Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Με διαφωνία ΕΛΑΜ το ψήφισμα για μη ρατσιστική και χωρίς αποκλεισμούς κοινωνία

Published

on

Με 33 ψήφους υπέρ και 3 εναντίον, αυτές των Βουλευτών του ΕΛΑΜ, η Βουλή ενέκρινε ψήφισμα για υιοθέτηση του αναθεωρημένου Χάρτη των Ευρωπαϊκών Πολιτικών Κομμάτων για μια μη Ρατσιστική και χωρίς Αποκλεισμούς Κοινωνία. Στη συζήτηση που προηγήθηκε το ΕΛΑΜ μίλησε για χάρτη «μιας ομάδας περιθωριοποιημένων αριστερών και πράσινων κομμάτων» και υποστήριξε ότι η κυπριακή βουλή δεν έχει καμία νομική υποχρέωση να τον υιοθετήσει.

Οι αναφορές προκάλεσαν την αντίδραση της Προέδρου της Βουλής Αννίτας Δημητρίου που με έντονο τρόπο υπέδειξε ότι έχει υποχρέωση να υπερασπιστεί τους βουλευτές του κυπριακού κοινοβουλίου που κάνουν εξαίρετη δουλειά στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, απέρριψε τα επιχειρήματα για μη νομική υποχρέωση και έψεξε το γεγονός ότι το ΕΛΑΜ προσπάθησε να εγείρει θέμα μεταναστευτικού που καμία σχέση, είπε, δεν έχει με το ψήφισμα που καλείται η Βουλή να ψηφίσει και με την συζήτηση που γίνεται.

Το ψήφισμα

Η Βουλή με την έγκρισή της αναγνωρίζει ότι πρόκειται για ψήφισμα της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, με το οποίο υιοθετείται ο αναθεωρημένος Χάρτης και καλούνται τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών του να τον υιοθετήσουν και να τον προωθήσουν ανάμεσα στα κοινοβουλευτικά κόμματα που τα απαρτίζουν.

Όπως αναφέρεται στο ψήφισμα της Βουλής, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει υιοθετήσει τον αναθεωρημένο Χάρτη των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων για μια μη ρατσιστική και χωρίς αποκλεισμούς κοινωνία, που συντάχθηκε σε συνεργασία με τη Διακομματική Ομάδα κατά του Ρατσισμού και της Διαφορετικότητας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ARDI), την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη Δημοκρατία μέσω του Δικαίου (Επιτροπή της Βενετίας).

Ο χάρτης αυτός λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές ή τις συγκεκαλυμμένες μορφές ρατσισμού που έχουν αναπτυχθεί, καθώς και τα νέα μέσα έκφρασης τέτοιων ειδεχθών φαινομένων, περιλαμβανομένου του διαδικτύου και των πλατφόρμων κοινωνικής δικτύωσης.

Η Βουλή καταδικάζει την έξαρση του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και κάθε μορφής διάκρισης, της ρητορικής μίσους, αλλά και της υποκίνησης και διενέργειας εγκληματικών πράξεων, την ύπαρξη και δράση κομμάτων, οργανώσεων και κινημάτων που είτε άμεσα, είτε συγκεκαλυμμένα προωθούν στην Ευρώπη τον ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία και προάγουν ιδεολογήματα που υποσκάπτουν καίρια θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.

Εκφράζει τη δέσμευσή της για την προαγωγή και προάσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και για την απαγόρευση και καταπολέμηση όλων των διακρίσεων και συναφών εγκληματικών πράξεων, όπως υπαγορεύεται από τις διεθνείς συμβάσεις που κυρώθηκαν από την Κυπριακή Δημοκρατία και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η Βουλή καλεί τα κοινοβουλευτικά κόμματα να προσχωρήσουν στον εν λόγω Χάρτη, ο οποίος αναγνωρίζει την ευθύνη των κομμάτων στην καταπολέμηση του ρατσισμού και του οποίου ο οικουμενικός χαρακτήρας είναι αυταπόδεικτος και σε αυτοδέσμευση με τη θέσπιση εσωτερικών διατάξεων και την ενσωμάτωση, σε όλες τις εκφάνσεις της εσωτερικής και της δημόσιας δράσης τους, μηχανισμού ελέγχου, αλλά και κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις του αναθεωρημένου Χάρτη.

Καλούνται παράλληλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα να αναλάβουν δράσεις που να προάγουν την ανοχή, τον σεβασμό στη διαφορετικότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα, χωρίς εξαιρέσεις και διακρίσεις, με σκοπό την ευαισθητοποίηση του κοινού προς την κατεύθυνση της δημιουργίας  μη ρατσιστικής και χωρίς αποκλεισμούς κοινωνίας.

Τοποθετήσεις Βουλευτών

Η Πρόεδρος της Βουλής Αννίτα Δημητρίου κατέβηκε από το προεδρείο καλώντας τον Βουλευτή Χαράλαμπο Θεοπέμπτου, ως τον γηραιότερο, να προεδρεύσει, καθώς, είπε, νιώθει αναγκασμένη να τοποθετηθεί και να στηρίξει τους βουλευτές της Κύπρου. Απευθυνόμενη στο ΕΛΑΜ είπε ότι σήμερα δεν είναι για το μεταναστευτικό που συζητάμε ενώ για την τοποθέτηση του προέδρου του κόμματος ότι δεν έχουμε νομική υποχρέωση διερωτήθηκε «μα δεν κατανοείτε τη σημασία των διεθνών συμβάσεων;»

Ανέφερε ότι κακώς έγινε αναφορά σε «περιθωριακούς, πράσινους και αριστερούς» λέγοντας ότι δεν είναι περιθωριακοί αλλά βρίσκονται στο δημοκρατικό τόξο της Ευρώπης. Σε αυτό το τόξο, είπε, είναι όλα τα κόμματα που έχουν ευαισθησία για όλα τα θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η κ. Δημητρίου είπε ότι η Βουλή έχει αρραγές μέτωπο απέναντι στον «εξτρεμισμό» και στα «επικίνδυνα μονοπάτια που κάποιοι θέλουν να οδηγήσουν τη δημοκρατία».

Ο επικεφαλής της κυπριακής αντιπροσωπείας στην ΚΣΣΕ Νίκος Τορναρίτης είπε ότι το κόμμα του σέβεται την διαφορετικότητα, δείχνει ανεκτικότητα και λέει όχι στο μίσος, τη ρητορική μίσους, τη μισαλλοδοξία και το λαϊκισμό.

Ανέφερε ότι το μεταναστευτικό πρόβλημα είναι αντικείμενο ευρύτερης εκμετάλλευσης και ρατσισμού και διερωτήθηκε ποια εισήγηση έχουν αυτοί που το χρησιμοποιούν ως σημαία για εκλογικά ποσοστά, «μήπως να τους πνίξουμε ή να τους οδηγήσουμε σε θαλάμους αερίων (τους μετανάστες και πρόσφυγες);».

Είπε ότι το μεταναστευτικό επιλύεται με προτάσεις και όχι προπηλακισούς ή ρατσιστικές προσεγγίσεις και πρόσθεσε ότι το κείμενο που σήμερα υιοθετεί η Βουλή είναι ουσιαστικά η βάση ίδρυσης της ΕΕ και της ευρωπαϊκής ιδέας.

Η Ρίτα Σούπερμαν του ΔΗΣΥ είπε ότι τα φαινόμενα μισαλλοδοξίας και ρατσισμού είναι έντονα και στη χώρα μας και επιβάλλεται η λήψη μέτρων για μια μη ρατσιστική κοινωνία, τόσο από τη Βουλή αλλά και από τις αρχές που έχουν ευθύνη για την πρόληψη και την καταστολή.

Ο Γιώργος Λουκαϊδης του ΑΚΕΛ μίλησε για συζήτηση που έχει και ιστορικό χαρακτήρα καθώς συμπίπτει με τη διεθνή μέρα ανεκτικότητας. Είπε ότι τα φαινόμενα αναβίωσης του ρατσισμού, του μίσους και της ανόδου της ακροδεξιάς κρούουν τον κώδωνα σε μια ήπειρο που γέννησε το ρατσισμό και φασισμό και αυτά τα φαινόμενα κτύπησαν δυστυχώς και δική μας πόρτα.

Είπε ότι καλείται η Βουλή σε αυτοδέσμευση για φαινόμενα που έχουν να κάνουν με τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, για μη διάδοση και προβολή απόψεων που υποστηρίζουν, προωθούν και υποκινούν την κατασυκοφάντηση και διαπόμπευση ανθρώπων και για άρνηση σε συμμαχίες με κόμματα που προωθούν το ρατσιστικό μίσος.

Τόνισε πως όλες αυτές οι δεσμεύσεις και αυτοδεσμεύσεις πρέπει να τεθούν στην πράξη σε εφαρμογή και να μην καταστρατηγούνται. Ελπίζω και εύχομαι είπε, μετά από την υιοθέτηση της χάρτας και υπογραφή της από το σύνολο των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου ότι δεν πρόκειται να παρουσιάσουμε ξανά ως τρίτο Αττίλα τους μετανάστες και πρόσφυγες.

Ο κ. Λουκαϊδης είπε ότι η ακροδεξιά σε αυτό το κοινοβούλιο «έχει βαρύτατες ευθύνες για τα πρόσφατα πογκρόμ σε Λεμεσό και Χλώρακα». Στη δευτερολογία του εξάλλου ανέφερε ότι μπορεί η σημερινή ιστορική συζήτηση να αποτελέσει την αφετηρία για μια νέα πορεία στα πολιτικά πράγματα για θέματα δημοκρατίας, κράτους δικαίου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Είπε ότι «δεν είμαστε περιθωριακοί» και κάλεσε αυτούς που τους επικρίνουν να πουν έστω και για μια πράξη του ΑΚΕΛ στα τόσα χρόνια ιστορίας του που είναι εκτός της ιδεολογίας της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης.

Ο Χρίστος Σενέκης του ΔΗΚΟ είπε ότι το ψήφισμα είναι και αποτέλεσμα ευρύτερης συναίνεσης των κομμάτων και υπέδειξε πως ο λαϊκισμός και η ακροδεξιά δεν αντιμετωπίζονται παρά μόνο με μέτρα στον πυρήνα του ζητήματος. Γενικά για το μεταναστευτικό χαιρέτισε τα μέτρα της παρούσας Κυβέρνησης που για πρώτη φορά, όπως είπε, έχουν δημιουργήσει ένα θετικό πρόσημο μεταξύ εκροών και εισροών.

Ο Χρίστος Χρίστου του ΕΛΑΜ είπε ότι δεν έχουμε καμία νομική υποχρέωση ως κοινοβούλιο να ψηφίσουμε το ψήφισμα και το χαρακτήρισε «μανιφέστο μιας ομάδας περιθωριακής από πράσινους και κομμουνιστές».

Διερωτήθηκε αν όσοι καταδικάζουν την ρητορική μίσους την καταδικάζουν και όταν αυτή απευθύνεται σε Έλληνες Κύπριους. Διερωτήθηκε ακόμη για ποια δημοκρατία και νόμους μιλούν κάποιοι «που είναι υποστηρικτές τρομοκρατικών οργανώσεων όπως η Χαμάς, και νοσταλγοί του Στάλιν και του Τσαουσέσκου».

Είπε ακόμη ότι δήμαρχοι που προέρχονται από την αριστερά αντιδρούν στη δημιουργία δομών για ασυνόδευτους ανήλικους μετανάστες. Ο κ. Χρίστου είπε ότι η πατρίδα μας απειλείται όχι από την άνοδο της ακροδεξιάς, αλλά από την παράνομη μετανάστευση και πρόσθεσε ότι «καθημερινά αυτός ο τόπος ισλαμοποιείται».

Είπε ότι το ΕΛΑΜ καταδικάζει τα εγκλήματα του φασισμού και ναζισμού και όλα τα εγκλήματα από καπιεστικά καθεστώτα και δεν θα ανεχθεί μαθήματα δημοκρατίας από κανένα.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Λίνος Παπαγιάννης που είπε ότι με βάση στοιχεία του ΥΠΕΣ το 96% των αιτητών ασύλου δεν έχουν δικαιώματα διεθνούς προστασίας. «Ένα σοβαρό πρόβλημα το γυρίζετε από την ανάποδη και λέτε ότι πρόβλημα έχουν αυτοί που μιλούν για το πρόβλημα», ανέφερε.

Ο Πρόεδρος της ΔΗΠΑ Μάριος Καρογιάν είπε ότι τα κόμματα είναι τροχοί της δημοκρατίας και πρέπει να είναι προσεκτικά γιατί αυτά που λένε και πράττουν, τα αφουγκράζεται ο λαός. Είπε ότι πρέπει να γίνει και μια ενδοσκόπηση για να δούμε γιατί δίνουμε δικαιώματα στην ακροδεξιά να μεγαλώνει.

Ο Σταύρος Παπαδούρης των Οικολόγων είπε ότι είναι λυπηρό να υπάρχει διχασμός και πρόσθεσε ότι είμαστε σε μια δημοκρατία και ένα κράτος που έχει υποχρέωση για προστασία όσων χρειάζονται βοήθεια.

Ο Κωστής Ευσταθίου, μεμονωμένος σοσιαλιστής Βουλευτής, είπε ότι αυτό που ζούμε είναι το «εμείς και οι άλλοι». Επέκρινε το διαχωρισμό ανθρώπων και είπε ότι βλέπουμε τώρα μια άκρατη μορφή ρατσισμού κατά των Εβραίων και την ίδια στιγμή τον βομβαρδισμό αμάχων σε νοσοκομεία και καταφύγια.

Πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί, είπε, γιατί ο ρατσισμός πάντα καταλήγει σε λουτρά αίματος.

Η Αλεξάνδρα Ατταλίδου, ανεξάρτητη βουλευτής, είπε ότι η ακροδεξιά καλλιεργεί το μίσος και το ρατσισμό και δυναμώνει κάτω από όσους την κανονικοποίησαν. Είπε ότι ήρθε η ώρα να μιλήσουμε όλοι, και εντός και εκτός βουλής αν δεν θέλουμε να κλάψουμε επί ερειπίων.

Πηγή: ΚΥΠΕ

Off the Record

Τορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;

Avatar photo

Published

on

Ο διορισμός του Νίκου Τορναρίτη ως Ειδικού Πολιτικού Απεσταλμένου του Προέδρου για το Κυπριακό σε Ασία και Αφρική δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την εμπειρία που φέρνει μαζί του.

Δεκαετίες πολιτικής και κοινοβουλευτικής παρουσίας, μακρά ενασχόληση με το Κυπριακό και, κυρίως, ένα δίκτυο διεθνών επαφών που δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα, από πλευράς αξιοποίησης ανθρώπινου πολιτικού κεφαλαίου, η επιλογή έχει σαφή λογική.

Το παραπολιτικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.

Ο Νίκος Τορναρίτης δεν είναι απλώς ένας πρώην βουλευτής. Είναι ένα πρόσωπο με μακρά διαδρομή στον ΔΗΣΥ. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέγει ένα τέτοιο στέλεχος για μια αποστολή που συνδέεται άμεσα με την κορυφαία εθνική προτεραιότητα, το Κυπριακό.

Το ερώτημα λοιπόν μεταφέρεται στην Πινδάρου: πώς θα διαβαστεί η κίνηση;

Ως μια θεσμική επιλογή, όπου μπροστά στο Κυπριακό περισσεύουν οι κομματικές γραμμές; Ή ως ακόμη μία κίνηση Χριστοδουλίδη που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιεί πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του ΔΗΣΥ χωρίς να χρειάζεται πολιτική συμφωνία με την ηγεσία του κόμματος;

Η συγκυρία κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μόλις σήμερα ο Πρόεδρος επανήλθε δημόσια στις σχέσεις του με τον ΔΗΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπικό πρόβλημα με την ηγεσία ή στελέχη του κόμματος και θέτοντας το ερώτημα «πού διαφωνείτε;».

Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια με παραπολιτικό βάρος: τον Ιούλιο ο Τορναρίτης είχε διαψεύσει δημοσίευμα περί πρότασης για συμμετοχή του στο Υπουργικό, δηλώνοντας τότε ότι, εάν αποφάσιζε να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θα το έκανε δημόσια και με πλήρη διαφάνεια.

Δύο μήνες αργότερα, η πρόταση υπάρχει, είναι δημόσια και έγινε αποδεκτή.

Ο διορισμός, επομένως, μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: στο θεσμικό, ως αξιοποίηση ενός έμπειρου πολιτικού για το Κυπριακό· και στο πολιτικό, ως υπενθύμιση ότι τα στεγανά ανάμεσα στο Προεδρικό και τον συναγερμικό χώρο παραμένουν διαπερατά.

Και κάπου εδώ η μπάλα περνά στην Πινδάρου.

Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γιατί ο Χριστοδουλίδης επέλεξε τον Τορναρίτη.

Είναι τι θα πει τώρα ο ΔΗΣΥ για την επιλογή του.

–Sniper–

Continue Reading

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia