Connect with us

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

«Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας: Ο όρκος δεν ανέχεται υπεκφυγές – ή ενεργείς, ή παραιτείσαι.»

Avatar photo

Published

on

Της Ελένης Τζιωνή
Δικηγόρος – υποψήφια Βουλευτής Λάρνακας με το ΑΚΕΛ Αριστερά – Κοινωνική Συμμαχία

Η δημόσια συζήτηση των τελευταίων ημερών περιστρέφεται γύρω από το “παραιτούμαι – δεν παραιτούμαι” του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, ζήτημα το οποίο σε ένα κράτος δικαίου θα έπρεπε, από τη στιγμή δημοσιοποίησης του, να είχε ήδη ενεργοποιήσει τις αυτόματες δικλείδες διαχείρισης. Όταν ο ίδιος δηλώνει ότι δεν παραιτείται, και ότι ποτέ δεν μίλησε για διαφθορά στην Αστυνομία, και κυβερνητικοί αξιωματούχοι αντιτείνουν ότι σε συνάντηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τέθηκαν ζητήματα διαφθοράς, υποκλοπών και απειλών, τότε το πρώτο ερώτημα το οποίο εγείρεται είναι: γιατί οι προβληματισμοί δεν συνοδεύτηκαν από ενδεδειγμένες ενέργειες; Το σημείο αυτό αποτελεί και την ουσία της θεσμικής μας πληγής.

Εάν ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δεν δρα άμεσα και αποφασιστικά, αλλά αφήνει υπόνοιες να αιωρούνται, εκφράζοντας παράλληλα και σκέψεις για παραίτηση του, και στη συνέχεια δηλώνει ότι δεν παραιτείται, τότε δεν παρατηρούμε απλώς μία επικοινωνιακή ανακολουθία. Το ζήτημα αποτελεί, χωρίς καμία αμφιβολία, μία θεσμική στρέβλωση. Και όταν πλέον δεν αμφισβητείται από κανένα το ότι:

 

– ο υπόκοσμος απειλεί πρόσωπα στα πιο υψηλά αξιώματα της Δημοκρατίας, και

– το οργανωμένο έγκλημα «διοικείται» πίσω από τα τείχη των φυλακών,

τότε δεν δικαιούται κανείς — και περισσότερο από όλους ο καθ’ ύλην αρμόδιος αξιωματούχος  της Δημοκρατίας ο οποίος  ορκίστηκε να πατάξει την παρανομία — να απαντά ότι  “ουδέποτε υπέβαλα παραίτηση”, “δεν το είπα”, “δεν παραιτούμαι”. Η συνταγματική πραγματικότητα, επιτάσσει ότι ο θεσμός ο οποίος είναι καθ’ ύλην αρμόδιος να ενεργεί προς διασφάλιση των συμφερόντων του κράτους συμπεριλαμβανομένης και της πάταξης του εγκλήματος, δεν δικαιούται να παραμένει απαθής. Οφείλει να ενεργεί με τρόπο ανάλογο προς τον θεσμό, ο οποίος είναι ο δεύτερος τη τάξει ρυθμιστής της νομιμότητας.

Σε περίπτωση ύπαρξης απειλών από τον υπόκοσμο, θα πρέπει να γίνουν τα κατάλληλα διαβήματα προς τις Αρχές – Αρχές οι οποίες εκτελούν τις δικές του εντολές, να ενεργοποιηθούν οι μηχανισμοί προστασίας μαρτύρων/πληροφοριών, να ζητηθεί θεσμική συνδρομή, να τεθεί σε ποινική διερεύνηση κάθε ισχυρισμός που εφάπτεται στην ασφάλεια του κράτους και του δημοσίου συμφέροντος.

Αν διοικείται το οργανωμένο έγκλημα από τις φυλακές, θα έπρεπε ήδη να ανοίξουν υποθέσεις, να ασκηθούν διώξεις, να αλλάξει το πλαίσιο σωφρονιστικής και αστυνομικής εποπτείας. Δυστυχώς, τίποτα από τα προαναφερθέντα δεν έχει κινηθεί.

Παράδοξη είναι επίσης η παραδοχή ότι, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας εξέφρασε πρόθεση για παραίτηση του για λόγους που αφορούν ζητήματα δημόσιας ασφάλειας, εν τέλει αρνήθηκε την παραίτηση του, αλλά δεν προχώρησε σε καταγγελίες· αφήνει υπόνοιες να κυκλοφορούν ως διαρροές, αλλά όχι ως νομικές αναφορές· μιλά για κινδύνους κατά το δοκούν, αλλά όχι μέσω θεσμικής ενέργειας. Αυτό δεν είναι προσωπική ασυνέπεια. Είναι το σύμπτωμα ενός κράτους με κουλτούρα ατιμωρησίας, το οποίο μάλιστα εκδηλώνεται μέσω του αρμόδιου αξιωματούχου για την πάταξη της.

Η θέση είναι καθαρή και νομικά αναντίλεκτη.

– Ή ενεργοποιούνται θεσμικά οι καταγγελίες με νομικές πράξεις (αναφορές, έρευνες, διώξεις).

– Ή αποχωρεί αξιοπρεπώς για να σωθεί το κύρος του λειτουργήματος που υπηρετεί.

Ως επιτάσσει ο όρκος στο Σύνταγμα, ενδιάμεση επιλογή δεν υπάρχει. Η υπόθεση Αγγελίδη έχει αναδείξει τον κίνδυνο του να τίθενται στην αρένα εικαζόμενης πληροφόρησης, θέματα δημόσιας ασφάλειας, χωρίς θεσμικές δράσεις από τους καθ’ ύλην αρμόδιους αξιωματούχους. Τέτοιες προσεγγίσεις οδηγούν στην απώλεια εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς, στην απώλεια του αισθήματος ασφάλειας στον τόπο μας και στην περαιτέρω ενίσχυση της γενικής απαξίωσης. Οι θεματοφύλακες του κράτους δικαίου, έχουν υποχρέωση όπως αναλάβουν δράση και όπως πάντοτε ενεργούν με διαφάνεια προς το δημόσιο συμφέρον, θεμελιώνοντας έτσι το κράτος δικαίου, όχι μόνο στην πράξη αλλά και στη συνείδηση των πολιτών. Οι πολίτες έχουν ανάγκη όπως η Δημοκρατία λειτουργεί ως πραγματική ασπίδα απέναντι στο έγκλημα, και πρέπει να το απαιτήσουμε τώρα — με επιμονή, θάρρος και τόλμη.

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

TO GSI OR NOT TO GSI;

Avatar photo

Published

on


*του Στέλιου Γ. Προκοπίου
Διεθνολόγου – Υποψ. Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων

 

Πολλές φορές στο παρελθόν έχουμε αναφέρει την αναγκαιότητα για την Κυπριακή Δημοκρατία να συμμετέχει σε συνεταιρισμούς και συμμαχίες με διάφορα περιφερειακά και μη κράτη, τα οποία διατηρούν φιλικές σχέσεις ή μοιράζονται κοινά στρατηγικά συμφέροντα με τη χώρα μας, με στόχο την ενίσχυση της γεωπολιτικής της θέσης, την προώθηση των εθνικών της συμφερόντων και κυρίως την θωράκιση της ασφάλειάς της, σε ένα ιδιαίτερα ρευστό και απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.

Η ανάγκη αυτή, καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική υπό τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα, όπου η ισχύς των κρατών δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το μέγεθος ή τον πληθυσμό τους, αλλά και από τη συμμετοχή τους σε δίκτυα συνεργασίας, κοινές υποδομές και στρατηγικές πρωτοβουλίες που δημιουργούν δεσμούς αμοιβαίου συμφέροντος και αυξάνουν την ανθεκτικότητά τους απέναντι στις διεθνείς προκλήσεις.

Μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, το έργο του Great Sea Interconnector (GSI) αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για ένα έργο ενεργειακής υποδομής, αλλά για μια στρατηγική πρωτοβουλία που εντάσσει την Κύπρο σε ένα πλέγμα συνεργασίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ελλάδας και Ισραήλ, αναβαθμίζοντας ουσιαστικά τον γεωπολιτικό της ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο και υπερβαίνει τα στενά όρια ενός ενεργειακού έργου, αποκτώντας έτσι  ευρύτερη πολιτική και γεωπολιτική αξία.

Παρότι η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στο οικονομικό κόστος του έργου και στις πιθανές επιπτώσεις που ενδέχεται να μετακυλισθούν στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, η πραγματική του σημασία δεν περιορίζεται στην ενεργειακή του διάσταση. Πρόκειται αναμφίβολα για ζητήματα σημαντικά, τα οποία μπορούν να αξιολογηθούν με μεγαλύτερη εξειδίκευση από τους αρμόδιους τεχνοκράτες και ειδικούς. Ωστόσο, η οικονομική διάσταση του έργου δεν θα πρέπει να εξετάζεται αποκομμένη από τις ευρύτερες γεωπολιτικές του προεκτάσεις. Η αξιολόγηση του κόστους και των πιθανών επιβαρύνσεων είναι ασφαλώς απαραίτητη και πρέπει να γίνεται με σοβαρότητα και τεκμηρίωση, χωρίς όμως να επισκιάζει τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές δυνατότητες του έργου.

Σε μια εποχή κατά την οποία η ενέργεια, η ασφάλεια και οι διεθνείς συμμαχίες αλληλοσυνδέονται όλο και περισσότερο, ο GSI μπορεί να εξελιχθεί σε ένα έργο με επιπτώσεις που θα ξεπερνούν κατά πολύ τον τομέα της ηλεκτροδότησης.

Η προοπτική αυτή συνδέεται άμεσα με το σημαντικότερο διαχρονικό πλεονέκτημα της Κύπρου, τη γεωγραφική της θέση. Η γεωγραφία όμως από μόνη της δεν αρκεί. Απαιτούνται υποδομές που να μετατρέπουν αυτό το φυσικό πλεονέκτημα σε πραγματική πολιτική και οικονομική αξία. Ο Great Sea Interconnector μπορεί να επιτελέσει ακριβώς αυτόν τον ρόλο, αναβαθμίζοντας τη θέση της χώρας ως γέφυρας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ανατολικής Μεσογείου και ενισχύοντας τη διαπραγματευτική της βαρύτητα.

Στη σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα, κράτη που συμμετέχουν σε κρίσιμες υποδομές μεταφοράς ενέργειας, αποκτούν επιρροή δυσανάλογη προς το μέγεθός τους, ακριβώς επειδή καθίστανται απαραίτητα για την εύρυθμη λειτουργία ευρύτερων περιφερειακών δικτύων.

Εξίσου σημαντική, είναι η διάσταση των διεθνών συνεργασιών που δημιουργούνται μέσα από τέτοιες υποδομές. Οι πολιτικές συμμαχίες μεταβάλλονται συχνά ανάλογα με τις διεθνείς εξελίξεις, όμως οι μεγάλες διακρατικές επενδύσεις δημιουργούν σχέσεις αμοιβαίου συμφέροντος. Όταν διαφορετικά κράτη επενδύουν σημαντικούς πόρους σε ένα κοινό έργο, αποκτούν παράλληλα ισχυρό κίνητρο να διαφυλάξουν τη σταθερότητα και την ασφάλειά του.

Για την Κυπριακή Δημοκρατία, η συμμετοχή σε ένα τέτοιο σχήμα συνεργασίας με την Ελλάδα και το Ισραήλ, σε συνδυασμό με την άμεση στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς το έργο, ενισχύει το διπλωματικό της αποτύπωμα και δημιουργεί προϋποθέσεις για περαιτέρω συνεργασίες στους τομείς της ενέργειας, της τεχνολογίας, των επενδύσεων, αλλά κυρίως στους τομείς ασφάλειας και άμυνας.

Φυσικά, κανένα έργο τέτοιας εμβέλειας δεν στερείται κινδύνων και προκλήσεων. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι η ολοκλήρωση ενός έργου που συνδέει άμεσα την Κύπρο με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο, μέσω της Ελλάδας, δεν ενισχύει μόνο την ενεργειακή ασφάλεια του νησιού, εξού και στο παρελθόν είχε προβεί σε απαράδεκτες προκλήσεις, με στόχο να αποτρέψει την συνέχιση του έργου.

Με άλλα λόγια, η αξία του έργου δεν περιορίζεται στα χιλιόμετρα του καλωδίου που θα τοποθετηθούν στον βυθό της Μεσογείου, αλλά επεκτείνεται στο πλέγμα συμφερόντων, συνεργασιών και αλληλεξαρτήσεων που δημιουργεί γύρω από την Κυπριακή Δημοκρατία και ακριβώς αυτή η διάσταση είναι που προσδίδει στο έργο ευρύτερη στρατηγική και γεωπολιτική σημασία.

Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση για τον Great Sea Interconnector δεν μπορεί να εξαντλείται αποκλειστικά σε λογιστικούς υπολογισμούς ή σε βραχυπρόθεσμες οικονομικές ανησυχίες. Τα μεγάλα στρατηγικά έργα αξιολογούνται όχι μόνο με βάση το άμεσο οικονομικό τους κόστος, αλλά και από τη δυνατότητά τους να διαμορφώνουν τις στρατηγικές επιλογές και τις προοπτικές μιας χώρας για τις επόμενες δεκαετίες. Για τον λόγο αυτό, παρά τις δυσκολίες, τις αβεβαιότητες και τις προκλήσεις που αναμφίβολα υπάρχουν, το έργο πρέπει να αξιολογηθεί με όρους μακροπρόθεσμου εθνικού και στρατηγικού συμφέροντος το οποίο θα διαμορφώσει, σε σημαντικό βαθμό, τις δυνατότητες και τις επιλογές της χώρας για τις επόμενες γενιές.

Continue Reading

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia