ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Χάρης Γεωργιάδης: «Δεν θα ήθελα να δω το ΑΚΕΛ να πανηγυρίζει» – Προειδοποιεί για άνοδο ακροδεξιάς
Ισχυρά πολιτικά μηνύματα προς διάφορες κατευθύνσεις στέλνει ο τέως αναπληρωτής πρόεδρος του κόμματος και πρόεδρος του Ινστιτούτου «Γλαύκος Κληρίδης», Χάρης Γεωργιάδης.
Προειδοποιεί για την άνοδο της ακροδεξιάς, η οποία βρίσκει ζωτικό πολιτικό χώρο που αφήνει ακάλυπτο η κεντροδεξιά και με όπλο τη δημαγωγία και τον λαϊκισμό κερδίζει συνεχώς έδαφος. Τονίζει την ανάγκη για έκφραση ξεκάθαρων πολιτικών θέσεων και υποδεικνύει ότι εάν δεν αφυπνιστεί άμεσα η κεντροδεξιά υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για την Δημοκρατία εξαιτίας της ενίσχυσης των ακραίων κομμάτων.
Ο Χάρη Γεωργιάδης τοποθετείται και για τις διεργασίες που έγιναν από πλευράς ηγεσία του Δημοκρατικού Συναγερμού σε σχέση με τις επερχόμενες εκλογές και σχολιάζει τις αντιδράσεις που υπάρχουν και την όλη περιρρέουσα για το κλίμα που επικρατεί στο κόμμα ως συνέχεια της ήττας στις προεδρικές εκλογές.
Δηλώνει πώς δεν θα ήθελε να δει ούτε το ΑΚΕΛ να πανηγυρίζει, αλλά ούτε και το ΕΛΑΜ και καλεί τον κόσμο του Δημοκρατικού Συναγερμού να σταθεί δίπλα στην παράταξη. Την ίδια ώρα όμως νουθετεί και την νέα ηγεσία για την ευθύνη της για έκφραση καθαρών και στοιβαρών πολιτικών θέσεων.
– Ένας χρόνος μετά τις προεδρικές εκλογές και δέκα μήνες διακυβέρνησης Νίκου Χριστοδουλίδη. Πώς βλέπετε να διαμορφώνετε το πολιτικό σκηνικό;
– Δεν νομίζω να έχει ξεκαθαρίσει το πολιτικό σκηνικό. Σχεδόν όλα τα πολιτικά κόμματα αντιμετωπίζουν δυσκολίες και παρουσιάζονται ευάλωτα, καθώς διανύουμε μια περίοδο ανασύνταξης και αναδιάταξης. Η κυβέρνηση δεν φαίνεται να έχει βρει τον βηματισμό της. Και οι πολίτες από την πλευρά τους, είναι μάλλον αποστασιοποιημένοι και προβληματισμένοι. Το ζητούμενο για τα κόμματα είναι να προσδιορίσουν εκ νέου τον ρόλο τους. Και όταν λέω να προσδιορίσουν τον ρόλο τους, δεν εννοώ εάν ανήκουν στη συμπολίτευση ή την αντιπολίτευση. Αλλά εάν έχουν διακριτό πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα, εάν έχουν ένα αξιόπιστο πλαίσιο αρχών και πεποιθήσεων και εάν είναι σε θέση τελικά, να συνεχίζουν να εκφράζουν και να εκπροσωπούν μια σημαντική μερίδα της κοινωνίας. Αυτό σίγουρα αναμένω και προσδοκώ από τη δική μου παράταξη.
– Με την απόσταση πλέον του χρόνου, τι θεωρείτε πήγε λάθος σε εκείνη την προεκλογική; Και γιατί οι πληγές παραμένουν ακόμα ανοικτές;
– Έγιναν σοβαρότατα λάθη. Οι εκλογές χάθηκαν πολύ πριν την εκλογική αναμέτρηση του Φλεβάρη. Δεν θέλω όμως να αναξέσω πληγές. Πρέπει να σταματήσουμε να περιστρεφόμαστε γύρω από εκείνα τα λάθη και να κοιτάξουμε μπροστά.
– Θα μπορέσει ο ΔΗΣΥ να αφήσει πίσω του εύκολα αυτό το κεφάλαιο της ιστορίας; Υπάρχει μια περιρρέουσα για διάφορες υπόγειες παρεμβολές και τρικλοποδιές στην προσπάθεια της ηγεσίας. Εσείς πώς τα βλέπετε όλα αυτά;
– Μόνο και μόνο που τίθεται το ερώτημα, σημαίνει ότι υπάρχει ζήτημα. Και με λυπεί. Δεν πρέπει να καθοδηγούν τη συμπεριφορά μας τα δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα παράπονα και πικρίες. Έχουμε υποχρέωση να σταθούμε όλοι με εντιμότητα και ειλικρίνεια δίπλα στην παράταξη, δίπλα στη νέα ηγεσία, δίπλα στον κόσμο μας. Και την ίδια ώρα, η νέα ηγεσία οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες της και να ηγηθεί με τρόπο σοβαρό, στιβαρό και αξιόπιστο.
– Με αφορμή και τις διεργασίες για τις εκλογές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εγείρεται από ορισμένους και θέμα για την στάση κάποιων συναγερμικών, στις προεδρικές εκλογές. Για παράδειγμα στην περίπτωση της Πάφου. Θεωρείτε ότι σωστά πράξατε τότε όταν εξετάσετε το θέμα; Πρέπει να γίνει ξανά συζήτηση; Ποια η άποψη σας για όλα αυτά;
– Το μεγάλο μας σφάλμα σε σχέση με αυτό το ζήτημα ήταν η ατολμία και η αναποφασιστικότητα. Κρατούσαμε το ζήτημα ανοικτό, χωρίς να παίρνουμε ξεκάθαρη θέση, είτε προς τη μια, είτε προς την άλλη κατεύθυνση. Άρα εάν με ρωτάτε εάν πρέπει να ανοίξει ξανά το ίδιο ζήτημα, δύο ολόκληρα χρόνια μετά την έγερση του και μετά που λήφθηκαν τελικά αποφάσεις τόσο από τον προηγούμενο πρόεδρο όσο και από τη νέα ηγεσία, θα σας έλεγα όχι. Επιτέλους ας κοιτάξουμε μπροστά και ας είμαστε πιο προσεκτικοί και συνετοί στο μέλλον.
– Δέχεται κριτική η Κυβέρνηση η ηγεσία της παράταξης για τις διεργασίες σε ο,τι αφορά τις εκλογές για την Τ.Α. Επικρίθηκε για το θέμα των δημοσκοπήσεων. Θα μπορούσε να γινόταν καλύτερη διαχείριση;
– Τις δημοσκοπήσεις δεν πρέπει να τις αγνοούμε, ούτε όμως πρέπει να υποκαθιστούν το ρόλο της πολιτικής ηγεσίας. Εν πάση περιπτώσει, μπροστά μας έχουμε τώρα τις διπλές εκλογές του Ιούνη. Είναι η ώρα της συστράτευσης και όχι της μεμψιμοιρίας και των παραπόνων. Εκεί πρέπει να εστιάσουμε. Μάλιστα θεωρώ πως επείγει και το κλείσιμο του ψηφοδελτίου για τις Ευρωεκλογές.
– Συζητήθηκε πολύ η υποψηφιότητα Νίκου Τορναρίτη στη Λευκωσία. Η άποψη σας ποια είναι;
– Οι εκλογές είναι πολιτικές. Και οι επιλογές που έχουμε μπροστά μας στο Δήμο της Λευκωσίας επίσης είναι πολιτικές. Έχουμε από τη μια τον Νίκο Τορναρίτη που στηρίζεται από ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ και ΔΗΠΑ και έχουμε από την άλλη τον υποψήφιο που στηρίζει το ΑΚΕΛ. Για λόγους εξόχως πολιτικούς, στηρίζω την υποψηφιότητα Τορναρίτη με όλες μου τις δυνάμεις.
– Απώλειες ποσοστών ή πρωτιάς για τον ΔΗΣΥ τι θα σημαίνει; Η δεν θεωρείτε ότι είναι πιθανό αυτό το σενάριο;
– Τα πράγματα είναι δύσκολα και δεν υπάρχει κανένα περιθώριο εφησυχασμού. Σίγουρα δεν θα ήθελα να δω να πανηγυρίζει το ΑΚΕΛ που είναι ένα κόμμα που ποτέ δεν κατάφερε να εκσυγχρονιστεί και να αποβάλει τα δόγματα του παρελθόντος, ή το ΕΛΑΜ που προτάσσει τη δημαγωγία και τα συνθήματα. Δεν μπορούν αυτές οι δυνάμεις να οδηγήσουν την πατρίδα μας μπροστά. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι ο τόπος μας χρειάζεται ένα ισχυρό και συγκροτημένο Δημοκρατικό Συναγερμό.
– Τις πολιτικές τοποθετήσεις και θέσεις του ΔΗΣΥ πώς τις βλέπετε; Η ηγεσία του κόμματος δέχεται συχνά κριτική για έλλειψη πολιτικών θέσεων και έλλειψη πολιτικού προσανατολισμού;
– Δεν θα βιαστώ να κρίνω μια ηγεσία που ανέλαβε πριν από 10 μήνες. Η νέα ηγεσία χρειάζεται χρόνο και στήριξη. Αλλά την ίδια ώρα είναι πράγματι σημαντικό για την παράταξη μας να διαθέτει ένα καθαρό πλαίσιο πολιτικών θέσεων. Να τονίσουμε ξανά τα πιστεύω και τις πεποιθήσεις μας. Να επανασυνδεθούμε πολιτικά με εκείνη τη μεγάλη και σημαντική μερίδα της κοινωνίας που πάντοτε εμπιστευόταν τον ΔΗΣΥ. Αυτό δεν μπορεί να γίνει μόνο με καθημερινές ανακοινώσεις για την επικαιρότητα. Πρέπει να γίνουν περισσότερα. Πρέπει να δώσουμε στους πολίτες καλούς λόγους για να συνεχίσουν να είναι κοντά στην παράταξη.
– Λέγεται συχνά ότι είμαστε στην εποχή των «απολιτίκ» πολιτικών και ηγετών της εικόνας. Συμφωνείτε με αυτή τη θέση;
– Τι να σας πω… ελπίζω πως όχι. Πάντως για μένα η πολιτική δεν είναι η εικόνα. Πολιτική είναι να βγαίνεις μπροστά στα δύσκολα. Να έχεις θέσεις για τα μεγάλα και τα σημαντικά. Να δίνεις πολιτικές μάχες για τις ιδέες και τα πιστεύω σου. Είναι η ετοιμότητα να στέκεσαι ακόμη και απέναντι στην κοινή γνώμη για να υπηρετήσεις το δημόσιο συμφέρον και το καλό του τόπου σου. Εξάλλου, η ασφάλεια, η πρόοδος και η προοπτική κάθε κοινωνίας και κάθε έθνους, δεν είναι με τις δημόσιες σχέσεις που διασφαλίζονται.
– Υπάρχουν ευθύνες στην Δεξιά για την άνοδο της ακροδεξιάς;
– Κατά κύριο λόγο ναι, είναι οι αστοχίες και οι αδυναμίες της κεντροδεξιάς και της δεξιάς που ανοίγουν τον δρόμο στην ακροδεξιά. Δυστυχώς στην Ευρώπη και αλλού, κόμματα της κεντροδεξιάς συχνά ξεχνούν την πολιτική και ιδεολογική τους πυξίδα. Ίσως ευθύνεται η ψευδής αντίληψη ότι οι ιδέες υποχωρούν, ίσως ευθύνεται αυτή η τάση προς την απολιτίκ προσέγγιση, αλλά αφήνεται ζωτικός πολιτικός χώρος τον οποίο σπεύδουν να καλύψουν τα άκρα, με εργαλείο τη δημαγωγία και τον λαϊκισμό. Όμως όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας, πρέπει να μας υπενθυμίσουν ότι τίποτα δεν είναι διασφαλισμένο και η μάχη των ιδεών ποτέ δεν τελειώνει.
Και η σύγχρονη ευρωπαϊκή κεντροδεξιά πρέπει να επανακτήσει το χαμένο έδαφος. Πρέπει να μιλήσουμε για την ελεύθερη οικονομία και την ατομική πρωτοβουλία και να αντιταχθούμε στην συνεχή επέκταση του κρατισμού σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Να μιλήσουμε για τον καλώς νοούμενο πατριωτισμό, για την άμυνα και την ασφάλεια, για την ανάγκη η Ευρώπη και η Δύση να σταθεί ενωμένη απέναντι σε αυταρχικά και απολυταρχικά καθεστώτα. Να βγούμε μπροστά στο θέμα της ανεξέλεγκτης και παράνομης μετανάστευσης που απειλεί να διαβρώσει τον κοινωνικό ιστό της Ευρώπης.
Να μιλήσουμε για την παιδεία, τη γνώση, την αριστεία και την επιστημονική πρόοδο. Να απορρίψουμε τις υπερβολές και τα παράλογα της woke κουλτούρας που έχει φτάσει στο σημείο να αμφισβητεί την έννοια των φύλων και της οικογένειας και η οποία επιχειρεί να φιμώσει την ελευθερία στο όνομα της ελευθερίας. Εάν η κεντροδεξιά δεν ξυπνήσει από τον λήθαργο της και δεν αποβάλει τα δεσμά που η ίδια έχει επιβάλει στον εαυτό της, τότε φοβάμαι πως έρχονται δύσκολες μέρες για τη δημοκρατία.
– Αυτά ισχύουν και για την Κύπρο;
– Βεβαίως. Πολλές φορές έχω πει ότι άλλο είναι να εκφράζεις τη σύγχρονη κεντροδεξιά και άλλο να ρέπεις στην κεντροαριστερά. Εάν η κεντροδεξιά κινηθεί προς τα αριστερά, ή εάν παρασυρθεί σε μια απολιτίκ προσέγγιση, τότε θα αφήσει έδαφος για την ακροδεξιά. Γι΄ αυτό και θεωρώ αναγκαία μια καθαρή και τολμηρή κεντροδεξιά πολιτική πρόταση την οποία ο ΔΗΣΥ μπορεί και πρέπει να εκφράσει, με τρόπο μάλιστα που θα καλύπτει την κοινωνική πλειοψηφία. Γιατί είμαι πεπεισμένος ότι το πλειοψηφικό ρεύμα δεν έλκεται ούτε από την δογματική αριστερά, ούτε από τη δημαγωγική ακροδεξιά.
– Ανησυχείτε καθόλου για την οικονομία; Πώς βλέπετε την μέχρι τώρα οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης και ποιους θεωρείτε τους μεγαλύτερους κίνδυνους;
– Έχουν επιβεβαιωθεί οι εκτιμήσεις μας ότι δεν προκύπτει στο παρόν στάδιο ούτε δημοσιονομικός εκτροχιασμός, ούτε κίνδυνος ύφεσης. Η αναπτυξιακή δυναμική παραμένει ικανοποιητική και ο προϋπολογισμός είναι ισοσκελισμένος. Την ίδια ώρα όμως, θεωρώ πως έχει επιβεβαιωθεί και η βασική μας μεσοπρόθεσμη ανησυχία που είναι η διόγκωση της δημόσιας υπηρεσίας. Οι μαζικές προσλήψεις στο δημόσιο είναι βόμβα στα θεμέλια της οικονομία μας. Ειδικά εάν συνυπολογιστεί η επίπτωση της ΑΤΑ και των άλλων έμμεσων αυξήσεων.
Όταν έγκαιρα προειδοποιούσαμε για αυτό το ζήτημα, κάποιοι μας στόλιζαν με χαρακτηρισμούς ότι λαϊκίζουμε. Τώρα όλοι λένε ότι ανησυχούν. Με λίγα λόγια, είναι σημαντικό να διατηρηθούν τα δημοσιονομικά περιθώρια όχι μόνο βραχυπρόθεσμα αλλά και σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα επειδή η διεθνής αβεβαιότητα είναι μεγάλη και μπορεί να προκύψουν κίνδυνοι. Είναι επίσης σημαντικό να συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις και τα αναπτυξιακά έργα και να προσδιοριστούν περαιτέρω φορολογικά κίνητρα και ελαφρύνσεις που θα συνεχίσουν να δίνουν ώθηση στην αναπτυξιακή δραστηριότητα και τις επενδύσεις.
– Σε προσωπικό επίπεδο ισχύει η απόφαση σας να αποχωρήσετε από την πολιτική ή κάνετε δεύτερες σκέψεις;
– Η απόφαση μου ισχύει. Δεν θα διεκδικήσω ξανά βουλευτική έδρα ή οποιαδήποτε άλλη κομματική ή πολιτική θέση. Όμως πάντα θα είμαι κοντά στην παράταξη, πάντα θα με ενδιαφέρει η πολιτική και πάντα θα αγωνιώ για το μέλλον της πατρίδας μας.
– Τη στάση του κόμματος έναντι της Κυβέρνησης πώς την αξιολογείτε; Είναι για πολλούς ένας επικίνδυνος ακροβατισμός η στάση του ΔΗΣΥ απέναντι στην Κυβέρνηση Νίκου Χριστοδουλίδη…
– Υπάρχει σίγουρα ένα ζήτημα. Πρώτη φορά αντιμετωπίζει ο ΔΗΣΥ ανάλογο σκηνικό. Να είναι το κόμμα στην αντιπολίτευση αλλά απέναντι να υπάρχει ένας κεντροδεξιός πρόεδρος, ο οποίος ηγείται μιας κεντροδεξιάς κυβέρνησης, η οποία σε σειρά ζητημάτων δηλώνει ότι συνεχίζει τις πολιτικές της δικής μας κυβέρνησης, δεχόμενη μάλιστα επί αυτού την κριτική του ΑΚΕΛ.
Προσεγγίζει με λίγα λόγια ο πρόεδρος και η κυβέρνηση το δικό μας πολιτικό πεδίο. Άρα τι πρέπει να πράξει ο ΔΗΣΥ; Να ξεκινήσει να πετροβολεί την κυβέρνηση από τους πρώτους μήνες για να αποδείξει τη διαφορετικότητα του; Αυτό θα ήταν σφάλμα. Να μετακινηθεί από τις θέσεις του από φόβο μην ταυτιστεί με την κυβέρνηση; Επίσης θα ήταν σφάλμα. Να μετατραπεί σε ουραγό της κυβέρνησης και να μην τολμά να εκφράσει διαφωνία; Αυτό και εάν είναι σφάλμα. Δική μου θέση είναι πως ο ΔΗΣΥ πρέπει με αξιοπιστία και πολιτική επάρκεια να διατηρήσει το πολιτικό του πεδίο. Να εκφράσει με αυτοπεποίθηση και καθαρότητα τις δικές του θέσεις. Και να μην φοβάται είτε την πολιτική συμπόρευση με την κυβέρνηση εκεί που αυτή προκύπτει, είτε την διαφοροποίηση και την ενάσκηση κριτικής εκεί που αυτή επιβάλλεται.
– Η Κυβέρνηση βρίσκεται συχνά στην μέγγενη της κριτικής. Υπάρχει η αίσθηση ότι επικρατεί μία απογοήτευση στην κοινωνία. Εσάς ποια είναι η άποψη σας; Τι βαθμό θα βάζετε στη διακυβέρνηση Νίκου Χριστοδουλίδη
– Τώρα αυτό ότι βρίσκεται στη μέγγενη της κριτικής η κυβέρνηση δεν το καταλαβαίνω. Τόσο σύντομα ξεχνάμε την απόλυτη και μηδενιστική κριτική που αντιμετώπιζε η δική μας κυβέρνηση; Σε σύγκριση με εκείνο το σκηνικό θεωρώ ότι η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη έχει απολαύσει μέχρι σήμερα μια παρατεταμένη περίοδο ανοχής. Όμως, χωρίς καν να έχει ανοίξει έστω και ένα μεγάλο κεφάλαιο, χωρίς να έχει λάβει ούτε μια δύσκολη ή μη-δημοφιλή απόφαση, η κυβέρνηση φαίνεται να δυσκολεύεται. Δίνει την εικόνα ότι περιορίζεται στην καθημερινή διαχείριση.
Στα θετικά καταγράφω τη γενική κατεύθυνση τόσο της εξωτερικής όσο και της οικονομικής πολιτικής. Η κυβέρνηση ευθέως τονίζει ότι ο προσανατολισμός της χώρας είναι δυτικός. Τα μηνύματα που λαμβάνω από Ευρώπη, Αμερική και Ισραήλ είναι θετικά και αυτό με ικανοποιεί, όπως επίσης με ικανοποιεί το γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει φέρει ένα ισοσκελισμένο προϋπολογισμό. Όμως πέρασε ένας χρόνος και δεν έχω ακούσει μέχρι σήμερα ποια είναι τα 5-6 μεγάλα θέματα που θέλει να προωθήσει. Πολύ σωστά συνεχίζει να υλοποιεί κάποια σημαντικά κεφάλαια που είχε βάλει μπροστά η δική μας κυβέρνηση. Οι δικές της πρωτοβουλίες ποιες είναι;
Πηγή: Philenews
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.
Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.
Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.
Αφορά το 2028.
Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του
Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.
Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.
Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.
Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.
Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.
Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου
Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.
Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.
Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.
Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:
Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.
Και το ΑΚΕΛ;
Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.
Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.
Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.
Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.
Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.
Οι διορισμοί ήταν η αφορμή
Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.
ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.
Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.
Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.
Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.
Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο
Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.
Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.
Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.
Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.
Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.
Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
-
voulitv4 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή3 weeks agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
Off the Record3 weeks agoΗ ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
-
Off the Record1 month agoΠροεδρικές Εκλογές 2028: Τα πρόσωπα, οι ισορροπίες και τα πιθανά σενάρια
-
Off the Record1 month agoΔυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 weeks agoΗ πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
-
voulitv1 month agoΠτΔ: Η Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ ολοκληρώθηκε με ουσιαστικό και παραγωγικό έργο
-
Off the Record1 month agoΟι πολιτικές καινοτομίες και ο Φειδίας
-
Off the Record1 month agoΗ γενετική μας συγγένεια με τα ποντίκια και η χρησιμοποίηση σαν πειραματόζωα.
-
Off the Record1 month agoΤα αιτήματα Ζελένσκι και το αυξανόμενο κόστος για την Ευρώπη






