναι κάτι που κρατά μέσα του, αυτός ήταν και ο λόγος όπως λέγεται από την κυβέρνηση, που στην περίπτωση των ημικρατικών δεν άκουσε κανέναν από τους πολιτικούς αρχηγούς. Σε σημείο που, όπως λένε πολύ έγκυρες πηγές του Προεδρικού, δημιουργήθηκε σοβαρή ένταση μεταξύ Νίκου Χριστοδουλίδη και Νικόλα Παπαδόπουλου που διεκδικούσε θέσεις. Όπως λέγεται, ο Μαρίνος Σιζόπουλος δεν έχει πολλές απαιτήσεις από το Προεδρικό και ο Μάριος Καρογιάν έχει χαμηλώσει τους τόνους των απαιτήσεων μετά την γκάφα του να επιμείνει για τον διορισμό Μιχάλη Μιχαήλ σε ΕΔΥ. Σε αυτό το πλαίσιο ο πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει αποφασίσει να ενεργεί εν πολλοίς μόνος του και σε πολλά ζητήματα να αποφεύγει επιπλέον συζητήσεις. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι δεν πρόκειται να βοηθήσει τους συγκυβερνώντες με προεκλογικά δώρα, όπως κάνουν ανέκαθεν πρόεδροι της Δημοκρατίας και ενώ έχει ήδη αποφασίσει ποιος θα είναι ο υφυπουργός Μετανάστευσης, το καθυστερεί, εγείροντας ερωτήματα στους συγκυβερνώντες για τους λόγους της καθυστέρησης.

Το ερώτημα είναι αν όλο αυτό γίνεται γιατί ο Νίκος Χριστοδουλίδης έχει εκτιμήσει πως θα είναι πρόεδρος μιας πενταετίας, ή αν θεωρεί πως η τυπική σχέση με τους συγκυβερνώντες –με τον σοβαρό κίνδυνο αποχώρησής κάποιου εξ αυτών– ενδεχομένως να τον απελευθερώσει, πολιτικά.

Η αλήθεια βεβαίως είναι πως και οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται ότι το σενάριο αποχώρησης από την κυβέρνηση δεν είναι κάτι που συζητείται προεκλογικά. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας βεβαίως νιώθει το τελευταίο διάστημα ιδιαίτερα ανεβασμένος, καθώς επικοινωνιακά έχει νίκες. Είναι το «Αμάλθεια», είναι οι σχέσεις που ανέπτυξε με τον Γερμανό πρόεδρο Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ, οι οποίες ευελπιστεί πως θα βοηθήσουν στην όλη διαδικασία του Κυπριακού, ήταν βεβαίως και η κάθοδος της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στην επέτειο των 20 χρόνων που εξυπηρέτησε το αφήγημα και των δύο. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι αναμένονται εξελίξεις στο Κυπριακό, κάνει το όποιο σενάριο φυγής του Νικόλα Παπαδόπουλου πολύ δύσκολο να εξηγηθεί και να δικαιολογηθεί. Η κατάσταση μοιάζει περισσότερο αδιέξοδη για το ΔΗΚΟ, ούτε όμως βοηθά τον πρόεδρο γιατί έστω κι αν υποβαθμίζει τον ρόλο των κομμάτων στη συγκυβέρνηση, μία τετραετία χωρίς στήριξη κομμάτων εντός της Βουλής θα δυσκολέψει πολύ το όποιο κυβερνητικό έργο.

Το ΔΗΚΟ ψάχνει ταυτότητα

Πώς ο Νικόλας έμεινε χωρίς κόμμα και με σοβαρό τον κίνδυνο αμφισβήτησης

Ο Νικόλας Παπαδόπουλος έχει να διαχειριστεί τις συνεχείς ανταρσίες βουλευτών του, ενώ την ίδια στιγμή ένα κακό αποτέλεσμα θα ενισχύσει τη δική του φθορά και ίσως την υπονόμευση εντός κόμματος.

Την ίδια στιγμή στο ΔΗΚΟ, αλλά και ευρύτερα στον χώρο της συγκυβέρνησης, άρχισε να συζητείται ανεπισήμως ότι ο Νίκος Χριστοδουλίδης είναι πρόεδρος μιας πενταετίας. Κατά συνέπεια, θα πρέπει και οι εναλλακτικές για συνεργασίες να διερευνηθούν. Δεν είναι καθόλου τυχαίες οι γέφυρες που άνοιξε ο Νικόλας Παπαδόπουλος με το ΑΚΕΛ στις δημοτικές εκλογές παρά την επιθυμία του Νίκου Χριστοδουλίδη να υπάρξει πλήρης συμπόρευση με τον ΔΗΣΥ για να επισπευσθεί η προσχώρησή του στο κυβερνητικό άρμα.

Όμως όσο κι αν στελέχη θεωρούν πως η αιτία της πτώσης προέρχεται από τη φθορά της συγκυβέρνησης, η πτωτική πορεία των τελευταίων ετών στέλνει το μήνυμα πως αυτό αποτελεί το σύμπτωμα και όχι την αιτία. Τα αίτια είναι βαθύτερα και επικεντρώνονται σε δύο άξονες:

• Το ΔΗΚΟ έχει χάσει την ταυτότητά του ως κόμμα Κέντρου.

• Ο Νικόλας Παπαδόπουλος δεν έχει επί της ουσίας κόμμα πίσω του.

Το ΔΗΚΟ θα μπορούσε να συσπειρώσει τους ψηφοφόρους του Κέντρου, χρησιμοποιώντας το αφήγημα πως έτσι θα ανακοπεί η ψήφος στην Ακροδεξιά. Το πρόβλημα για το κόμμα είναι πως αυτό το αφήγημα χρησιμοποιήθηκε πριν από πέντε χρόνια από την ΕΔΕΚ και η ΕΔΕΚ δεν φρόντισε με τις πολιτικές της στη συνέχεια να το αξιοποιήσει υπέρ της, καθώς πολλοί ήταν εκείνοι οι ψηφοφόροι που είδαν ταύτιση θέσεων με το ΕΛΑΜ. Το δεύτερο κύριο ζήτημα που ανατρέπει ένα τέτοιο αφήγημα είναι η ρητορική του κόμματος. Μιλάει το ΔΗΚΟ για την πάταξη της Ακροδεξιάς, ωστόσο στελέχη εκφράζονται, είτε στο Κυπριακό είτε στο μεταναστευτικό, με τον ίδιο τρόπο. Ενέργειες και ρητορική που αναιρεί την ιδέα πως το ΔΗΚΟ είναι ένα κόμμα του Κέντρου.

Πέραν όμως αυτού, διαπιστώνεται μέρα με τη μέρα πως ο Νικόλας Παπαδόπουλος δεν έχει κόμμα πίσω του. Δεν είναι μόνο οι ανταρσίες βουλευτών σε κρίσιμα νομοσχέδια, αλλά και η απουσία σύμπνοιας. Ο πρόεδρος του ΔΗΚΟ για παράδειγμα ζήτησε από βουλευτές να συμβάλουν με τη συμμετοχή τους στο ψηφοδέλτιο των ευρωεκλογών. Κανείς δεν ήταν διατεθειμένος, πλην του στενού συνεργάτη του και βουλευτή Λευκωσίας Χρύση Παντελίδη να δώσει τη μάχη. Το ποσοστό του τελευταίου, δεδομένου ότι θεωρείται ο στενότερος συνεργάτης του κ. Παπαδόπουλου, θα αποτελεί εν πολλοίς και τεστ για τη δυναμική που έχει ο πρόεδρος εντός του κόμματος. Η ανταρσία, σε συνδυασμό με τον σοβαρό κίνδυνο μειωμένων ποσοστών ανησυχεί τον ΔΗΚΟϊκό πρόεδρο πως θα οδηγήσει στην πλήρη αταξία της κοινοβουλευτικής ομάδας. Η ανταρσία θα ενταθεί με τη μείωση των ποσοστών, καθώς ο κάθε βουλευτής –για να διασφαλίσει την επανεκλογή του– θα ακολουθεί τη δική του προσωπική ατζέντα. Θα είναι συνεπώς ένας αρχηγός κόμματος, χωρίς συμπαγή ομάδα, χωρίς συγκροτημένο λόγο και με το ένα πόδι αναπόφευκτα εκτός της κυβέρνησης.

Κάτι τέτοιο θα φθείρει σταδιακά και θα υπονομεύει τον Νικόλα Παπαδόπουλο και ως ηγέτη του κόμματος. Δεν αποκλείεται να υπάρξουν και φωνές που θα ζητήσουν την παραίτησή του. Το ποιος θα τον αμφισβητήσει βεβαίως, είναι ένα ζήτημα ανοικτό.

Το σίγουρο είναι πως η αναπληρώτρια πρόεδρος του ΔΗΚΟ, Χριστιάνα Ερωτοκρίτου, η οποία ουδέποτε εξέφρασε δημόσια μία τέτοια φιλοδοξία, έχει αποκτήσει σημαντική δυναμική εντός του κόμματος και σίγουρα δεν έχει την παλαιότερη στενή σχέση με τον Νικόλα Παπαδόπουλο καθώς θεωρεί πως της έκοψε τον δρόμο για να είναι υποψήφια για την προεδρία το 2023, με τη στήριξη του ΑΚΕΛ.

Πηγή: Kathimerini

Off the Record

Τορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;

Avatar photo

Published

on

Ο διορισμός του Νίκου Τορναρίτη ως Ειδικού Πολιτικού Απεσταλμένου του Προέδρου για το Κυπριακό σε Ασία και Αφρική δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την εμπειρία που φέρνει μαζί του.

Δεκαετίες πολιτικής και κοινοβουλευτικής παρουσίας, μακρά ενασχόληση με το Κυπριακό και, κυρίως, ένα δίκτυο διεθνών επαφών που δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα, από πλευράς αξιοποίησης ανθρώπινου πολιτικού κεφαλαίου, η επιλογή έχει σαφή λογική.

Το παραπολιτικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.

Ο Νίκος Τορναρίτης δεν είναι απλώς ένας πρώην βουλευτής. Είναι ένα πρόσωπο με μακρά διαδρομή στον ΔΗΣΥ. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέγει ένα τέτοιο στέλεχος για μια αποστολή που συνδέεται άμεσα με την κορυφαία εθνική προτεραιότητα, το Κυπριακό.

Το ερώτημα λοιπόν μεταφέρεται στην Πινδάρου: πώς θα διαβαστεί η κίνηση;

Ως μια θεσμική επιλογή, όπου μπροστά στο Κυπριακό περισσεύουν οι κομματικές γραμμές; Ή ως ακόμη μία κίνηση Χριστοδουλίδη που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιεί πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του ΔΗΣΥ χωρίς να χρειάζεται πολιτική συμφωνία με την ηγεσία του κόμματος;

Η συγκυρία κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μόλις σήμερα ο Πρόεδρος επανήλθε δημόσια στις σχέσεις του με τον ΔΗΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπικό πρόβλημα με την ηγεσία ή στελέχη του κόμματος και θέτοντας το ερώτημα «πού διαφωνείτε;».

Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια με παραπολιτικό βάρος: τον Ιούλιο ο Τορναρίτης είχε διαψεύσει δημοσίευμα περί πρότασης για συμμετοχή του στο Υπουργικό, δηλώνοντας τότε ότι, εάν αποφάσιζε να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θα το έκανε δημόσια και με πλήρη διαφάνεια.

Δύο μήνες αργότερα, η πρόταση υπάρχει, είναι δημόσια και έγινε αποδεκτή.

Ο διορισμός, επομένως, μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: στο θεσμικό, ως αξιοποίηση ενός έμπειρου πολιτικού για το Κυπριακό· και στο πολιτικό, ως υπενθύμιση ότι τα στεγανά ανάμεσα στο Προεδρικό και τον συναγερμικό χώρο παραμένουν διαπερατά.

Και κάπου εδώ η μπάλα περνά στην Πινδάρου.

Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γιατί ο Χριστοδουλίδης επέλεξε τον Τορναρίτη.

Είναι τι θα πει τώρα ο ΔΗΣΥ για την επιλογή του.

–Sniper–

Continue Reading

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia