ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Ένα εύφλεκτο σύμφωνο συμβίωσης
Όταν τον προσεχή Ιούνιο, ο Νικόλας Παπαδόπουλος θα ζητάει από τους πολίτες να οδηγηθούν στην κάλπη και να στηρίξουν το Δημοκρατικό Κόμμα, θα έχει να αντιμετωπίσει δύο αντικειμενικές δυσκολίες: Η πρώτη συνδέεται με την επιβίωση του κόμματος. Ενώ το ΕΛΑΜ –βάσει όλων των δημοσκοπικών ευρημάτων– φέρεται να ξεπερνά σε ποσοστά το ΔΗΚΟ, το κόμμα δεν έχει καταφέρει να ξεπεράσει την αμηχανία του. Δεν έχει υποστηρίξει επί του παρόντος το πολιτικό αφήγημα που θα συσπειρώσει –ίσως και να ενισχύσει– το κόμμα, ούτε έχει καταφέρει να μεταφέρει στους πολίτες το διακύβευμα των εκλογών. Το κυριότερο όμως είναι ο τρόπος που εισέρχεται σε αυτή τη μάχη. Ο Νικόλας Παπαδόπουλος φιλοδοξούσε πως με την παρουσία του στο κυβερνητικό σχήμα θα έκλεινε τις πληγές, θα απέφευγε την εσωστρέφεια και ενδεχομένως να ενίσχυε τη δύναμή του. Όχι μόνο ως μέρος της συγκυβέρνησης, απολαμβάνοντας τα προνόμια, αλλά και γιατί με την απειρία τού Νίκου Χριστοδουλίδη θα μπορούσε να ενεργούσε ως ένας άλλος Αβέρωφ Νεοφύτου επί Αναστασιάδη. Οι δυσκολίες της κυβέρνησης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο πρόεδρος Χριστοδουλίδης έχει κτίσει τείχος, ενεργώντας χωρίς διαβούλευση μαζί τους, έχει προκαλέσει ρωγμή στη σχέση των δύο πολιτικών ανδρών. Μία κατάσταση που δεν αποκλείεται να στοιχίσει πολιτικά στον Νικόλα Παπαδόπουλο, και στην κάλπη και προσωπικά για τον ίδιο αλλά και στη συνέχεια σε ό,τι αφορά την επιβίωση του κόμματος.
Η περίπτωση διαδοχής στη «Φωνή» και η πρόταση Κεραυνού για το συνταξιοδοτικό των βουλευτών ενέτεινε ένα ήδη κακό κλίμα μεταξύ των δύο πλευρών.
Τηρώντας τα προσχήματα
Πόσο βαθιά ωστόσο είναι αυτή η ρωγμή; Τόσο ώστε το περιβάλλον και των δύο να γνωρίζει για τη δυσφορία απέναντι στον τρόπο που ενήργησε κατά καιρούς η άλλη μεριά, αλλά την ίδια στιγμή αντιλαμβάνονται πως δεν τους παίρνει και πολύ να τεντώσουν το σχοινί. Τηρούν επί του παρόντος τα προσχήματα, ιδιαίτερα ενόψει προεκλογικού. Καθόλου τυχαία η πλήρης στήριξη του προέδρου του ΔΗΚΟ στις πολιτικές για το μεταναστευτικό. Μία κίνηση που για το ΔΗΚΟ θεωρήθηκε προεκλογικό δώρο για να ανακόψει ψήφους από το ΕΛΑΜ, όμως την ίδια στιγμή με τη στάση και τη ρητορική του δεν κατάφερε να διαχωρίσει την ταυτότητα του κόμματος από εκείνη του κύριου αντιπάλου του, του ΕΛΑΜ. Από πλευράς Προεδρικού, ο Νίκος Χριστοδουλίδης θα αποτελεί κύριο ομιλητή στην εκδήλωση των 48 χρόνων από την ίδρυση του ΔΗΚΟ που θα γίνει τις επόμενες μέρες και θεωρείται από πολλούς ως μία προσπάθεια αναθέρμανσης της σχέσης του προέδρου με το ακροατήριο του κόμματος αλλά και με τα στελέχη.
Οι λόγοι της ρήξης
Όσο όμως κι αν φαινομενικά η κατάσταση φαίνεται να τυγχάνει διαχείρισης, υπήρξαν ζητήματα που ενέτειναν τη δυσφορία και το κακό κλίμα. Το τελευταίο, ήταν ο διορισμός της Κλέας Παπαέλληνα στο Συμβούλιο Φωνή. Η Αναστασία Παπαδόπουλου, πρόεδρος της Φωνής, που την έστησε και οργάνωσε, ξεκαθάρισε στον Νίκο Χριστοδουλίδη, όταν ο τελευταίος της ζήτησε να επαναδιοριστεί, πως έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της. Ζήτησε ωστόσο αν μπορεί να έχει άποψη για τη διαδοχή δεδομένου ότι γνωρίζει τα προβλήματα και τις ανάγκες του Συμβουλίου και πρότεινε συγκεκριμένη τεχνοκράτη. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας έκανε άλλη επιλογή, προκαλώντας την ενόχληση του ΔΗΚΟ και ιδιαίτερα του περιβάλλοντος του Νικόλα Παπαδόπουλου. Όχι μόνο γιατί δεν εισακούστηκε η πρόταση για ένα Συμβούλιο που θεωρούν κατά κάποιο τρόπο δικό τους παιδί, αλλά γιατί έμαθαν τον διάδοχο από τα ΜΜΕ.
Ο Κεραυνός ως τιμωρός
Η γενική πολιτική άλλωστε του προέδρου να αποφεύγει τη συζήτηση και ενημέρωση των συγκυβερνώντων κομμάτων, αποτέλεσε πολλές φορές σημείο τριβής. Το πιο ηχηρό παράδειγμα ήταν το παρ’ ολίγον μποϊκοτάρισμα του απολογισμού ενός χρόνου διακυβέρνησης από το ΔΗΚΟ. Ο λόγος όπως είχε αποκαλύψει η «Κ» τότε, ήταν η απουσία διαβούλευσης για τα μέτρα υπέρ των Τ/κ που είχε καταθέσει ο Νίκος Χριστοδουλίδης. Και επειδή διαφωνούσαν επί της ουσίας, και επειδή θεωρούσαν πως αυτό αποτελούσε βούτυρο στο ψωμί του ΕΛΑΜ. Στο κακό κλίμα που δεν περιορίζεται στην ανώτατη πυραμίδα, δεν βοήθησε και η πρόσφατη ενέργεια του υπουργού Οικονομικών Μάκη Κεραυνού, όταν παρουσίασε σε σύσκεψη αρχηγών τα σχέδια της κυβέρνησης συνταξιοδότησης των βουλευτών.
Ήταν στην ουσία η απάντηση της κυβέρνησης μετά τον σάλο που δημιουργήθηκε με τις πολλαπλές συντάξεις ή συντάξεις που τρέχουν παράλληλα με τη θητεία πολιτειακών αξιωματούχων. Η ενημέρωση που είχε το Προεδρικό ήταν ότι τόσο ο Νικόλας Παπαδόπουλος όσο και η Αννίτα Δημητρίου ήταν έως και προσβλητικοί απέναντι στον Μάκη Κεραυνό για το εν λόγω ζήτημα. Ο κ. Παπαδόπουλος διερωτήθηκε για ποιο λόγο μπήκε στο κάδρο η συνταξιοδότηση των βουλευτών, όταν το κύριο ζήτημα που συζητείται στην κοινωνία είναι αυτό των πολλαπλών συντάξεων. Ένα ζήτημα που εκθέτει τόσο τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος λαμβάνει σύνταξη ως δημόσιος υπάλληλος όσο και αρκετούς στο Υπουργικό Σχήμα περιλαμβανομένου και του Μάκη Κεραυνού. Ο κ. Κεραυνός στη συζήτηση ξεκαθάρισε πως δεν ήταν δική του ιδέα, ενισχύοντας κατ’ επέκταση την ενόχληση των αρχηγών με τον Νίκο Χριστοδουλίδη. Έστειλε δηλαδή το μήνυμα σε βουλευτές που βρίσκονται στη συγκυβέρνηση και οι οποίοι είναι ήδη σφόδρα ενοχλημένοι με τον πρόεδρο, πως στην προσπάθειά του να αλλάξει την αρνητική για τον ίδιο ατζέντα, τιμωρεί τους ίδιους με τις εν λόγω προτάσεις.
Τι ενόχλησε τον Πρόεδρο
Όμως η πικρία δεν προέρχεται μόνο από τα συγκυβερνώντα κόμματα, αλλά και από το ίδιο το Προεδρικό. Κύκλοι που βρίσκονται κοντά στον πρόεδρο υποστηρίζουν πως ο Νίκος Χριστοδουλίδης νιώθει πως το λάθος του ήταν όταν κατά τον σχηματισμό του Υπουργικού Συμβουλίου υπέκυψε στις απαιτήσεις των συγκυβερνώντων κομμάτων. Αυτό είναι κάτι που κρατά μέσα του, αυτός ήταν και ο λόγος όπως λέγεται από την κυβέρνηση, που στην περίπτωση των ημικρατικών δεν άκουσε κανέναν από τους πολιτικούς αρχηγούς. Σε σημείο που, όπως λένε πολύ έγκυρες πηγές του Προεδρικού, δημιουργήθηκε σοβαρή ένταση μεταξύ Νίκου Χριστοδουλίδη και Νικόλα Παπαδόπουλου που διεκδικούσε θέσεις. Όπως λέγεται, ο Μαρίνος Σιζόπουλος δεν έχει πολλές απαιτήσεις από το Προεδρικό και ο Μάριος Καρογιάν έχει χαμηλώσει τους τόνους των απαιτήσεων μετά την γκάφα του να επιμείνει για τον διορισμό Μιχάλη Μιχαήλ σε ΕΔΥ. Σε αυτό το πλαίσιο ο πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει αποφασίσει να ενεργεί εν πολλοίς μόνος του και σε πολλά ζητήματα να αποφεύγει επιπλέον συζητήσεις. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι δεν πρόκειται να βοηθήσει τους συγκυβερνώντες με προεκλογικά δώρα, όπως κάνουν ανέκαθεν πρόεδροι της Δημοκρατίας και ενώ έχει ήδη αποφασίσει ποιος θα είναι ο υφυπουργός Μετανάστευσης, το καθυστερεί, εγείροντας ερωτήματα στους συγκυβερνώντες για τους λόγους της καθυστέρησης.
Το ερώτημα είναι αν όλο αυτό γίνεται γιατί ο Νίκος Χριστοδουλίδης έχει εκτιμήσει πως θα είναι πρόεδρος μιας πενταετίας, ή αν θεωρεί πως η τυπική σχέση με τους συγκυβερνώντες –με τον σοβαρό κίνδυνο αποχώρησής κάποιου εξ αυτών– ενδεχομένως να τον απελευθερώσει, πολιτικά.
Η αλήθεια βεβαίως είναι πως και οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται ότι το σενάριο αποχώρησης από την κυβέρνηση δεν είναι κάτι που συζητείται προεκλογικά. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας βεβαίως νιώθει το τελευταίο διάστημα ιδιαίτερα ανεβασμένος, καθώς επικοινωνιακά έχει νίκες. Είναι το «Αμάλθεια», είναι οι σχέσεις που ανέπτυξε με τον Γερμανό πρόεδρο Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ, οι οποίες ευελπιστεί πως θα βοηθήσουν στην όλη διαδικασία του Κυπριακού, ήταν βεβαίως και η κάθοδος της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στην επέτειο των 20 χρόνων που εξυπηρέτησε το αφήγημα και των δύο. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι αναμένονται εξελίξεις στο Κυπριακό, κάνει το όποιο σενάριο φυγής του Νικόλα Παπαδόπουλου πολύ δύσκολο να εξηγηθεί και να δικαιολογηθεί. Η κατάσταση μοιάζει περισσότερο αδιέξοδη για το ΔΗΚΟ, ούτε όμως βοηθά τον πρόεδρο γιατί έστω κι αν υποβαθμίζει τον ρόλο των κομμάτων στη συγκυβέρνηση, μία τετραετία χωρίς στήριξη κομμάτων εντός της Βουλής θα δυσκολέψει πολύ το όποιο κυβερνητικό έργο.
Το ΔΗΚΟ ψάχνει ταυτότητα
Πώς ο Νικόλας έμεινε χωρίς κόμμα και με σοβαρό τον κίνδυνο αμφισβήτησης
Ο Νικόλας Παπαδόπουλος έχει να διαχειριστεί τις συνεχείς ανταρσίες βουλευτών του, ενώ την ίδια στιγμή ένα κακό αποτέλεσμα θα ενισχύσει τη δική του φθορά και ίσως την υπονόμευση εντός κόμματος.
Την ίδια στιγμή στο ΔΗΚΟ, αλλά και ευρύτερα στον χώρο της συγκυβέρνησης, άρχισε να συζητείται ανεπισήμως ότι ο Νίκος Χριστοδουλίδης είναι πρόεδρος μιας πενταετίας. Κατά συνέπεια, θα πρέπει και οι εναλλακτικές για συνεργασίες να διερευνηθούν. Δεν είναι καθόλου τυχαίες οι γέφυρες που άνοιξε ο Νικόλας Παπαδόπουλος με το ΑΚΕΛ στις δημοτικές εκλογές παρά την επιθυμία του Νίκου Χριστοδουλίδη να υπάρξει πλήρης συμπόρευση με τον ΔΗΣΥ για να επισπευσθεί η προσχώρησή του στο κυβερνητικό άρμα.
Όμως όσο κι αν στελέχη θεωρούν πως η αιτία της πτώσης προέρχεται από τη φθορά της συγκυβέρνησης, η πτωτική πορεία των τελευταίων ετών στέλνει το μήνυμα πως αυτό αποτελεί το σύμπτωμα και όχι την αιτία. Τα αίτια είναι βαθύτερα και επικεντρώνονται σε δύο άξονες:
• Το ΔΗΚΟ έχει χάσει την ταυτότητά του ως κόμμα Κέντρου.
• Ο Νικόλας Παπαδόπουλος δεν έχει επί της ουσίας κόμμα πίσω του.
Το ΔΗΚΟ θα μπορούσε να συσπειρώσει τους ψηφοφόρους του Κέντρου, χρησιμοποιώντας το αφήγημα πως έτσι θα ανακοπεί η ψήφος στην Ακροδεξιά. Το πρόβλημα για το κόμμα είναι πως αυτό το αφήγημα χρησιμοποιήθηκε πριν από πέντε χρόνια από την ΕΔΕΚ και η ΕΔΕΚ δεν φρόντισε με τις πολιτικές της στη συνέχεια να το αξιοποιήσει υπέρ της, καθώς πολλοί ήταν εκείνοι οι ψηφοφόροι που είδαν ταύτιση θέσεων με το ΕΛΑΜ. Το δεύτερο κύριο ζήτημα που ανατρέπει ένα τέτοιο αφήγημα είναι η ρητορική του κόμματος. Μιλάει το ΔΗΚΟ για την πάταξη της Ακροδεξιάς, ωστόσο στελέχη εκφράζονται, είτε στο Κυπριακό είτε στο μεταναστευτικό, με τον ίδιο τρόπο. Ενέργειες και ρητορική που αναιρεί την ιδέα πως το ΔΗΚΟ είναι ένα κόμμα του Κέντρου.
Πέραν όμως αυτού, διαπιστώνεται μέρα με τη μέρα πως ο Νικόλας Παπαδόπουλος δεν έχει κόμμα πίσω του. Δεν είναι μόνο οι ανταρσίες βουλευτών σε κρίσιμα νομοσχέδια, αλλά και η απουσία σύμπνοιας. Ο πρόεδρος του ΔΗΚΟ για παράδειγμα ζήτησε από βουλευτές να συμβάλουν με τη συμμετοχή τους στο ψηφοδέλτιο των ευρωεκλογών. Κανείς δεν ήταν διατεθειμένος, πλην του στενού συνεργάτη του και βουλευτή Λευκωσίας Χρύση Παντελίδη να δώσει τη μάχη. Το ποσοστό του τελευταίου, δεδομένου ότι θεωρείται ο στενότερος συνεργάτης του κ. Παπαδόπουλου, θα αποτελεί εν πολλοίς και τεστ για τη δυναμική που έχει ο πρόεδρος εντός του κόμματος. Η ανταρσία, σε συνδυασμό με τον σοβαρό κίνδυνο μειωμένων ποσοστών ανησυχεί τον ΔΗΚΟϊκό πρόεδρο πως θα οδηγήσει στην πλήρη αταξία της κοινοβουλευτικής ομάδας. Η ανταρσία θα ενταθεί με τη μείωση των ποσοστών, καθώς ο κάθε βουλευτής –για να διασφαλίσει την επανεκλογή του– θα ακολουθεί τη δική του προσωπική ατζέντα. Θα είναι συνεπώς ένας αρχηγός κόμματος, χωρίς συμπαγή ομάδα, χωρίς συγκροτημένο λόγο και με το ένα πόδι αναπόφευκτα εκτός της κυβέρνησης.
Κάτι τέτοιο θα φθείρει σταδιακά και θα υπονομεύει τον Νικόλα Παπαδόπουλο και ως ηγέτη του κόμματος. Δεν αποκλείεται να υπάρξουν και φωνές που θα ζητήσουν την παραίτησή του. Το ποιος θα τον αμφισβητήσει βεβαίως, είναι ένα ζήτημα ανοικτό.
Το σίγουρο είναι πως η αναπληρώτρια πρόεδρος του ΔΗΚΟ, Χριστιάνα Ερωτοκρίτου, η οποία ουδέποτε εξέφρασε δημόσια μία τέτοια φιλοδοξία, έχει αποκτήσει σημαντική δυναμική εντός του κόμματος και σίγουρα δεν έχει την παλαιότερη στενή σχέση με τον Νικόλα Παπαδόπουλο καθώς θεωρεί πως της έκοψε τον δρόμο για να είναι υποψήφια για την προεδρία το 2023, με τη στήριξη του ΑΚΕΛ.
Πηγή: Kathimerini
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.
Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.
Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.
Αφορά το 2028.
Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του
Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.
Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.
Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.
Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.
Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.
Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου
Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.
Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.
Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.
Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:
Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.
Και το ΑΚΕΛ;
Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.
Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.
Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.
Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.
Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.
Οι διορισμοί ήταν η αφορμή
Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.
ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.
Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.
Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.
Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.
Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο
Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.
Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.
Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.
Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.
Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.
Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
-
voulitv1 month ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή3 weeks agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
Off the Record3 weeks agoΗ ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
-
Off the Record1 month agoΠροεδρικές Εκλογές 2028: Τα πρόσωπα, οι ισορροπίες και τα πιθανά σενάρια
-
Off the Record1 month agoΔυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 weeks agoΗ πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
-
Off the Record1 month agoΟι πολιτικές καινοτομίες και ο Φειδίας
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ5 days agoΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
-
Off the Record4 weeks agoΗ ώρα της αμερικανικής ευθύνης στο Κυπριακό
-
Off the Record1 month agoΝτόναλντ Τραμπ: Αναξιόπιστος απέναντι στους παραδοσιακούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών






