Connect with us

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Επίθεση ΑΚΕΛ σε Καρούσο για τη 19χρονη – Παρέμβαση Εισαγγελέα και Αρχηγού ζητά ο ΔΗΣΥ!

Avatar photo

Published

on

Κάλεσμα στον Γενικό Εισαγγελέα και στον Αρχηγό Αστυνομίας να μελετήσουν προσεχτικά την απόφαση για την 19χρονη Βρετανίδα, που αθωώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε ο πρόεδρος του νομικού συμβουλίου του ΔΗΣΥ, Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης.

Σε ανακοίνωσή του, ο κ. Τριανταφυλλίδης αναφέρει ότι «έχω μελετήσει την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 31/01/2022 σχετικά με την Έφεση της 19χρονης Βρετανίδας με την οποία το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου».

Τονίζει εξάλλου πως «κατά τη γνώμη μου η απόφαση αυτή οφείλει άμεσα να μελετηθεί πολύ προσεχτικά από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον Αρχηγό της Αστυνομίας, οι οποίοι ο καθένας εις τα πλαίσια των δικών του αρμοδιοτήτων, να λάβουν τις δέουσες αποφάσεις και να προβούν στις δέουσες ενέργειες αν κρίνουν ότι τέτοιες ενέργειες ενδείκνυνται».

Επίθεση ΑΚΕΛ σε Καρούσο

Το ΑΚΕΛ, στη δική του ανακοίνωση εξαπολύει δριμύ κατηγορώ κατά του Υπουργού Μεταφορών Γιάννη Καρούσου, για τις δηλώσεις του, για τη 19χρονη, του 2019, όταν ήταν δήμαρχος Αγίας Νάπας, αλλά και κατά της Αστυνομίας.

Όπως αναφέρει το κόμμα της αντιπολίτευσης, «αναφορικά με την υπόθεση της αθώωσης της 19χρονης από την Βρετανία που είχε καταγγείλει ομαδικό βιασμό της στην Αγία Νάπα, για δημόσια βλάβη, το ΑΚΕΛ σημειώνεται ότι:

  • Η απόφαση του Ανωτάτου αποτελεί ηχηρή απάντηση στον παραλογισμό του γεγονότος η παραπονούμενη να βρεθεί ξαφνικά κατηγορούμενη. Αποτελεί ηχηρή απάντηση στα όσα έλεγε ο τότε δήμαρχος της Αγίας Νάπας και σήμερα Υπουργός του κ. Αναστασιάδη, κ. Καρούσος, που παραπονιόταν για δυσφήμιση της Αγίας Νάπας αντί να απαιτήσει πλήρη διερεύνηση των καταγγελιών.
  • Δημιουργούνται πλέον εύλογες υποψίες για απόπειρα συγκάλυψης του γεγονότος από την πρώτη στιγμή και αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης. Ξαφνικά το κεντρικό ζήτημα δεν ήταν η καταγγελία για ομαδικό βιασμό αλλά η δημόσια βλάβη.
  • Το Ανώτατο Δικαστήριο εντόπισε ευθύνες που διαπερνούν την Αστυνομία και το Δικαστικό σύστημα αφού αναφέρεται συγκεκριμένα στον τρόπο με τον οποίο έγινε χειρισμός της υπόθεσης.
  • Αναδεικνύονται ξανά κενά σε διαδικασίες και δομές που έχουν να κάνουν με τη διερεύνηση και τον χειρισμό τέτοιων καταγγελιών, καθώς και για την προστασία όσων βρίσκουν το θάρρος να προχωρήσουν σε καταγγελία».

Σημειώνει εξάλλου πως «δεν αρκούν λοιπόν οι εκστρατείες, τα συνθήματα και οι εκκλήσεις εκ του ασφαλούς στα θύματα. Χρειάζεται πρώτα και κύρια να διασφαλιστεί ότι οι καταγγελίες θα διερευνώνται πλήρως, άμεσα και αποτελεσματικά. Ότι η Δικαστική εξουσία θα προχωρεί χωρίς καθυστερήσεις. Ότι η εκτελεστική εξουσία θα διασφαλίσει την εφαρμογή και την ενίσχυση των πρωτοκόλλων και των πολιτικών πρόληψης και καταστολής τέτοιων εγκλημάτων, καθώς και τη δημιουργία κρατικών δομών για την στήριξη και τη προστασία των θυμάτων».

Έντονη αντίδραση Οικολόγων

Στη δική του ανακοίνωση, το Κίνημα Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών, καλεί σε πειθαρχική δίωξη των ιθύνοντων στην υπόθεση της 19χρονης.

Σύμφωνα με την Μαρία Κολά, γενική γραμματέα της γυναικείας κίνησης των Οικολόγων, «το Ανώτατο Δικαστήριο αθώωσε την 19χρονη Βρετανίδα που το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου δίωξε για «ψευδή καταγγελία» του ομαδικού βιασμού της από ομάδα νεαρών Ισραηλινών. Με την απόφαση αυτή επιβεβαιώνεται η καταγγελία της ότι είχε πιεστεί από την αστυνομία Αμμοχώστου να αποσύρει την αρχική καταγγελία και να «παραδεχθεί» ότι ήταν ψευδής. Ο Αρχηγός της αστυνομίας αλλά και η Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης, ως η πολιτική προϊστάμενη της Αστυνομίας, οφείλουν να διερευνήσουν τη διαδικασία που ακολούθησε η Αστυνομία στην διερεύνηση της υπόθεσης και να προχωρήσουν σε πειθαρχική δίωξη των ιθύνοντων».

Σημειώνει επίσης ότι «επιπλέον, εφόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που κατατέθηκαν στο Ανώτατο είχαν κατατεθεί και ενώπιον του επαρχιακού δικαστηρίου Αμμοχώστου, και ο συγκεκριμένος δικαστής δεν τα έκρινε αξιόπιστα, τίθεται το ερώτημα εαν θα υπάρξει διερεύνηση και για τον τρόπο που εκδικάστηκε η υπόθεση ο εν λόγω δικαστής. Σε περίπτωση όπου αποδειχθεί με βάσει των υφιστάμενων κανονισμών, πως πολύ λίγα μπορούν να γίνουν, τότε το  Ανώτατο Δικαστήριο οφείλει να αναλάβει πρωτοβουλία να προχωρήσει σε άμεση και εις βάθος μεταρρύθμισή τους».

Όπως αναφέρει, «τελικώς, ελπίζουμε πως  επιτέλους, έστω και τώρα, θα γίνει σωστή διερεύνηση του περιστατικού και θα κληθούν να λογοδοτήσουν οι 21 νεαροί που είχαν κατηγορηθεί αρχικά και μετέπειτα αφέθηκαν ελεύθεροι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους».

Την ίδια ώρα, συνεχίζει η κ. Κολά, «αναγνωρίζουμε τις αδυναμίες του δικού μας κράτους, όπως την απουσία κρατικών υποδομών για τη στήριξη των θυμάτων, τη μη εφαρμογή ή έλλειψη επαρκούς νομοθετικού πλαισίου, αλλά και τη γενικότερη κουλτούρα που επικρατεί και θέλει τα θύματα να φέρουν την οποιαδήποτε ευθύνη (victim blaming)».

Καταλήγοντας, επισημαίνει ότι, «ως Γυναικεία Κίνηση Οικολόγων (ΓΥ.Κ.Ο.) επισημαίνουμε πως παράλληλα με τα παραπάνω, πρέπει να συνεχίσει η ευαισθητοποίηση και η επιμόρφωση της κοινωνίας για κάθε μορφής εγκλήματος εις βάρος παιδιών και γυναικών. Ο αγώνας για την εξάλειψη της κάθε μορφής βίας κατά παιδιών και γυναικών, είναι κοινός και αποτελεί καθήκον όλων. Οφείλουμε στα παιδιά και τις γυναίκες ένα καλύτερο και ασφαλέστερο παρόν και μέλλον, για το καλό της κοινωνίας».

«Καμία Μόνη! Καμία Λιγότερη»

Από την πλευρά του, το γυναικείο κίνημα ΠΟΓΟ, τονίζει πως οι γυναίκες στην Κύπρο είναι καθημερινά θύματα κάθε μορφής έμφυλης βίας: λεκτικής, ψυχολογικής, σωματικής, σεξουαλικής ακόμη και γυναικοκτονιών. «Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Για τη χρονιά που πέρασε πέραν των 2500 γυναικών έχουν προβεί σε καταγγελία για έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία, ενώ σύμφωνα με την Αστυνομία, το 2021 παρουσιάζεται αύξηση περιστατικών κατά 30% σε σύγκριση με το 2020. Καθημερινά βλέπουν τα φώτα της δημοσιότητας καταγγελίες και εξομολογήσεις θυμάτων».

Υποδεικνύει εξάλλου ότι «η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί. Επιβάλλεται να ληφθούν άμεσα και αποτελεσματικά μέτρα για την καταπολέμηση αυτού του μεγάλου κοινωνικού προβλήματος, το οποίο δεν είναι ορατό καθώς τα εγκλήματα αυτά διαπράττονται πίσω από κλειστές πόρτες».

Για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, σημειώνει, «δεν αρκούν ούτε οι εκστρατείες που καλούν τα θύματα να μιλήσουν, ούτε η ψήφιση νομοθεσιών που παραμένουν στα συρτάρια. Μας ενοχλεί η στάση που τηρεί η Δικαστική Εξουσία και η καθυστέρηση στην εκδίκαση υποθέσεων. Μας θυμώνει η αδιαφορία της Αστυνομίας όπως καταγράφεται μέσα από την εμπειρία πολλών θυμάτων που προβαίνουν σε καταγγελίες.  Μας εξοργίζει η πολιτική της Κυβέρνησης που έχει αποδυναμώσει, σχεδόν διαλύσει, τις κρατικές δομές αντιμετώπισης της έμφυλης βίας, με τα θύματα να παραμένουν συχνά απροστάτευτα».

Επισημαίνει ακόμα πως, «στεκόμαστε ενάντια στο σεξισμό και τα έμφυλα στερεότυπα τα οποία θέλουν την γυναίκα υποδεέστερη του άντρα και την καθιστούν αδύναμη και ευάλωτη στη βία. Στεκόμαστε ξανά ενάντια σε όλες εκείνες τις πολιτικές και αποφάσεις που δίνουν προβάδισμα στους θύτες έναντι στα θύματα».

Ως Γυναικείο Κίνημα ΠΟΓΟ, αναφέρουν ότι «αποφασίσαμε,  τη διενέργεια εξάμηνης Παγκύπριας Εκστρατείας ενάντια στην έμφυλη βία με τίτλο «Καμία Μόνη! Καμία Λιγότερη!» η οποία ξεκινά από σήμερα, 1η Φεβρουαρίου. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας θα πραγματοποιηθούν, σε όλες τις Επαρχίες της ελεύθερης Κύπρου, στις πόλεις και την ύπαιθρο, κινητοποιήσεις, εκδηλώσεις, συζητήσεις, εργαστήρια, καλλιτεχνικές παρεμβάσεις, θεατρικές παραστάσεις και πολλά άλλα με στόχο να κινητοποιήσουμε τις γυναίκες και την κοινωνία ενάντια στην έμφυλη βία και να απαιτήσουμε από το κράτος άμεση και ουσιαστική αντιμετώπιση της».

Θέτουν παράλληλα μια σειρά από απαιτήσεις που έχουν:

  • Άρση των εξαιρέσεων και επιφυλάξεων που τέθηκαν κατά την εισαγωγή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης  στον εθνικό νόμο και άμεση λήψη μέτρων για την εφαρμογή της
  • Αναβάθμιση και επαρκή στελέχωση όλων των υπηρεσιών που ασχολούνται με την έμφυλη βία
  • Δημιουργία κρατικών δομών προστασίας των θυμάτων βίας και οικονομική στήριξη των φορέων που λειτουργούν καταφύγια και δομές στήριξης.
  • Δημιουργία δομών ενδιάμεσης στήριξης των θυμάτων.
  • Εκπαίδευση όλων των κρατικών λειτουργών που ασχολούνται με τα θέματα έμφυλης βίας και εξεύρεση τρόπων για ταχύτερη και αποτελεσματικότερη ανταπόκριση στα περιστατικά
  • Εφαρμογή της νομοθεσίας ενάντια στην έμφυλη βία και τον σεξισμό
  • Διασφάλιση του δικαιώματος απρόσκοπτης παροχής Νομικής Αρωγής στις περιπτώσεις έμφυλης βίας
  • Εφαρμογή της νομοθεσίας για καταπολέμηση της εμπορίας γυναικών με στόχο τη σεξουαλική και εργασιακή τους εκμετάλλευση καθώς και αποτελεσματική προστασία των θυμάτων
  • Αναγνώριση της δολοφονίας γυναίκας στη βάση του φύλου ως γυναικοκτονία.
  • Καλλιέργεια συνείδησης έμφυλης ισότητας σε όλους τους τομείς της ζωής και ιδιαίτερα μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος.

Καταλήγοντας, αναφέρει ότι «στον αγώνα ενάντια στην έμφυλη βία καμία γυναίκα δεν πρέπει να είναι μόνη. Ως Γυναικείο Κίνημα ΠΟΓΟ συστρατευόμαστε δίπλα στα θύματα και καλούμε όλες και όλους σε αυτό μας τον αγώνα».

ΠΗΓΗ :reporter.com.cy

Off the Record

Χριστοδουλίδης – ΕΛΑΜ: Το φλερτ που μπορεί να δώσει ψήφους και να διώξει συμμάχους

Avatar photo

Published

on

Το δίλημμα για τον Νίκο Χριστοδουλίδη δεν είναι αν χρειάζεται τις ψήφους του ΕΛΑΜ. Τις χρειάζεται. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να μετατρέψει την εκλογική ανάγκη σε ανοικτή πολιτική συμμαχία χωρίς να χάσει περισσότερα απ’ όσα θα κερδίσει.

Υπάρχουν πολιτικά φλερτ που όλοι βλέπουν, αλλά κανείς δεν βιάζεται να επισημοποιήσει. Και υπάρχει λόγος.

Στην περίπτωση Χριστοδουλίδη–ΕΛΑΜ, το πρόβλημα δεν βρίσκεται τόσο στην κάλπη όσο στη φωτογραφία. Άλλο οι ψηφοφόροι του ΕΛΑΜ να επιλέξουν Χριστοδουλίδη στον δεύτερο γύρο και άλλο οι δύο πλευρές να καθίσουν πριν από τον πρώτο στο ίδιο τραπέζι και να ανακοινώσουν συμμαχία.

Η πρώτη περίπτωση είναι εκλογική αριθμητική. Η δεύτερη είναι πολιτική ταυτότητα.

Το φιλί που μπορεί να τρομάξει το Κέντρο

Και εδώ μπαίνει το ΔΗΚΟ στην εξίσωση.

Μπορεί να συμμετέχει άνετα σε μια προεδρική συμμαχία στην οποία το ΕΛΑΜ θα αποτελεί πλέον επίσημο εταίρο; Και τι θα κάνουν οι μετριοπαθείς ψηφοφόροι του Κέντρου ή οι συναγερμικοί που εξακολουθούν να βλέπουν θετικά τον Χριστοδουλίδη;

Μια ανοικτή συμφωνία με το ΕΛΑΜ μπορεί να ενισχύσει τον Χριστοδουλίδη από τα δεξιά, αλλά ταυτόχρονα να δημιουργήσει διαρροές από το Κέντρο.

Κάπου εδώ βρίσκεται και η μεγάλη παγίδα του 2028:

Ο Χριστοδουλίδης μπορεί να χρειάζεται τις ψήφους του ΕΛΑΜ, χωρίς να τον συμφέρει να χρειάζεται και τη σφραγίδα του.

Γιατί στις Προεδρικές δεν αρκεί να μετράς πόσους φέρνει μια συμμαχία.

Πρέπει να μετράς και πόσους διώχνει.

Μακιαβέλι

Continue Reading

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia